Από το μπαλκόνι βλέπω χωμάτινους δρόμους, παρατημένα ελαστικά που εφάρμοσαν σε πόδια γρατζουνισμένα, γκρεμισμένες αποθήκες σηματοδότες οργασμών που στοιχειώσαν και τον παλιό εθνικό δρόμο. Αυτόν που μάθαν να σκίζουν φορτηγά με γυμνά ολογράμματα γυναικών στο προσκέφαλο των οδηγών. Και στο βάθος ουρανός και Θερμαικός πνίγονται συναμετάξυ τους. Ξέρω πως έχω κάνει καιρό. Και δρόμο έκανα μα αλήθεια σου λέω μόνο απ’ τους σωρούς των καπνισμένων στα πόδια μου μπορώ να τον μετρήσω. Μπερδεύω δωμάτια ξενοδοχείων, πλατείες πόλεων. Και τελεύει; Μπορεί. Μα μπορεί και να ‘χει τόσο χρόνο μπροστά του που να ξεγελιέται πως θα ζήσει για πάντα. Ετούτη τη φορά ο  αέρας αγρίεψε, οι βροχές δυνάμωσαν κι η πόλη σου τραγουδάει στην παραπάνω οκτάβα.

Και κάτω απ’ το μπαλκόνι οι δρόμοι νοτίζονται, ο κόλπος σκουραίνει  κι εγώ μπλέκω αφηρημένα τις άκρες των μαλλιών μου πως ξανοίξαν πάλι προς το φούξια, εγώ τις ήθελα σαν τον Θερμαικό αυτές τις ώρες. Σκούρες μωβ.