Σε ένα τραπέζι σκουριασμένο, κάποτε μπλε, πάνω σε τσιμεντένια προβλήτα.
Εκεί κάθομαι και στρίβω τσιγάρο να καπνίσει το μισό ο αέρας.
Ένα ορφανό τσίπουρο στριφογυρνάει στο χαμηλό ποτήρι.
Και σκέφτομαι.
Και δεν θυμάμαι.
Ούτε σχεδιάζω.
Έχει ησυχία εδώ.
Φοράω το μαύρο παλτό που γάριασε από τα πολλά πλυσίματα.
Κι ακόμα ζεσταίνει.
Σήμερα είναι βαρύς ο ουρανός.
Τα δέντρα έχουν φουσκώσει από την ανυπομονησία να ρθει η άνοιξη.
Περίεργο, εγώ γιατί το χειμώνα νιώθω και το καλοκαίρι σκέφτομαι;
Σιγομουρμουράω. Άμα πιάσει να βρέχει θα φύγω, αλήθεια.
Αλλά μέχρι τότε άσε με να σιγομουρμουράω.
Τραγουδώντας.
Έχω χάσει τα σι, τα λα.
Δεν υπάχει μνήμη για κείμενα.
Παρα-ταύτα είμαι καλά.
Το αυτό επιθυμώ και για εσάς.

στους φίλους που την κάνανε για Αμέρικες και Ανγκλεκτέρες

Η Αλίκη και ο καθρέφτης της.

Σταγόνες στην κρύα του επιφάνεια.

Εύθραυστη η πραγματικότητά του.

Τρύπια τόπους – τόπους.

Να κάνει ένα βήμα και να βρεθεί στο πράσινο χορτάρι.

Να το πατήσει ξανά και ν’ ακουστεί ο ήχος σαν εφημερίδας που τσαλακώνεται.

Θυμάται που;

Η καθημερινότητα ήταν σατέν.

Απαλή απ΄ τη μια, άγρια απ΄ την άλλη.

Κι ο καθρέφτης να σκονίζεται.

Της Αλίκης.

Που όπου να ΄ναι θα κλείσει τα τριάντα..

Μα ακόμα θυμάται το γρασίδι – εφημερίδα.

Την αίσθηση ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα.

Απαλή, άγρια, θορυβώδης.

Άγνοια Αλίκη μου.

Ο τρόπος να πορεύεσαι τρία εκατοστά πάνω απ’ τα σκουπίδια κουνώντας χαριτωμένα το άσπρο σου – μου χεράκι να διώξεις τη μυρωδιά.

Και να γελάς, να γελάς αμέ, να γελάς, να γελάς.

Είδα

πως στους ουρανούς εν μέσω των κτιρίων είχαν βάλει συρματοπλέγματα στενά.

πως οι ένοικοι σφίξαν σανίδια πάνω τους και τις νύχτες ανεβαίναν και καθόντουσαν εκεί, με μπύρες και τσιγάρα.

πως όλη νύχτα ισορροπούσα σε ένα τέτοιο σανίδι μα ούτε μια φορά δεν μου ‘πεσε ο καπνός ή το τενεκεδάκι μου.

πως κουβέντιασα ώρες περί κοινών και μηδέ καινών δαιμονίων

πως ακόμα και μετά από τόση ισορροπία το πρωί ήμουν ξανά θολά στεκούμενη.

πως  θυμόμουν τις φωτεινές κηλίδες που ρίχναν οι λάμπες του δήμου στην άσφαλτο.

Οίδα

«Πως είναι πάντα σκοτεινά εκεί έξω κύριοι»

πως και τα μεθύσια μου με έρωτες ξεπλένονται

πως

Οι νύχτες κι οι μεγάλες τους ώρες.

Που σημαδεύονται μ’ ένα «δε με θέλησες ποτέ».

Με χαρτιά τσαλακωμένα στο καλάθι.

Με βιαστικά σβησμένα τσιγάρα στο βρώμικο τασάκι.

Με αργές πλύσεις με hexalen πριν τον λειψό ύπνο.

Με γυρισμένο κεφάλι.

Που μόνο ανάποδα ξυπνητά όνειρα έχει να δώσει.

Με αχνά παράπονα στους λαγόνες.

Κι ένα μόνο σπάσιμο στις γραμμές που δεν θα ’ναι δυο χρόνια που φυτρώσαν στις άκρες των ματιών.

Δεν έχω το τέλος που σου αρμόζει μάτια μου.

Μόνο  σιγοτραγουδάω γυρνώντας αυτές τις ώρες.

Ένα τρεχαντηράκι βοριάς το ξόρισε..

μμμ…

κι άμα το μαρτυρήσω τζόγια μου
μαρτύρα το και συ..

grey glow

Γρανίτης πάνω στον Σεπτέμβρη.

Γρανίτης ποτισμένος σαρντονέ.

Και πως του πάει η αψάδα στη γεύση, η κρυμμένη πίκρα στους πίσω- πίσω κάλυκες.

Μια όξυνση ή οξείδωση να είναι το παρελκόμενο;

Κι εξακολουθεί ο Σεπτέμβρης κάτω από τον υγρό γρανίτη.

Σχέδια, σχέδια γραμμές σε χάρτες κίτρινους.

Υποσχέσεις σε χρόνους ξεχασμένους, αλήθεια εκείνον τον τετελεσμένο μέλλοντα τον ανακαλεί ποτέ κανείς;

Του χρόνου τέτοια εποχή θα έχουν γεννηθεί παιδιά, θα έχουν πεθάνει ιδέες και θα έχουν ζήσει όλα τα ενδιάμεσα.

