Μαρτίου 2008


Οι απολήξεις της μικρής χάρτινης κούκλας με τις κλωστές για μαλλιά. Που διάβηκε χιλιόμετρα μέσα σε τσέπες βρώμικων τζιν αγορασμένων στο επίπλαστο καθαρό Μοναστηράκι. Κάπνισε τσιγάρα σε υπαίθριες συναυλίες καλοκαίρι και οι νύχτες κολλούσαν ιδρώτα και φτηνό άρωμα από τον Χόντο, σίγουρα πως ήταν δώρο επετείου, τότε που οι επέτειοι των μηνών μετρούσαν σαν ζωές. Έπλυνε τα χέρια της άπειρες φορές σε τουαλέτες υπόγειες κοινές, στα μπαρ που μετά τις 2 όλα φαινόντουσαν ίδια, γνώριμα κι οι μουσικές είχαν πάντα τις κιθάρες των Purple. Έδωσε φιλιά με βιαστικές ανάσες σε σκάλες εισόδου, εξόδου και κινδύνου μαζί. Και πόνεσε με τον ήχο λέξεων που καθορίζαν χρόνο. Η μικρή χάρτινη κούκλα με τις κλωστές για μαλλιά τα άδειασε όλα. Τσέπες, τσιγάρα, αρώματα, χέρια, κιθάρες.Οι απολήξεις της συντονίστηκαν στον παλμό.

Σου.

Μη ρωτάς τι κοιμάται κάτω απ΄ το λεπτό της δέρμα.

Άκου.

Οι σπασμοί της- μπάσο πάνω στη ντραμς.

Σου.

Advertisements

                                             dscn2088.jpg

(Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου άμα τον είχα ταξιδέψει)

  εδώ στις σκοτεινιές κάτω απ΄ τις μπάρες που κρεμούν και κρεμιούνται. Στις λάμψεις ενός ήλιου Κυριακάτικου κάτω απ΄ τις τέντες υπαίθριων καφέ που ξεχνούν και ξεχνιούνται. Έχω ένα κορμί γεμάτο καπνό και χαρακιές κρυμμένες κάτω από μπάρες και τέντες. Τα χέρια των καιρών του κοιμήθηκαν σαν το Κοράκι του Πόε να φύσηξε πάνω τους αστερόσκονη συμπαντικών διαδρομών και διαδρόμων. Και τώρα τεντώνει τα φτερά του πάνω από τα μαλλιά μου.Κρυώνω τούτες τις μέρες, ρίγη διώχνουν τα φτερά του Κορακιού, μια ολόκληρη σελήνη θυμίζει τους καιρούς και φέρνει την άνθηση αισθήσεων και αισθητικών.Οι σκοτεινές φωνές, τα δάχτυλά σου και η σιωπηρή ανάγκη.Φτιάχνουν ένα μαύρο μπλουζ με κοφτές, δυνατές συγχορδίες. 

(Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου άμα τον είχα ταξιδέψει)  

                   dscn3063.jpg

Είναι που κάποτε τα αποτυπώματα έξω απ΄ τα τζάμια παίρνουν πρόσωπα. Θαρρείς πως παίρνουν ζωές. Και τις μετράς ιδρωμένα, μία, δύο, πέντε όσες αντέχεις να χάνεις. Τα μάτια σου σταθερά εστιασμένα στο σκοτάδι πίσω απ’ τα τζάμια, στα πρόσωπα μέσα κι έξω απ’ αυτά. Και στις ζωές. Που τις σέρνεις σαν κονσερβοκούτια στην εξάτμιση. Μία, δύο, πέντε. Ήξερες. Την ομορφιά του εμ. την απώλεια του εγ. την σύμβαση του εμ. την την σύγχυση του εγ. Ο καπνός σου καίει πικρά τον πρώτο κόμπο του δείκτη. Τα μάτια καρφωτά στις ζωές μέσα, πάνω κι έξω απ΄ το τζάμι, ο πιο βαθύς σου φόβος σε κοιτάει αυτό-κριτικά. Εσύ έφτιαξες αυτό το βάθος, εσύ είσαι το πρόσωπο στο τζάμι. Κι αυτό το πρόσωπο, αχνές δαχτυλιές. Στο τζάμι.

the ship song

dscn3376.jpgred.jpgred.jpggreen.jpggreen.jpgblue.jpgblue.jpgdscn3376.jpgdscn3376.jpg

Η ευφορία, η της γιορτής ορμώμενη ο διονυσιασμός εκ των υγρών παραγώγων συντηρούμενος και τα χρώματα εκ του βάθους γενόμενα. Κι εσύ, αχ κι εσύ, μια φωνή και κάτι λόγια Να τινάζουν τους διακόπτες, κάτω οι ασφάλειες, κλείνουν τα ρεύματα κι απόμεινα δυο χείλια βαμμένα με χρυσαφί σκιά να εκπνέουν ευ-φωσφωρικώς και αδιαλείπτως, γιορτάζω, τον ζωγραφισμένο Πάνα και τις φωνές του τσούρμου των Δαναίδων, 50 εκτός μιας κι η μια ετούτη ολόκληρη εγώ. Σε/με κλείνω από παντού, με παλάμες, δάχτυλα κι ανάσες και τα τραίνα μπορούν να αναχωρούν ανενόχλητα πια.