Ιουλίου 2006


Ξέρεις όπως θα σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών να φτάσεις στο τραπέζι.
Να φοράς τα καινούρια σου.
Να σε θαυμάσει ο κόσμος.
Έτσι καθαρό και με μεγάλο χαμόγελο.
Τα χρέη θα έχουν κιόλας σβηστεί.
Θα κάνεις μια αρχή.
Με την καινούρια σου κούκλα.
Που όλοι τη ζηλεύουν.
Κι εσύ τη φωνάζεις Μαρία , αλλά μόνο όταν της έχεις θυμώσει.
Τις άλλος ώρες δεν τη λες καν με τ’όνομά της.
Άραγε έχει σκεφτεί κανείς να σε ρωτήσει;
Τι θόρυβο κάνει το μυαλό σου όταν σκάει στους τοίχους.
Έφτιαξα ένα ομοίωμά σου.
Τ’ αγαπάω.
Το πλένω , το ντύνω.
Και μετά το αποκεφαλίζω.

Advertisements

Ούτε με απειλή αφαίρεσης οδόντων δε θα αποκαλύψω ποιος είναι ο κύριος! Σκέφτομαι όπως η Κάρι στο Sex and the city που δεν έλεγε το όνομα του Mr.Big!
(Έτσι την αναφέρω για να ξεσηκώσω σχόλια υβριστικά χαρ χαρ!)

Λοιπόν χτες ήπια λίγες (λίγες τουλάχιστον θυμάμαι!) μπύρες με τον κύριο C. Επεράσαμε όμορφα –όμορφα-όμορφα! Αν και στο τέλος που γύρισε η κουβέντα στον κινηματογράφο μου τα χάλασε λίγο αλλά θα το ξεπεράσω (ελπίζω!).

Επίσης θα το ξεπεράσει και αυτός (πιστεύω!).

Ωραία γειτονιά , ωραίο μαγαζί , γενικά μια ωραία βραδιά. Όχι ότι δεν το περίμενα ότι θα επικοινωνούσαμε αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι καταλήγει πραγματικό.

Τα σουρεάλ πήγαιναν κι ερχόντουσαν αλλά κι αυτό αναμενόμενο. Όπως έλεγα και στον Godot, τον τελευταίο καιρό είναι η καθημερινότητά μου. Και μ΄αρέσει!

Το τέλος δε της βραδιάς ήταν από αυτά που μόνο σε σαπουνόπερες βλέπεις.

Όχι δε μου έφερε λουλούδια , ούτε με κάλεσε σπίτι του για καφέ, ούτε καν γονάτισε και κοιτώντας με στα μάτια με αποκάλεσε «γυναίκα της ζωής του». Είπαμε μέχρι ένα σημείο η παράνοια του ότι ζεις σε ταινία γαλλικού κινηματογράφου!

Με πάει μέχρι την πιάτσα (όχι αυτήν κ. Υπουργέ, την άλλη των ταξί!). Με βάζει σε ένα ταξί που μαζί με τον οδηγό , είχε και συνοδηγό γυναίκα. Εντάξει το έχω ξαναδεί αυτό να παίρνουν μαζί στη βάρδια τους τις γυναίκες τους αλλά ποτέ ειλικρινά δεν κατάλαβα τον λόγο . Φοβούνται ότι θα βρεθεί καμιά πελάτισσα καπάτσα και θα το τυλίξει το κελεπούρι, τον άντρα τον κιμπάρη, τον δουλευταρά; Μάλλον!

Τέλος πάντων μπαίνω στο ταξί , αναφέρω προορισμό και ξεκινάμε. Ο οδηγός γύρω στα 40 με κοιλίτσα , καραφλίτσα και όλα τα σχετικά απαραίτητα με μια συμπαθητική φάτσα όμως. Η δε συνοδηγός τι να πω! Μεγαλύτερή του, με ένα ξυνό ύφος και λάστιχο στα μαλλιά. Όχι συγγνώμη λαστιχάκι σε μισό πιασμένο μαλλί εκτός σπιτιού;;;; Πού ζούμε;; Στη δεκαετία του ‘80 ακόμα;;;

Το ταξί είχε CB. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο εκνευριστικό αντικείμενο μέσα σε αυτοκίνητο. Εκτός αυτοκινήτου μπορώ να σκεφτώ αυτές τις μπίλιες. Δηλαδή νομίζω ότι είναι μπίλιες. Ξέρετε ποια. Αυτά με το ζινκ-ζινκ που τα πετάς στο πάτωμα και κυκλοφορούν από πλανόδιους σε όλους τους πεζοδρόμους της Αθήνας.

