Μαΐου 2007


Και με ρωτάς γιατί δεν ξεκαθαρίζει τις παρορμήσεις. Τι να σου πω; Τα έβλεπα πάντα τόσο καθαρά όλα; Ξέρω μόνο πως θα έπρεπε να είναι απλό. Περπατάς μόνος σου και κάποτε βρίσκεται ένα χέρι να σου απλωθεί, να σου πει πως το φοβάται τούτα τα στενά και θα ήθελε να το συντροφέψεις. Και καλείσαι να πεις. Ή ακόμα καλύτερα να κάνεις. Τόσο απλό, λέμε.
Δεν θέλω να πω κάτι παραπάνω. Αρκεί αυτό. Άραξε τώρα. Άναψε τσιγάρο και κάτσε να σου δείξω. Τα καινούρια μου παπούτσια με τα δεμένα λουριά ψηλά στη γάμπα. Την καινούρια μου διάθεση με τις αμολυτές χειρονομίες. Αμολυτές ή αμόλυντες; Δεν τις περιορίζω, ποτέ δεν το θέλησα έτσι κι αλλιώς. Μια γιορτή να κάνουμε, ένα πάρτυ από κείνα που όλη την ώρα χορεύαμε. Ένα γλέντι ρε άνθρωπε. Να γιορτάσουμε τον καλόκαιρο. Και απόψε ξεκινά να γιορτάζει η πόλη. Στους Αέρηδες με τον Μιχάλη Δ. και την Τάνια. Στο Γκάζι για το φεστιβάλ της τζαζ. Τα μεσημέρια που απλώνεται ο ήλιος στο Αερόστατο. Εκεί θα σε πάρω μαζί καμιά φορά αν θες. Το τσίπουρο δικό μας, εξαιρετικό, έρχεται από τον Όλυμπο, με τριπλή απόσταξη έτσι που να φτάνει τους 42 βαθμούς που σου ‘λεγα. Και να σου απογειώνει το μυαλό όμορφα, γλυκά, χωρίς να νιώθεις κάψιμο, παρά μόνο να ερωτεύεσαι τον συνομιλητή σου. Και τα λόγια, τα λόγια, αχ τα λόγια.
Σου ‘γραψα πως δεν θέλω να την κάνεις την υπέρβαση. Ακριβώς γιατί την νιώθεις έτσι. Δεν είναι υπέρβαση ρε, απλό περπάτημα είναι. Βάζεις τα πόδια σου εμπρός, το ένα μετά το άλλο και εκτελείς. Χορευτικές φιγούρες απλών ανθρώπων. Τι άλλο να σου πω; Πως κάποιοι γεννηθήκαν ακροβάτες και ακόμα το πιστεύουν; Δεν θα στο πω. Γιατί θα ‘πρεπε να ακούς.
Και δεν έχω χρόνο μάτια μου. Τώρα μόλις κλείσουμε θα βάλω τη Λεονάρδου να μου το τραγουδήσει. Και μετά θα της ζητήσω εκείνο που λέει για την ατζέντα σου που θα μουσκεύει στο νερό και το άλλο, του Νικόλα που λέει πως κανένα δεν θα αφήσω εμένα να κερνάει.
Απόψε λοιπόν. Απόψε θα γίνει ένα τραγούδι. Στους Αέρηδες. Πάσης φύσεως ανέμους σαν κι αυτούς που ακούω στο κεφάλι μου και μου αλλάζουν τις εποχές σαν τα χαρτάκια που τελειώνουν και δεν κολλάνε άλλα στην ίδια τσέπη του καπνού.
Θα τον βρω τον τρόπο.
Ρε.

Φιλί;

