Ιανουαρίου 2007


Περπατώ, περπατώ. Πιάνω χέρια, αφήνω δάχτυλα. Χαϊδεύω ξύλινες μπάρες, αγγίζω ποτήρια και τασάκια. Ενίοτε χορεύω. Μόνη. Έτσι είναι πιο καλά. Καμιά φορά που χρειάζομαι παρτενέρ για πολύπλοκες φιγούρες, ψάχνω στο χώρο και υπάρχει. Κι όταν δεν υπάρχει δε με νοιάζει καθόλου. Ψέμματα;
Τυλίγω μωβ κασκόλ στο λαιμό μου, κόβω τα νύχια πολύ κοντά. Αλλαγή εποχής και ο χειμώνας δεν λέει να έρθει. Στολίζω χώρους, ανάβω ελάχιστα τσιγάρα και βρέχω χείλια με βατόμουρα. Θες να με φιλήσεις;
Τα χρειαζούμενα που έλεγε κι η γιαγιά μου. Ή αύριο κλαίνε, έτσι μου έλεγε. Η μάνα μου πάλι μου έλεγε να μάθω καμιά τέχνη, τι τον θέλω τον καλλιτέχνη. Μην πιάσουμε πάλι την κουβέντα ρε φιλενάδα για τα άπλυτα στη σακκούλα και τα υπόλοιπα ψυχομπουκωτικά. Ποια άπλυτα; Τα λερωμένα τ’ άπλυτα, αυτά που δε θα σου ξαναπλύνω λέω. Ε ρε γλέντια!
Θα κλείσει βδομάδα που φυσάνε οι ανέμοι παραπάνω από το συνηθισμένο. Δεν με αντέχει κανείς. Χεχ!
Αλήθεια λέω. Υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητα με όσα σου λέω τώρα, να με δίνω στεγνά. Ε και; Ξανά χεχεχ!
Περπατώ, περπατώ. Κάνω φιγούρες γύρω από τα παλιά βαγόνια. Βατόμουρα. Φίλα με ρε βλάκα!
Μηδέν. Σειρές από γραμμές, κεφάλι με φούξια χρώμα, αλλαγή εποχής και που είναι το φιλί που μου έταξες;
Ε;

Κέρκυρα, Πάτρα, Αθήνα,Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Παξοί
Περισσότερο από σένα καμιά Χριστίνα
δε με κράτησε στη γη
Περισσότερο από σένα καμιά Χριστίνα
δε με κράτησε παιδί

Ψεύτη.
μ!

Κόρε Ύδρο ακούστηκαν και σήμερα.

Advertisements

Ο τελευταίος συρμός αναχωρεί. Πάλι σε ψάχνω να στο πω, να σε ειδοποιήσω, να σε προλάβω μα έχεις ήδη εξαυλώσει φιγούρα και τώρα μένει μόνο ένας γκρίζος σωρός. Αυτές τις πρώτες μεγάλες ώρες θεριεύει η πίεση και μένει μόνο η παλιά σκουριασμένη στρόφιγγα να σου χάσκει στα μούτρα. Θράσος φίλε μου. Κι εσύ να την παλεύεις αλλά να μη λέει να γυρίσει χρόνια τώρα.
Κάνει δυο σβούρες στο στομάχι σου το ρακί με το μέλι. Ησύχασε σου λέω, μη μου σκιάζεσαι. Θα κοιμηθείς απόψε. Τις τελευταίες νύχτες δεν αντέχεις τίποτα πάνω σου. Ούτε κορμί, ούτε ρούχα. Μα πάντα ξυπνάς το ξημέρωμα και έχεις δυο ξεραμένες γραμμές στις άκρες των ματιών. Ανοίγεις και κοιτάς τις στέγες. Κεραμίδια, καμινάδες και κάτι περαστικά φώτα. Τούτη την ώρα είναι που έχει χάσει το δικαίωμα.
Πιες καταπραυντικά. Ό,τι βρεις. Και μην στριφογυρίζεις, πάλι ιδρωμένη θα ξυπνήσεις.
Έχω δυο κρατημένα κομμάτια σου βαθιά στο μυαλό μου. Τα ανοίγω, τα χαιδεύω. Ενίοτε τα σκοτώνω κιόλας.
Με βλέπεις;
Αλλάζω.
Πια.
Δεν με γνωρίζω.
Πια.
Και ούτε κι εγώ.
Πια.

Αγκαλιά.
Όχι.
Δύο.