Για τη μισή ώρα της διαδρομής άκουγα συνέχεια το διάλογο που είχε ο οδηγός με άλλον οδηγό. Του στυλ:
-Έλα ο Μανωλάκης ο 11 ακούει;
-Έλα ο Μανωλάκης ο 11 κάνει κενό.

Αυτό το «κάνει κενό» χτες το άκουσα πρώτη φορά και προφανώς αναφέρεται σε διάλλειμμα (για φαί , για κατούρημα , για σεξ με πρόθυμη πελάτισσα αν είναι τυχερός!)

Οι δύο οδηγοί αντάλλασαν πληροφορίες σχετικά με τα CB αλλά ο όλος διάλογος ήταν λες και παρακολουθείς βραζιλιάνικο. Χώρια που η συνοδηγός και αίσθημα , έκανε παρεμβολές στα πιο καίρια σημεία. Ο οδηγός προλάβαινε να κλείνει τη φωνή πριν ακουστεί το αίσθημά του να κραυγάζει « πες του του άχρηστου να ανεβάσει τα βολτ στα δώδεκα και να ανοίξει την ψύξη»

Κι έρχεται η στιγμή που ο συνομιλητής της κοιλίτσας του ζητάει βοήθεια για το επόμενο βράδυ. Η κοιλίτσα συμφωνεί με ενθουσιασμό αλλά τον διακόπτει ο συνομιλητής που ταυτόχρονα κάνει μάθημα οδήγησης σε νεαρά ύπαρξη : κάνε μια ομορφιά, βγάλε αλαρμς!

Εντωμεταξύ , το αίσθημα έχει αρχίσει να ξεφυσάει απειλητικά αλλά η κοιλίτσα ούτε που το έχει πάρει χαμπάρι. Εγώ τον λυπάμαι προκαταβολικά αλλά πώς να τον προειδοποιήσω τον έρμο;;;

Αίσθημα: «Εντάξει Γιώργο. Μπράβο Γιώργο. Κανόνισε εσύ και μη με ρωτάς καν αν μπορώ.»
Κοιλίτσα : «…»
Αίσθημα: « Παλεύουμε να πάμε ένα σαββατοκύριακο κάπου Γιώργο και κανονίζεις να πας στο φίλο σου Γιώργο και πάλι κενό θα κάνεις και ποτέ δε βγάζεις λεφτά και δε με νοιάζεσαι που τρώω τις ώρες μου στο ταξί Γιώργο και ούτε καν 2 μέρες δεν είναι άμα το σκεφτείς μια είναι αλλά εσύ που να καταλάβεις Γιώργο.»
Κοιλίτσα : «…»
Αίσθημα: (βγάζοντας και ξαναβγάζοντας το ρημάδι το λαστιχάκι) « Και ποτέ δε με ρωτάς πριν κανονίσεις Γιώργο και ποτέ δεν συζητάμε και πάντα ό,τι θες εσύ γίνεται (καλά εδώ υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες!) και πάμε και στο διάολο τώρα (εδώ μάλλον εννοούσε εμένα και τη διαδρομή που κάναμε) και είσαι άχρηστος. Γιώργο.»
Κοιλίτσα : «…»
Αίσθημα: «Κουράστηκα Γιώργο.»
Δεν το βλέπω να κουράζεται. Σ’ όλη την υπόλοιπη διαδρομή συνεχίστηκε το βραζιλιάνικο με τα ονόματα να επαναλαμβάνονται. Τώρα που το σκέφτομαι και στη Λάμψη ακουγόντουσαν κάτι τέτοιοι διάλογοι (μίλα που να σε πάρει ο διάβολος Μίρνα- Μιλάω Ορέστη-Μιλάς Μίρνα;)

Κατέβηκα τρέχοντας . Για καλή μου τύχη , είχα ακριβώς τα χρήματα γιατί το αίσθημα μπορεί και να έβαζε την κοιλίτσα να με πατήσει μόλις αποβιβαζόμουνα.