Advertisements

Δεν κοιμάμαι. Κουράζομαι. Κολλάει ο χρόνος πάνω στα χέρια μου και δεν ξεπλένεται με τίποτα. Θα ήθελα μόνο να ακούω τον Cave να τραγουδάει πως and anyway I told the truth. Εν αντιθέσει το ραδιόφωνο επιμένει στα ίδια καινούρια- παλιά. Μα είναι τόσο παλιά αυτή η ιστορία που πλέον δεν ξεχωρίζεις τα μέτρα του μύθου. Δίνω ένα τέλος. Για σένα γιατί εγώ το έζησα ήδη. Οι καταραμένες κιθάρες των Zeppelin ουρλιάζουν παρέα πως babe,babe,babe,babe I’m gonna leave you. Τι να βάλω τώρα; Τι να πηγαίνει με την καινούρια μου κατηφόρα; Λίγη Τσανακλίδου να ψιθυρίζει στην αρχή και να κραυγάζει λίγο μετά κάτι για ένα μαύρο καράβι. Και μετά ίσως η φωνή της Nina να εξηγεί πόσο άγριος είναι τούτος ο άνεμος. Οι Division με τον Curtis λίγο πριν χτυπηθεί από άλλη μια κρίση ηλεκτρονικά χαράζουν αυτό που λέει πως when routine bites hard. O Μάλαμας να διατάζει πιες, την υγρασία που στάζουν οι οροφές, την πίκρα που ΄χω μες στο στόμα πιες. Η Joplin ουρλιάζει cry και ο Cobain my girl , my girl don’t lie to me. Ο Άσιμος να συνοδεύει διακριτικά την κύρια φωνή, μόνος στο βάθος του στούντιο και δε μου καίγεται καρφί αν εσύ περνάς και δεν μου ξαναμιλάς. Και ο Θανάσης που στις χαραυγές ξεχνιέται. Δεν ξέρω να σου πω τι φταίει ρε φίλε, αλήθεια. Έλεγα πως είναι ο καιρός, πως είναι το φεγγάρι ,πως είναι ο ακίνητος αέρας. Μα στο τέλος το ίδιο μένει, το ίδιο κάνει, δεν αλλάζει το βαρύ το φως της μέρας. Και πριν παρασυρθώ κι αρχίσω πάλι να σου σκαρώνω στιχάκια σαν κι αυτό σου λέω, έλα ρε φίλε. Έλα να φορτώσουμε την σκηνή στ’ αμάξι και να φύγουμε. Κι άσε την Χαρούλα από τα παλιά, από τότε που ακόμα την ήθελα, να λέει πως γύρισες μετά να δεις τι μένει κι είπες πως σε γέλασα. Μόνο τον Bowie κράτα κι εκείνο το this is ground control.

για το χατήρι σου, ορίστε και η λίστα χεχεχ..
Mercy Seat, Nick Cave
Babe, I’m gonna leave you, Led Zeppelin
Η Τζένη των πειρατών, Τάνια Τσανακλίδου
Wild is the wind, Nina Simone
Love will tear us apart, Joy Division
Πιες, Σωκράτης Μάλαμας
Cry baby, Janis Joplin
Where did you sleep last night, Nirvana
Παπάκι, Νικόλας Άσιμος
Στις χαραυγές ξεχνιέμαι, Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μ’ άφησες σαν πόλη, Χαρούλα Αλεξίου
Space oddity, David Bowie

Εν μέσω φωσφοριζόντων υφασμάτων. Σκουπίζοντας στα τελειώματά του τα υγρά σου. Να τα φυλακίσει, να μπορεί να δει μετά από χρόνια πως θα μοιάζαν τα αγέννητα παιδιά σου. Σκοτεινιασμένος κι άυλος τραγουδούσε ο Παναγόπουλος μέσα από έναν βρώμικο ενισχυτή και σου ‘πα πως τώρα ναι, είμαι έτοιμη. Τις πιάνεις τις ελαφριές απολήξεις; Μονός αριθμός τους σε σημαδεύει. Τώρα, χρόνια και μήνες και εποχές μετά τρίβω τα δάχτυλά μου σε δανεικά στομάχια. Άλλα στολισμένα, άλλα γυμνά. Έχω φύλλα χαρτιού. Δεν διακρίνω τι γράφω στο εσωτερικό τους. Μα ξέρω πως για μένα είναι όλα, για μένα. Πως τραγουδάγανε τα Κρίνα; Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα; Ε αυτό θυμάμαι και χαράζω στο κέντρο. Ανυπομονούσα να σημαδευτώ μα το καλοκαίρι αργεί και με αφήνει εκκρεμή. Στα χέρια σου δεν θα ξανακοιμηθώ. Γιατί θέλω νωρίτερα να παραλύουν από στέρηση.
Ανοιχτό παράθυρο και πως θέλω να μιλήσω σήμερα.. να λέω για ώρες ρε φίλε, για ώρες.. ιστορίες, άγριες και βαμμένες. Να κρυώνεις σαν τις ακούς και να θες να πιαστείς από ρόδες, να σε πάρουν μαζί, να σε λιώνουν αλλά να μη σε νοιάζει αρκεί που φεύγεις, που δεν βλέπεις τον ίδιο γκρι αέρα, που δεν ακούς παρά μόνο φωνές και γέλια και κοφτές εκπνοές. Έχω μέσα μου λέξεις με αίμα στολίδι και ένα μικρό ζωντανό οργανισμό με δάκρυα που τρέφεται.
Βρεγμένα εσώρουχα ρε, ξέρεις τι σημαίνει αυτό ή το ξέχασες μαζί με όλες σου τις αφές;

