Οκτώβριος 2008


Η Τζένη απόψε τραγουδάει στους πειρατές της. Ξάφνου σηκώνεται και πετάει την καπνισμένη γόπα στους αφρούς πάντα πίσω από το μαύρο καράβι. Αργοσέρνει τα ψηλοτάκουνα και τον καρώ ποδόγυρο, με ελαφρά γερμένο το κεφάλι.

Είσαι γυναίκα,

λέει,

εκ γενετής φτιαγμένη να περιμένεις το μεγάλο. Πάντα με βαμβάκι στην χάντρινη ταλαιπωρημένη τσάντα μην τυχόν και ανοίξει η μύτη του παιδιού.

Η Τζένη των πειρατών αέρινα τυλιγμένη, ολόγιομα καμμένη, κακώς ψαλιδισμένα στις άκρες φιγούρα κοριτσίστικου περιοδικού.

{Πως γίνεται πάντα προχείρως η μετάφ(ρ)φαση}

Η Τζένη έχει σγουρά μαλλιά, βραχνή καπνισμένη φωνή και πολλά λιμάνια στο μυαλό της. Ανάμεσα στα πόδια της έχει αιματώματα-σημάδια χαμένων βραδιών. Και στις άκρες των δαχτύλων της σκλήθρες από ένα μαύρο πιάνο.

Και γελάει, πως γελάει στον μικρό ήχο της ανάσας τους.

Εκείνοι, οι κύριοι του καραβιού πως θαρρούν κάθε φορά πως την έχουν χαράξει στο ξύλο του στήθους τους.

Μεθυσμένη Τζένη- Μεθυσμένη Τζένη.

Σώσε μόνο τους ποιητές που σου τάξανε αθανασία και τους άλλους.

Τάισέ τους στους πειρατές σου.

Εκείνους που ζωγραφίζουν την φύση σου κι ύστερα σωπαίνουν στο τραγούδι το ψευδό σου.

Και θ’ ακούσετε ν’ αποφασίζω: όλοι

Άνθρωποι γυρνάν, μεγαλώνουν, ξενυχτάνε γύρω στους πεζοδρόμους της Πανόρμου, βρίσκονται μετά από χρόνια κι είναι Οκτώβρης, σωρεύουν τις υποχρεώσεις, τι γερασμένη λέξη σχεδόν την ακούς να αγκομαχεί κάθε που σηκώνεται απ’ τον καναπέ σαν τους ασθενείς αναμένοντες τον ιατρό με τα γόνατα κλειδωμένα κι είναι Οκτώβρης, ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν έδιναν τόσο ελάχιστα χάδια στην τέχνη της ακοής, απλώς περιμένουν να ακούσουν αυτό που σκέφτονται και η βουή στο μυαλό τους θεριεύει στο οτιδήποτε διαφορετικό κι είναι Οκτώβρης και πως παρήλθε η εποχή των σταφυλιών της Γώγου με τη γόπα να καπνίζει την απόγνωση, οι δρόμοι παραμένουν στητοί, έτοιμοι να λασπωθούν στην βροχή, δυστοκεί ο καιρός κι είναι Οκτώβρης και πότε είναι που θα χαθούμε μες στο αφράτο κόκκινο-

 

          και η ξύλινη μπάρα αχνίζει στην αναμονή όπως λαγόνες σε επερχόμενη αφή