Σουρεάλ κύριε C.!

Κάψε την άκρη και θα τρέξει μαύρο μελάνι.
Για να ξεκινήσει.
Έτσι για παρέα.
Τί μ’ έπιασε και τα διάβασα όλα αυτά τώρα;
Θυμάμαι γυμνώνεις τα δόντια σε γκριμάτσα χαμόγελου.
Γεννημένος ηττητής.
Δικό σου κι αυτό λοιπόν.
Για να φτιάξω την εικόνα.
Κιθάρες σε σόλα.
Μπαγιάτικη μπύρα όπως του «μπαμπάκα».
Εκείνου που έλεγε πως αν δεν έχεις στο μυαλό σου το στόχο τον πετυχαίνεις ευκολότερα.
Τί λέγαμε;
Α ναι κι ένα κορμί κοντά δυο μέτρα, κουβαριασμένο στο μωσαικό δίπλα στο ψυγείο.
Δυο χέρια να μην ξέρουν πως να σε αγγίξουν.
Και άλλα δυο μάτια γεμάτα φρίκη.
Τα ‘χα ξεχάσει όλα αυτά.
Πως γίνεται να ζεις με την αρρώστια.
Και να μην εγκαταλείπεις.
Όλη η ιστορία είναι εδώ.
Γι’ αυτό όταν γιατρεύεσαι πια δεν αντέχεις δίπλα σου κανέναν.
Ειδικά αυτόυς που σου σκουπίζαν τον ιδρώτα.
Είσαι όρθιος.
Κι αυτοί μένουν να κοιτούν τα άχρηστα πλέον χέρια τους.
Και δακρύζουν με απορία.
Πώς να το ονομάσω;
Σηκώθηκα σήμερα το πρωί.Φόρεσα καθαρά ρούχα.Άναψα τσιγάρο.Έφτιαξα καφέ.
Τί μ’ έπιασε και τα διάβασα όλα αυτά μετά;

Πάλι την ίδια ιδέα παλεύεις.
Οτι την αναμονή την αντέχεις.
Μια κούραση στα σαγόνια την αγνοείς.
Πάλι τα γραπτά σου σε ξοδεύουν.
Θυμώνεις όχι τόσο αναίτια.
Μα ο δρόμος έχει αριστερή ανοιχτή.
Και τα δέντρα χάνονται από την ταχύτητα.
Η κατάρα του συνοδηγού με τις ασπρισμένες κλειδώσεις.
Εικόνες από κάμερα παρακολούθησης και ξανά μόνος.
Όταν το βράδυ αργά θα περπατάς με τις παντόφλες στα στενά σου θα είσαι συντροφεμένος.
Έτσι είναι μάλλον.
Ένα μικρό, περιττό γρανάζι.
Στην πρώτη απεργία θα ξαναμιλήσεις με τον κόσμο.
Συνεργασία.
Γυναικεία φωνή σιγομουρμουράει στο βάθος.
«Περάστε, ο αριθμός σας εγκρίθηκε».
Κοιτάς τα άδεια σου χέρια.
Ποιός αριθμός;
Μετά θυμάσαι.
Τις εφτά, ψηλά στο μπράτσο.
Και προχωράς.