Ζαλάδα, ημικρανία. Να κατεβαίνουμε εκείνη την σκάλα, να έχουμε την πόλη στα πόδια μας. Σκαρφαλώνω στο πλατύσκαλο και φοβάσαι. Σε κρατάω και μ΄αγκαλιάζεις μην πέσω.
Ξέρεις, τελικά χορταίνω αγκαλιές τελευταία.

Εγώ θα φλέγομαι
θ’ ανθίζω
θα γιορτάζω
θ’ ανατέλλω
Θα σε καίω
Θα καταστρέφω με τραγούδια της ψυχής σου το μπουρδέλο
Θα ανατέλλωωωωω

Ξανακάνει στροφές. Το μυαλό μου. Ψηλά, πολύ και μετά μέχρι τη μέση. Να πιαστεί από χέρια, από ώμους έλα, έλα. Παίζει κάτι ηλεκτρονικό από παλιά, όπως τότε τις Παρασκευές μετά από εσένα. Χορεύω, χορεύω μόνη και ξέρω ότι μάτια με ακυρώνουν αλλά είμαι ελεύθερη. Με την άκρη του μυαλού μου θυμάμαι ότι μου ΄λεγες πόσο μεγάλη ψευδαίσθηση είναι η ανάγκη μου για ελευθερία αλλά δε με νοιάζει, εγώ τώρα χορεύω.
Πιάσε με δεν μπορείς κράτα με δεν μπορείς σου γελάω κατάμουτρα, το θράσος μου ε;
Δεν μπορείς σου λέω, είμαι πια σταγόνα ιδρώτα που κατρακυλάει από τα γένια Σου, πέφτει στο στήθος, χαϊδεύει το στομάχι Σου περνάει παιχνιδιάρικα από τις άκρες των δαχτύλων Σου και μετά χάνεται στις μύτες από τις μπότες Σου. Τώρα που σου γράφω θα έχω κιόλας συναντήσει τα επόμενα γένια, τους επόμενους ώμους, πιάνομαι από εκεί τους γελάω κατάμουτρα, χαϊδεύω με τη γλώσσα μου τις σκληρές τους άκρες και στο δρόμο ξανά.
Ψευδαίσθηση, ανάγκη, λιγούρα για την στρογγυλάδα, απαλλάσσομαι από τα πάθη μου κάνω λάθη ωρθωγραφίας και στίξής.
Δε με νοιάζει σου λέω γελάω!
Είναι καθισμένος στο παλιό στρώμα την αγκαλιάζει από τη μέση τη φιλάει στην ελιά αρκετά αριστερά από τον αφαλό πιο πάνω από εκεί που θα κάνει βόλτες μια αράχνη κάποτε. Είναι όμορφα ανάμεσα στα χέρια του. Αλλά περνάει η ώρα και πριν ξημερώσει στο δρόμο ξανά.
Ανάλαφρη, είμαι ελαφρύς τραγούδαγες πριν χρόνια και δεν το πίστευες όπως δεν πίστευες. Τότε γιατί το τραγούδαγες σε ρώταγα. Γιατί είναι αστείο μου ΄λεγες. Και τότε σου έλεγα να λες το φαίνομαι αστείος. Και μετά πετούσα όπως τώρα.
Έλα βάλε μου κάτι γρήγορο, κάτι δυνατό, καμάρωσέ με που είμαι όμορφη όμορφη τα μαλλιά δεν φαίνομαι αγκαλιά και δρόμο ε;
Μα πριν φύγω ξανά κάτσε να πιούμε μαζί ένα τελευταίο, να σου πω μια ιστορία κι άμα θες πάμε και μια βόλτα στα παλιά στενά πριν σου πω μια καληνύχτα.
Τώρα που σου γράφω είναι βράδυ, είμαι σε ένα μικρό μπαρ από αυτά που ούτε η φιγούρα του Λου Ριντ δεν σώζει κι ο τύπος πίσω από τη μπάρα μου βάζει κι άλλη βότκα. Ο άλλος τύπος πίσω από τα γυάλινα διαχωριστικά βάζει κι άλλο τραγούδι. Κι εγώ βάζω κι άλλα χείλια στο γράμμα μου κι άλλα πόδια στο χορό μου κι άλλα χέρια στη μέση μου κι άλλα φιλιά στο λαιμό μου.
Και στο δρόμο ξανά.
Πότε θα περπατήσουμε;