Η πραγματικότητα κατά Ρόμπινς.

Είναι όμως όλες εκείνες οι συζητήσεις περασμένα μεσάνυχτα που δεν αντέχεις πια να κάνεις.

Είναι όμως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι ξενυχτισμένα πρωινά που δεν αντέχεις να ζήσεις.

Και κυρίως./

Κυρίως./

Οι κάλυκες οι γευστικοί ή οι θανατηφόροι;

paisos catalanes

Το τέλος ,μωρό μου, είναι μισθοφόρος απλήρωτος.

Κάνει τσιγάρο στη μάντρα λίγο πριν το συρματόπλεγμα του στρατοπέδου.

Μετράει τα ψιλά του αν βγάζουν για μια ακόμα μπύρα.

Και δεν ενδιαφέρεται αν δυο μέτρα πιο κει σκάνε βόμβες.

Το τέλος μωρό μου, στέκεται δυο νότες πάνω.

Ζυγίζει τα χρέη του και βγαίνει πιστωτικό.

Μετράει τα κουπόνια του αν φτάνουν για ένα ακόμα φτηνό γεύμα.

Και σβήνει τις γόπες του στο νωπό χώμα.

Το τέλος ,μωρό μου.

Το τραγουδάνε στις δύσκολες ώρες της νύχτας  δ ι ά φ ο ρ ο ι.

Τεντώνουν τις φωνές τους σε μεθυσμένα αχχχ.

Κοιτιούνται στα μάτια.

Όλοι οι φοβισμένοι του.

Αυτοί που ποτέ δεν το αρθρώσαν.

Μη ρωτάς.

Κείνοι που το ‘παν.

Δεν τραγουδάν.

Πίνουν τις τεκίλες ή τις βότκες.

Και στην είσοδο του  Waits.

Σκύβουν το κεφάλι ακόμα πιο κάτω.

Το τέλος ,μωρό μου.

Δεν ξεμένει ποτέ, είναι δημοφιλές, κάθε στρατός το θέλει στις τάξεις του.

Πανάκριβο ,μωρό μου

και ερωτεύσιμο.

aitna

Έρημα χρόνια σαν από καιρό ξενοίκιαστα.

Αποβάλλω αστεία με πολεμική ευκολία.

Ετούτα τα βράδια λαχανιάζουνε, στον ήχο της βροντής.

Οι ονειρώξεις συνθετικές, τα βοηθητικά του ύπνου ληγμένα.

Κι ένας μήνας που συντελεί σε απορρίψεις.

Σαν κάτι να ’θελα να τραγουδήσω, με το μπάσο σε υπερ-ένταση.

Πως θα με κοιτούσαν οι προβολείς με τους πυρήνες τους να τρέμουνε.

Ασθματικός ο βήχας του κοινού στην αδιάκριτη αναμονή.

Κι όταν υγράνω τα μάτια στο ηθελημένο ανοιγόκλεισα  που ξέρεις πως σηματοδοτεί παράδοση, τότε ναι.

Ο πόλεμος θα τελειώσει ο χρόνος θα νοικιαστεί και τα βράδια, αχ τα βράδια πως θα ησυχάσουν που θα ‘χουν κλείσει στη στροφή την μελωδία. Το τραγούδι μου σαφώς δεν θα το πω, θα φοβηθώ που δεν θα προκαλέσω φασαρία, η γενιά μου, η ασυντόνιστη κι εύκολή μου συγκίνηση.

Κι οι ιστορίες φίλε μου. Πάντα να γράφονται στην ξεφτισμένη διαχωριστική νεκρές δη και μαυρό (τελέσ) φορούσες.


enjoy the silence

Ωωωω τι σκοτεινιά αγάπη μου..

Χαρούμενα υφέρπουσα και πάντα ήσυχη χορεύοντας.

Ανάμεσα από το άνοιγμα του καλοκαιρινού μου φουστανιού, μα είναι μόλις Μάης και Μάηδες πριν καφενεία κλειστά.

Στο ενδιάμεσο των εποχών ο χρόνος σαλεύει.

Ο ήλιος βρίσκεται πάντα κλεισμένος έξω απ’ τις γρίλιες και τα πεζοδρόμια ανατριχιάζουν στη σκιά.

Ωωωω τι θάρρος αγάπη μου..

Λυπημένα αντρειωμένο και πάντα θορυβώδες αποσύρεται.

Οι φυγές, οι περίπατοι ανάμεσα στις βροχές, το στυλό που εκπνέει τους Μάηδες. Και τα ποτηράκια να ιδρώνουν αγωνίες.

Ωωωω τι ασπρόμαυρα αστέρια αγάπη μου..

Φιγουράρουν με κρότο και κρύβουν πως αγοραστήκαν φτηνά από ένα υπαίθριο παζάρι του Λονδίνου αγκαλιαστήκαν με φόρα από τη Siouxsie και γδυθήκαν μπροστά σ΄ ένα πεντόλιρο, φυγή εκ των έσω και πάντα μπροστά στον κόσμο οι υγρασίες γ α μ ώ τ ο πουτάνα θεατρίνα είπε η Γώγου και η σκοτεινιά και το θάρρος και τ΄αστέρια μου απ’το άνοιγμα του φουστανιού μου προβάλλουν

γελώντας.