Γύρω στις δώδεκα παρά , εκείνη την Πέμπτη , η Άννα περπατούσε γρήγορα να προλάβει το τελευταίο τραίνο. Ο σταθμός του Θησείου ήταν πέντε λεπτά μακριά με γρήγορα περπάτημα. Ζόρισε τα γόνατά της να πάνε πιο γρήγορα κι αυτά την υπάκουσαν με λίγα μόνο παράπονα.
Σκεφτόταν πολλά. Πως ήθελε να αλλάξει δουλειά, ήθελε να αλλάξει άντρα, ήθελε να μην είχε κάνει ποτέ παιδί. Από μικρή είχε την ικανότητα να απομονώνει το μυαλό της.. Όταν συγκεντρωνόταν έντονα, έκλεινε τα πάντα απ’ έξω. Το πρόσωπό της γινόταν λείο με μόνο μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. Δεν το ήξερε και δε θα το μάθαινε ποτέ, πως αυτός ήταν ο λόγος που ο άντρας της την παντρεύτηκε. Του φάνηκε ότι μια τόσο ήρεμη γυναίκα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα πάντα- συμπεριλαμβανομένων των κατά καιρούς απιστιών του. Εκείνος πάλι, δε θα μάθαινε ποτέ πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον σκότωσε τον πρώτο χρόνο του γάμου τους. Της φάνηκε ότι δε θα τη στεναχωρούσε ποτέ αρκετά ώστε να χάσει αυτή της την αυτοσυγκέντρωση.
Και τώρα, στα 46 της, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι. Να κλειστεί στο μπάνιο, να απομονωθεί. Στο δικό της μαγικό μέρος. Είχε ησυχία εκεί. Και- ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό της- έναν εραστή. Έναν δικό της άντρα. Μαζί του ζούσε. Ήταν η πιο βαθιά θαμμένη της ονείρωξη . Ήταν μέρος του μυαλού της τόσα χρόνια , που πια δεν ξεχώριζε από τις δικές της σκέψεις. Και με βασανιστήρια όμως , κανείς δε θα της το αποσπούσε.
Κάπου βαθιά σε ένα δωμάτιο του υποσυνειδήτου της έμενε μαζί του. Εκεί δεν ήταν πια μια γυναίκα με δύο μόνο μάσκες καθημερινότητας. Εκεί ήταν ανθρώπινη, απελευθερωνόταν, την καταλάβαινε απόλυτα. Δεν μιλούσαν ποτέ, αγγίζονταν μόνο. Με όλους τους τρόπους. Αυτούς που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα βίωνε στην κανονική ζωή της.
Περπατούσε και ανυπομονούσε. Αραιά της περνούσε από το μυαλό ότι είχε δουλειές στο σπίτι, αλλά το απωθούσε βίαια. Κατέβηκε τα σκαλιά του νέου και βελτιωμένου σταθμού- αυτής αν τη ρωτούσες δεν της άρεσε. Προτιμούσε τον παλιό, που είχε κάτι ιδιαίτερο.

Το ίδιο βράδυ θα έβρισκε το ιδιαίτερο του σταθμού μπροστά της.

Λίγο πριν φτάσει στο τελευταίο παγκάκι της αποβάθρας (εκείνο που διάλεγε πάντα, κάτω από τη στοά), είδε ότι ήταν κατειλημμένο. Ένας άντρας απροσδιορίστου ηλικίας ντυμένος στ’ άσπρα. Τον πλησίασε και χωρίς να κάτσει , στάθηκε με γυρισμένη την πλάτη της.’Eνιωθε κάπως άβολα. Σκέφτηκε να απομακρυνθεί αλλά τα πονεμένα της γόνατα διαμαρτύρονταν πλέον έντονα. Γύρισε να τον κοιτάξει ενοχλημένη και έμεινε εκεί με το στόμα κρεμασμένο.
Ήταν αυτός. Ο Εραστής. Ο συμπαίκτης στους εντονότερους οργασμούς της. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι της κάτω από τη φούστα. Συνήλθε έγκαιρα και το τράβηξε κοιτώντας ένοχα τριγύρω.
“ Είμαι ο Άγγελος. Είσαι έτοιμη έτσι δεν είναι;”
Η φωνή του ήταν σαν ν’ ακούς χαλίκια να κυλάνε.
“Περίεργο” , σκέφτηκε.” Δεν έχω ακούσει ξανά αυτόν τον ήχο.”
“Άαννααα” της είπε με μια δόση χυδαιότητας.
Σταμάτησε να αντιστέκεται. Η φωνή του ήταν υπνωτιστική.
To χέρι της άρχισε να κινείται μόνο του, κάτω από την μαύρη φτηνή φούστα και μέσα στη βαμβακερή κιλότα αγορασμένη σε πανέρι .Η τσάντα της έπεσε κάτω, το στόμα της άνοιξε, σάλια άρχισαν να τρέχουν. Παρωδία βογκητών στο κεφάλι της και συνέχισε να τον κοιτάει με μάτια ορθάνοιχτα , χαζά.
Η τελευταία συνειδητή της σκέψη ήταν ότι θα χάσει το τραίνο. Ενώ εκείνος μιλούσε, μιλούσε χαμηλόφωνα και ασταμάτητα. Βουητό.