Λατρεύω τον καπνό. Αλήθεια τον λατρεύω. Η αίσθηση όταν στρίβω ένα τσιγάρο. Το σώμα του στα δάχτυλά μου. Η γεύση του. Ο καπνός που στροβιλίζεται γύρω από τα μαλλιά μου. Την διάχυση της νικοτίνης στο αίμα μου. Όλων των δηλητηρίων του στο αίμα μου. Το πως ανοίγει γλυκά και πικρά δρόμους στο μυαλό μου. Όταν πίνω την τρίτη γουλιά βότκας δίνω φιλιά στο τσιγάρο μου και θυμάμαι πάντα πως σε φιλούσα στους κροτάφους. Να πάρω τον πόνο, την ένταση, εγώ, να μην θυμάσαι εσύ, να μην υποφέρεις λεπτό. Και μετά να γυρνάω κεφάλι και να συνεχίζω την βραδιά μου. Με ή χωρίς εσένα.
Ατέλειωτα βράδια στη σειρά. Μπαρ και δρόμοι, στενά και παγκάκια. Μπύρες και τεκίλες, ούζα και τσίπουρα. Γέλια και κλάμματα. Καλοκαίρια και Δεκέμβρηδες όλα μαζί. Φωτογραφίες χρόνων και πάντα είχα τον καπνό μπροστά μου. Ή στα χέρια μου. Βλέπεις εγώ είμαι μόνη και στέκομαι όρθια. Με δεκανίκι αλλά όρθια.
Ο Μπουκόφσκι να κρατάει στο στόμα του ένα ζαρωμένο τσιγάρο, ο Ντίλον να μισοκλείνει τα μάτια του προσπαθώντας να δει μέσα από τους καπνούς. Τα βρεγμένα μου Lucky στην κωλότσεπη μετά από εκείνες τις βόλτες στη βροχή. Να παλεύω μέσα στον τηλεφωνικό θάλαμο της μικρής πλατείας να βγάλω γραμμή για το σπίτι σου που ήταν 200 χιλιόμετρα μακριά. Να σχηματίζω νούμερα και να ψάχνω εναγωνίως την αναπτήρα που λέγανε και οι καινούριοι μου γείτονες.
Και μετά τα πρώτα βράδια στο υπόγειο στέκι. Οι κουβέντες με την ίδια πάντα αρχή. Να μου ανάβουν το τσιγάρο. Και τα πρωινά με τον πονοκέφαλο και την άθλια γεύση, να στύβω πορτοκαλάδες για να διώξω την αδυναμία.
Λατρεύω τον καπνό. Αλήθεια. Λατρεύω και τους καπνιστές. Πάλι αλήθεια. Λατρεύω και τους άντρες που καπνίζουν. Μεγάλη αλήθεια. Η μυρωδιά τους, τα δάχτυλά τους, όλα. Όσα είναι δεμένα με τον καπνό, χρόνια τώρα.
Μια άδεια σκηνή, σκονισμένη με ένα μόνο τραπέζι. Μια γυναίκα με μακρύ μαύρο φουστάνι, χωρίς παπούτσια κάθεται στην άκρη του τραπεζιού και καπνίζει. Νωρίτερα έχει λαχανιάσει από τις στροφές στα σανίδια.
Τα δάχτυλά μου τρέχουν στα πλήκτρα όπως παλιά στα ασπρόμαυρα λακαρισμένα. Ένα τσιγάρο αφήνει σκιές πάνω τους. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στρατιωτικά κομμένα μαλλιά, μαύρα βαμμένα μάτια και ένα τσιγάρο να κρέμεται. Χέρια φορτωμένα δαχτυλίδια και η ράντα του σουτιέν πέφτει στο πλάι.
-Να σας βγάλω εισιτήριο για τους καπνίζοντες;
-Όχι. Δηλαδή από εδώ και πέρα.. μάλλον όχι.

Αποχαιρετισμός στον λατρεμένο μου καπνό. Και Zeppelin συνοδεία. I’m gonna leave you.. θα προσπαθήσω δηλαδή.