Σήμερα έκλεισα όλες μου τις οργές σε ένα κόκκινο νεύμα.
Σήμερα άφησα αδιευθέτητες τις εκκρεμότητες των άλλων.
Σήμερα φωτοτύπησα ένα χαμόγελο με μια στάλα οξύ στις άκρες.
Σήμερα αρχειοθέτησα ονειρώξεις μηνών.
Σήμερα υπέγραψα μια στοίβα γραμμένων γλεντιών.
Σήμερα ανέβηκα τις σκάλες τις μεταξύ των πτώσεων-ορόφων.
Σήμερα έψαξα όλες τις βιβλιοθήκες των υποσχέσεων ηδονής.
Σήμερα σε μέτρησα με 17 δάχτυλα και σε βρήκα λειψό.

Σήμερα έβαλα πολύχρωμο φουστάνι. Σε περίπτωση που με πετύχουν τίποτα χρωμοσφαιρίδια του κυρίου Υπουργού μην τρομάξει η μάνα μου πως με πετύχαν σε ζωτικά όργανα.

Των ισαποστόλων η καταμέτρηση
Των εκκρεμοτήτων η διευθέτηση
Των κατανύξεων η όνειδος
Των παρορμήσεων ο οδυρμός

Των χεριών η ξηρασία
Των ποδιών ακινησία
Του μυαλού ανισορροπία
Στων ματιών την υγρασία

Τετράγωνο του ακαλύπτου φως
Μηχανές και ρόδες του θορύβου
Υποστηρικτικά
Να λειτουργήσουν
Θανάτους μικρούς, καθημερινούς
Να ξορκίσουν

Εξάρτηση απ΄ τη μυρωδιά,
την σκοτεινιά σου
Να αναπνέω μόνο,
για του χορού το έμπα σου.

Αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο
θα σου ‘φτιαχνα μια πίστα από φώσφορο
με δώδεκα διαδρόμους
δώδεκα τρόμους
με βύσματα κι εντάσεις φορητές
με πείσματα κι αεροπειρατές
αν ήτανε η αγκαλιά σου όαση
θα σου ‘φερνα δισκάκια για ακρόαση

Πως μπορείς να βάλεις σε καταστολή την ανάσα; Πως μπορείς να κάνεις χειρουργείο στα μέσα σου έτσι που να μη χαμογελάς πια γιατί τεντώνουν όλα και σε πονάνε; Δεν ξέρω ρε φίλε πως το κάνεις αυτό. Αποξεχάστηκα να μετράω γουλιές και ανάσες μεταξύ τραγουδιών. Τις Πέμπτες πως μ’ αρέσει να βγαίνω ρε συ.. είναι αλλιώτικος ο κόσμος. Στην πλατεία χτες βράδυ μύριζε όμορφα και σε θυμήθηκα που με ξημέρωσες έναν Αύγουστο και σαν έχανα εστίαση με αγκάλιαζες. Νιώθεις καλά έτσι, μου ‘λεγες. Μα δεν κοιμηθήκαμε ποτέ μαζί κι αυτό είναι που με κάνει να σε θυμάμαι ακόμα πιο τρυφερά. Το αριστερό σου μάτι επιμένει να βγάζει υγρά. Και τις νύχτες σαν σε ζυγώνεις με ένα χέρι ανυπόμονο, το νιώθεις να βουτάει στην υγρασία σου. Δεν έρχεται η ξεκούραση αλλά μη μου σκιάζεσαι. Κάτι λόγια σου καμώνω μα σαν το μετανοιώνω ένα ντο ξέμπαρκο χτυπάω και σιγανά στο τραγουδάω. Και τώρα που δεν είσαι εδώ ποιόν τάχα να φιλήσω σου μήνυσα.Πιάνο ακούρδιστο και η ίδια πάντα ερώτηση. Κέρνα με ένα ακόμα και θα σου πω μια ιστορία. Πως όλοι είμαστε ανατριχιαστικά όμοιοι. Και μόνο τα σκονισμένα μπουκάλια στο φόντο της μπάρας μαρτυρούν πως έρχεται ζέστη και το μαγαζί θα κλείσει.
Τώρα ξέρω πως κοιμάσαι. Ονειρεύεσαι τα υλικά κατασκευής. Μα μια μέρα θα σηκωθείς, θα γδυθείς, θα βγεις στο δρόμο,
να σε σημαδέψουν οι ρόδες του πρώτου επιβατικού.

Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι
απ΄τ΄άσπρο σου το χιόνι

δίχως σεντόνι
στα νύχια του κακού τη νύχτα αυτή
κι ο θάνατος λυπάται να κρυφτεί

Τις Πέμπτες ο Αλέξανδρος και ο Ηλίας παίζουν τα τραγούδια τους στο Κλάξον, στην Βαλτετσίου.

Αλλάζει ο αέρας μα ξεγελάστηκα και έβαλα τιράντα και κρύωνα λίγο σαν ξημέρωνε. Λαχτάρησα κάτι σαν κουβέρτα ριγμένη ανάλαφρα στους ώμους- όχι μην βιάζεσαι να με τυλίξεις με χέρια δεμένα με γάζες. Θα ήθελα να στα στολίσω με ζωγραφιές και τι πειράζει που είναι σαν να τις μπογιάτισε παιδί του νηπιαγωγείου. Μετά θα σου ψιθυρίσω πως άλλαξε πάλι ο αέρας και πως τίποτα πάνω μου δεν είναι ίδιο, το κορμί μου με προδίδει με κάτι κρανιακούς κύκλους και πως πάλι θα καπνίσω παραπάνω.
Μαύρα και σήμερα μα με τίποτα δεν μαυρίζουν τα πόδια μου ρε μάνα κι άμα έρχεσαι να με χαϊδέψεις μου κάνει τόσο ξένο και δεν μπορώ να μη τραβηχτώ μα το ξέρω πως δεν έχεις άλλον σαν κι εμένα. Την κατάκλιση που σε βασάνισε για μήνες και τα μαλλιά σου που γινόντουσαν όλο και πιο όμορφα, σκούρα καστανά. Τώρα σε κοιτάω πόσο έχει αλλάξει και το δικό σου κορμί πια, τα ρούχα που πάντα μοιραζόμασταν τώρα δεν μου κάνουν.
Σαν ήμουνα μικρή απορούσες πως γίνεται να σιχαίνομαι τους χαρταετούς, τι παράξενο παιδί είναι αυτό και τώρα γιατί γυρνάει στα ίδια μέρη συνέχεια τώρα που μεγάλωσε θα έπρεπε να πηγαίνει αλλού.
Πρέπει κανείς να προσέχει τι λέει στα παιδιά. Τα δικά μου παραμύθια δεν είναι για τα δικά τους ταξιδιάρικα αυτιά μια φορά με ρώτησε ένα κοριτσάκι τι είναι αυτό το πολύχρωμο πράγμα στον ουρανό και του είπα αφηρημένη ουράνιο τόξο, μικρό. Με κοίταξε με συνεχόμενη απορία και τότε γονάτισα το αγκάλιασα από τη μέση του έδειξα μακριά τα δάχτυλα μου ήταν λερωμένα με καπνό και του είπα πως στην άκρη του χρώματος αυτού είναι όλα αλλιώς. Μαγεμένο, μου είπε πως δηλαδή θα είναι εκεί και ο μπαμπάς τους που δεν γύρισε ποτέ από κείνο το ταξίδι; Και του ‘πα πως όχι μικρό, αλλά είναι όλα απαλά και μαλακά εκεί. Έφυγε να ψάξει για την άκρη του ουράνιου τόξου, ώρες την έψαχνα μετά δεν με πίστεψε πως δεν ήταν εκεί ο μπαμπάς της. Την βρήκα μέσα σε ένα χωράφι με τα γόνατα λερωμένα. Δεν έκλαιγε αλλά ήταν κουρασμένη. Μα πόσο μακριά είναι αυτή η άκρη πια με ρώτησε. Πολύ μωρέ, της είπα, πολύ. Την γύρισα στη μάνα της να της πει πιο ρεαλιστικά παραμύθια. Από αυτά που δεν σε κάνουν να τρέχεις με τα γόνατα λερωμένα.

μουσική υπόκρουση Queremos paz των Gotan Project κυρίως για αυτό το una vida mejor..

Επόμενη σελίδα: »