Την μάζεψε η αρμόδια υπηρεσία του δήμου δέκα μέρες μετά.Είχε αίματα, ανάμεσα στα πόδια της, από τα ίδια της τα νύχια.

Από τους δρόμους μετά το κέντρο περνάει αργά μια μηχανή. Εκεί μετά την πρεσβεία , κάνει δεξιά στην Κερασούντος και παρκάρει στη γωνία της ‘Εβρου. Ο οδηγός πατάει κάτι υγρά σκουπίδια κατεβαίνοντας και βρίζει χαμηλόφωνα.
Ούτε κι απόψε ήρθε. Εκείνη που περιμενε στο μπαρ. Είχε αρχίσει να πιστεύει πια ,πως την όλη ιστορία την είχε φανταστεί. Πως ποτέ δεν συνέβη πραγματικά , ή ίσως να την είδε στον ύπνο του. Είχε περάσει πάνω από μήνας από την πρώτη και μαζί τελευταία φορά που την είδε. Ήταν πάλι στο ίδιο μπαρ. Ο Αλέξης είχε φύγει νωρίς και έμεινε μόνος του να τελειώσει το ποτό του. Η ξανθιά καθόταν μερικά μέτρα πιο αριστερά και την είχε πιάσει φορές – φορές να τον κοιτάει. Κάθε όμως μία φορά απέστρεφε το βλέμμα της. Του δημιουργούσε περιέργεια. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο αλλά του τραβούσε τη σκέψη. Στο τέλος αποφάσισε να της μιλήσει , χωρίς να ξέρει τι θα της πει. Ίσως απλά να μάθει το όνομά της. Ή ίσως να την ήξερε από κάπου. Το γεγονός ήταν οτι του είχε κολλήσει η ιδέα. Ξεκίνησε να πάει προς τα εκεί , μα μόλις πλησίασε η γυναίκα έφυγε. Χάθηκε ξαφνικά. Στάθηκε για ένα λεπτό εκεί όρθιος, ξαφνιασμένος, μετά νευρίασε με τον εαυτό του που έτρωγε το βράδυ του με μαλακίες και γύρισε στη θέση του να αποτελειώσει το ποτό.
Τις επόμενες μέρες , η εικόνα της γυναίκας ξεπήδαγε στην επιφάνεια του μυαλού του τις πιο άκαιρες στιγμές. Και πιο πολύ το στόμα της. Ήταν περίεργο , μα όταν την πρωτοκοίταξε , δεν συγκράτησε το πρόσωπό της σαν σύνολο , μόνο σκόρπιες λεπτομέρειες. Τα δυο χείλια της όμως του μείνανε. Ήταν κατακόκκινα , πολύ έντονα βαμμένα.
Όποτε πετούσε το μυαλό του λίγο πιο μακριά από ό,τι έκανε εκείνη τη στιγμή , τα χείλια της σκεφτόταν. Εκείνο τον καιρό είχε κόψει το τσιγάρο και τον έτρωγε μια νευρικότητα και μια υπόγεια σύγχυση. Δικαιολογούσε την ασύνδετη ροή του νου του με βάση την στέρηση του τσιγάρου.
Μετά από καμιά βδομάδα άρχισε να τη βλέπει. Στο διάδρομο της εταιρείας λίγο πριν τις τουαλέτες. Στο φανάρι πριν γίνει πράσινο. Στο περίπτερο που αγόραζε μανιωδώς τσίχλες. Σε όλες τις περιπτώσεις τον έπιανε μια ταχυκαρδία , άνοιγε το στόμα του να φωνάξει , να την προλάβει μα πάντα μόλις ανοιγόκλεινε τα μάτια εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Πέρασαν 16 μέρες-τις μέτραγε μία-μία σαν τον φαντάρο πριν την άδεια απολύσεως. Είχε αρχίσει να τρώει τα νύχια του σαν μανιακός. ‘Εχασε κιλά. Τα νεύρα του ήταν φανερά σε όλους που κάνανε τον κόπο να του μιλάνε. Αποφάσισε να ξαναπάει στο μπαρ. Είχε πειστεί οτι κάτι καρμικό συνέβαινε. Αυτή τη γυναίκα έπρεπε να την έχει, ήταν απλό.