Τραβάω μια γραμμή με την μύτη της μπότας μου στην σκόνη του δαπέδου. Κάτι ενοχλητικοί θόρυβοι από το βάθος του μυαλού μου. Το φιμώνω. Ακονίζω τα μαλλιά μου και παριστάνω ότι δεν υπάρχει άκρη στον κόσμο. Κοιτάζω τα χέρια μου και βλέπω σημάδια. Γερασμένος κόπος. Από αυτούς που υπάρχουν ακόμα έτσι για το γαμώτο της προσπάθειας. Του χρόνου που περνούσε χωρίς όλα να αλλάζουν, παρά μόνο μερικά.
Με φωνάζουν. Στήλες ολόκληρες τα πρόσωπα με τα κομμένα αυτιά. Σκοτάδια και μια αλλόκοτη ησυχία. Έλα, πιάσε με θα χαθώ ξανά. Και πως θα με ακούσεις χωρίς;
Εκείνες τις φορές που θεριεύει η ανάγκη. Να είμαι το κοριτσάκι σου. Και να μπορώ να αφήνω το κεφάλι μου στα χέρια σου. Ξέρω μωρέ, μην το πεις. Αφού εγώ πρώτη το πήρα από εκεί.
Έλα να μου χτυπήσεις και να κατέβω όπως είμαι, με τη φόρμα και το κοντομάνικο κι ένα μαύρο παλτό από πάνω. Μόνο τα τσιγάρα μου και δυο καφέδες για το δρόμο να θυμηθούμε. Να κατεβάσεις ουρανό και να απλώνω χέρια στον ήλιο.
Οι δρόμοι. Ποιος χτυπάει; Είχα μήνες να σε δω. Χωρίς ειρμό γίνεσαι στόχος. Σε λίγο θα έρθει ο άστεγος να διεκδικήσει το παγκάκι του. Σήκω λοιπόν. Πάρε τα πόδια σου και κάνε αυτό που σου ΄ρχεται αυθόρμητα : Περπάτα. Κι αν σε τραβάει το τσιμέντο αγνόησέ το. Και την ναυτία. Φτιάχτηκες γι΄αυτό.
Κοίτα με. Δεν υπάρχω.

Ξαναγυρνάω. Είμαι σίγουρη, θα είσαι πάλι δικός μου. Το μαύρο μας. Όλα ασθενούσαν γύρω μας. Σαν τίποτα να μην ήταν αρκετό, πέρα από μας, έξω από μας. Το λεωφορείο φτάνει στην γριά πόλη, χάνομαι μες στο μυαλό μου, ώρες πορείας, μα πως βρέθηκα έξω από το σπίτι σου; Σου χτυπάω, άνοιξε μου, είμαι εγώ, ο φιλαράκος σου, ο σύντροφος, η ερωμένη σου, θυμάσαι; Τις πρώτες εκείνες ώρες που ακούσαμε τα πρωινά σκουπιδιάρικα, μόλις που χάραζε, κρατούσαμε τσιγάρα και θυμιάτιζες το κορμί μου, η μέση μου ανάμεσα στα χέρια σου, τα πόδια μου μπερδεμένα στα δικά σου. Με ρώτησες αν σ’ αγαπάω μωρέ καθόλου. Άκουσα τον θόρυβο και νομίζω ότι είπα ναι. Σκέτο ναι. Δεν ήταν κάτι άλλο, παρά το σχήμα του δώρου σου στα χέρια μου. Ο όφις και το κρίνο με αφιέρωση από τον πρίγκηπά μου, μια ολόκληρη σελίδα στο άλλο μου όνομα, τι ιδιοτροπία κι αυτή να μη με λες με το κανονικό μου ποτέ παρά μόνο όταν ήσουνα θυμωμένος. Ο πύργος ήταν από τότε υποθηκευμένος και εσύ τόσο μακρινά δικός μου. Περπατάς όμορφα, με καμάρωσες και σου χαμογελούσα θρυμματισμένα, πως μπορούσα να σου πω την αλήθεια. Και τώρα χτυπάω την πόρτα σου, βλέπω μέσα από το λερωμένο σου τζάμι, η ηλίθια τρύπα σου είναι άδεια. Σπρώχνω την πόρτα και ανοίγει, μα ποιος πέθανε εδώ; Άδειο, άδειο, μόνο κάτι τσαλακωμένες φωτογραφίες με γυρισμένες άκρες, είμαι εγώ και εσύ στα ασπρόμαυρα με ζωγραφισμένα μάτια και μαλλιά ανακατεμένα, μόνο κάτι μάσκες ξεβαμμένες και μια σημαία του Νότου σκισμένη στα τρία και το παλιό ψυγείο με τα δυο ορφανά ποτήρια “σαν να πίνουμε μαζί”. Γυρνάω στο χώρο, τόσο λίγα τετραγωνικά πως γίνεται να μη σε βλέπω, μπαίνω μες στο μπάνιο και θυμάμαι, βλέπω τα σημάδια στους τοίχους, τον καθρέφτη μισό, το δίπλωμα δυο κορμιών στα πλακάκια να σε σηκώνω και να ξαναπέφτεις, ”σήκω μωρό μου, δεν φεύγω, δεν σταματάω, ζωή χωρίς εσένα;”
Οι τοίχοι είναι βαμμένοι, παράδοξο σε τόση εγκατάλειψη μα που είσαι γιατί δεν είσαι εδώ, ακόμα ψάχνω και πια δίνω φιλιά σου στόμα της παράνοιας, ναι την θυμάμαι, από παλιά, βλέπεις τίποτα δεν ξέχασα, ούτε την πόρτα του αυτοκινήτου να κλείνει μες στην νύχτα, ούτε τα μπουκάλια να σπάνε στους τοίχους ούτε τίποτα ούτε όλα.
Δρόμοι και πλατείες, στενά και άσφαλτος, ρόδες.
Τώρα κατάλαβες γιατί θα ξανατυλίξω τα πόδια στην μέση του, αλλά ποτέ δεν θα τα μπλέξω με τα δικά του;
Με μια ανάσα. Σαν τη δική σου στο αυτί της. Ψυχή μου.