Κάθε βράδυ άραζε στη θέση του στο μπαρ , περάσαν μέρες μα εκείνη ποτέ δεν ήρθε. Αισθανόταν την τρέλα του για αυτή να μεγαλώνει με κάθε νύχτα άκαρπη. Την είχε ανάγκη πια. Τη φαντασιωνόταν- εκεί, ήταν πάντα αυτή που τον κυνηγούσε κι όταν την έπαιρνε, πάντα από πίσω , λέρωνε τα κόκκινα χείλη της με το σπέρμα του. Στο μυαλό του ήταν υποταγμένη και τον παρακαλούσε να μην την πονάει. Οι εντάσεις, οτι την έβλεπε και την έχανε συνέχιζαν να τον εξουθενώνουν. Στο τέλος πήρε αναρρωτική από τη δουλειά του και ξόδευε τις νύχτες να την ψάχνει στην άδεια πόλη.
Εμμονή και έξη κακή. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν να τονίσουν την αγωνία του. Άρχισε να πιστεύει οτι κάτι του είχε κάνει , μάγια ίσως- αν και δυσκολευόταν να διατηρήσει ειρμό. Σκέφτηκε να μιλήσει σε κάποιον αλλά πάντα μια μπάρα έπεφτε στο μυαλό του που τον πέταγε έξω από λογική απόφαση. Χιλιάδες φορές έπιασε τον εαυτό του να κάνει την ασυναίσθητη κίνηση να ψαρέψει τσιγάρο από την κωλότσεπη και άλλες τόσες κόντεψε να τρελαθεί.
Εκείνο το βράδυ που πάτησε τα σκουπίδια , περπατούσε πια μισότυφλος. Η απόγνωση και η οργή τον είχαν εξαντλήσει. Έψαχνε αφηρημένα τα κλειδιά της εισόδου της πολυκατοικίας του, όταν είδε ένα ζευγάρι μαύρα γυναικεία παπούτσια στο τελευταίο σκαλί. Σήκωσε το βλέμμα απορημένα και την είδε..να κάθεται και να του χαμογελάει πονηρά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του με δύναμη μα αυτή έμεινε εκεί. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Την πλησίασε μπερδεύοντας το βήμα του , ενώ συνέχιζε να τον κοιτάει κοφτερά. Τα χείλια της ήταν πιο κόκκινα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
«Πες μου τό όνομά σου μόνο» , ψέλλισε.
Η γυναίκα σηκώθηκε. Ξεσκόνισε ήρεμα τη φούστα της.
«Είμαι η Αιμιλία. Κι εσύ μάλλον είσαι έτοιμος για μένα».
«Σε ψάχνω τοσο καιρό..έτοιμος; Πρέπει να μου πεις-«
Τον διέκοψε γιατί ξαφνικά ήρθε πολύ κοντά του. Η μυρωδιά της μπήκε στο κεφάλι του. Βίαια και απότομα.
«Δεν έπρεπε να κόψεις το τσιγάρο όμορφε».
Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Κόλλησε τα χείλια της στο δεξί του μάτι. Η αίσθηση του σάλιου της τον παρέλυσε. Τα χέρια του κρεμάσανε στο πλάι , τα γόνατά του λύγισαν. Όλο του το αίμα συγκεντρώθηκε με ορμή στο μάτι και στον πούτσο του που σηκώθηκε. Η μυρωδιά…
Η γυναίκα τον έσφιξε ακινητοποιώντας το κορμί του. Σαν κούκλα στα χέρια της. Πρώτα έφαγε το δεξί του μάτι. Συνέχισε με τον πούτσο του που εξακολουθούσε να τρέμει όρθιος. Την στιγμή που εκείνος έβγαλε την τελευταία του ανάσα μαζί με αίμα , εκείνη ξεμάκραινε γλείφοντας τα χείλια της. ‘Ηταν πιο κόκκινα από ποτέ..

Ανάβω τσιγαράκι και σκέφτομαι. Τους εθισμούς μου στη σειρά. Αυτούς από τους οποίους αποκόπηκα και αυτούς που εξακολουθώ να λατρεύω. Το εύκολο είναι να πω ότι δεν τους χρειάζομαι και να με πείσω γι’ αυτό. Το δύσκολο είναι να το πιστέψω στ’ αλήθεια. Πώς γίνεται μέσα σ’ ένα λεπτό, σε μια μόνο φράση ν’ αλλάξει η ζωή σου; Μικρά όντα είμαστε και το κακό είναι ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι μεγαλύτερο και ψηλότερο. Ας πούμε ότι σου προσφέρεται η ευκαιρία να ξεχάσεις. Το κάνεις; Εγώ με μια μετέωρη έστω, σιγουριά λέω ότι όχι. Είμαι χαμένη χωρίς αυτά που θυμάμαι. Με καθορίζουν όμως και με ζορίζουν ταυτόχρονα.

Όσο κάθεσαι στην ίδια θέση για ώρες. Κι όσο το μυαλό σου επιμένει να γλιστράει κάτω. Εκείνη τη μοιραία στιγμή , λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος. Και καμιά παρηγοριά δεν πιάνει. Όταν το περιμένεις λιγότερο , όταν ακούς τα γέλια στο ξεστόμισα της λέξης «σκοπεύω». Όταν αναγκάζεσαι να εφεύρεις σε μια στιγμή την ιδανική αιτία. Όταν λες ότι δεν πειράζει, την επόμενη φορά. Για κάθε διαπιστωμένη αποτυχία. Για τις φανταστικές φωνές και τους εικονικούς διαλόγους που στήνεις.

Να για όλα αυτά δεν μπορώ να σου μιλήσω. Κι όσο κι αν ανυπομονώ , δε θα ‘ρθω να σε βρω.Μην ψάξεις καν.

Την ανάσα του σκυλιού την νιώθω πλάι μου. Ένας ρετρό πίνακας με τρομάζει προς στιγμήν αλλά το αντέχω να το κοιτάω στα μάτια. Είμαι καλά. Αλήθεια λέω. Δεν υπάρχει λόγος για δράμα. Θέλω να το λύσω , να το κόψω , να το σπάσω. Εκείνο το κουτί που είπες ότι κρατάς. Στο μυαλό σου μια επέμβαση καθοριστική. Δε σου ζήτησα να με σώσεις. Ούτε καν να με πάρεις αγκαλιά. Και αυτό το παραλήρημα πρέπει να πάρει τέλος.
Δεν υπάρχει πια ψυχή.
Όχι – όχι δε γίνεται.Κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να σώσω εμένα. Τα εργαλεία έχουν ξεχαστεί στην παλιά τσάντα και τούτο το ταξιδάκι θα γίνει κάποτε με άλλους συνεπιβάτες.

Ή ίσως τα πράγματα να είναι πιο απλά και να μην το έχω συλλάβει εγώ.

Μπορώ μόνο να σε πάρω μαζί για καθημερινές βόλτες.Μιζέρια του κορμιού και σκουριά.Τα πιο σύνθετα θα τα δούμε μετά.

Πώς θα ταυτιστείς με όλα αυτά;Ποιά διαδρομή σου θα ταιριάξει με τη δική μου;

Γι’αυτό σου λέω.
Άσε με εδώ που είναι ήσυχα.

Επόμενη σελίδα: »