Πρωί. Λίγη ψύχρα. Περπατώ και ζεσταίνομαι. Βγάζω μπουφάν. Στέκομαι στο πέτρινο πεζούλι για να στρίψω τσιγάρο. Με το δεκανίκι στο στόμα προχωρώ. Παρατηρώ τριγύρω. Γυναίκες με ζαρωμένα στους αστραγάλους καλσόν. Άντρες με ορατή μυρωδιά νεύρωσης. Που χάθηκες; Έστριψα σε λάθος στενό. Θα σε ξαναβρώ όπως στο είχα πει. Κι αν δεν με γνωρίσεις δεν θα με νοιάξει καθόλου. Είναι από αυτούς τους διαλόγους που στήνω στο μυαλό μου. Από αυτές τις μουσικές που ακούω μονίμως με τον ήχο χαμηλωμένο. Ανεπάρκεια χρόνου, κόπου και υγρών. Μια παράξενη εικόνα, σαν θαμπή, σαν μισή, σαν ολόκληρη. Τοκ τοκ. Ποιος είναι;
Τώρα πες. Πες τα μου όλα. Κι αν τα ήξερα ήδη τι πειράζει;
Δεν είναι τίποτα. Μόνο πλησιάζουν οι μέρες που θα σε αγγίξουν μαλακά στον ώμο. Θα σε γυρίσουν προς το μέρος τους και θα αντικρύσεις ξανά όσα άφησες πίσω. Και άδεια. Άδειος. Γεννημένος ξανά. Έτοιμος.
Λόγια, κουβέντες και τραγούδια. Μισά βλέμματα και κρυφοί φόβοι.
Ανέβα στη σκηνή. Χρόνια ολόκληρα στην σκαλίζω. Και το ξέρω πως λίγο πριν κάνεις το βήμα εγώ θα έχω κλείσει την πόρτα πίσω μου. Ηλίθια κούραση θα μου ‘χει κόψει τα γόνατα. Δεν θα έχω άλλη αντοχή. Είναι η δική μου μαυροντυμένη φιγούρα. Που τα βράδια έρχεται, με ξυπνάει και με καθίζει απέναντί της να τα πούμε. Με ρωτάει αν την σκεφτόμουνα καθόλου και μόλις βλέπει τα μάτια μου να γεμίζουν, με χαϊδεύει απαλά στους κροτάφους. Και μου λέει πάντα τα ίδια. Πως δεν είμαι εγώ για φωλιές και θα ΄πρεπε πια να το ξέρω.
Τέτοιες ώρες θα ξυπνάς, θα ντύνεσαι, θα φιλάς το κεφάλι που όλη νύχτα ανέπνεε δίπλα σου και θα παίρνεις το δρόμο σου. Και λίγο πριν κλείσεις την πόρτα πίσω σου, θα κοιτάς φευγαλέα το σημάδι στον τοίχο.
“Και γιατί δεν μου το είπες; Τώρα τι λες; Προλαβαίνω;”

Πρωί. Λίγη ψύχρα. Καλημέρα σου είπα μωρό μου;
Πόσο λυπάμαι που δεν σε γνώρισα, αλήθεια..

I can’t seem to find the right lie
Insanity’s horse adorns the sky
Can’t seem to find the right lie
Carnival dogs consume the lines
Can’t see your face in my mind
won’t need your picture
Until we say goodbye

Doors και I can’t see your face in my mind..

Επόμενη σελίδα: »