Ιουνίου 2008


Τα Κορίτσια που δεν καλόμαθαν πώς να βάφουν το στόμα με τις οδηγίες χρήσης, ολόκληρες Σούζι να στροβιλίζονται στην πίστα με το παλλόμενο φως, σαν ήταν μικρές διαβάζαν μόνο τις πίσω σελίδες ωροσκοπίου και γυρνούσαν μια τούφα στα δάχτυλα, σαν ήταν μεγάλες πιάσαν δουλειά στις συνοικιακές καφετέριες, βίντεο κλαμπ και ψησταριές, ή στους πάγκους και στα ταμεία κρεοπωλείων/ Μετά τελείωσε το βάσανο, το σχολείο που βαριόντουσαν τόσο τις ώρες του μεσημεριού, μαθαίναν πώς να ξανθαίνουν τα μαλλιά και να μακραίνουν τα νύχια, παντρευτήκαν γρήγορα το γιο του ιδιοκτήτη, τον οδηγό της μηχανής, τον γκόμενο του σχολείου που ποτέ δεν έμαθε να μετράει, ξέρει όμως πώς να κάνει παιδιά/ Στα κορίτσια αυτά, τα λαϊκά αρέσουν και ο καφές είναι η διασκέδαση, σαν κάθονται στις πάνινες πολυθρόνες με τα καροτσάκια των κοιμισμένων μωρών τους πλάι ακόμα ξανθαίνουν τα μαλλιά και καπνίζουν σφιγμένα Μάλμπορο Λάιτς αποκλειστικά, κουβεντιάζουν για το καινούριο μαγιό που θα αγοράσουν ή πόσο πονάει η μέση στις ώρες της ορθοστασίας στο σούπερ μάρκετ ή πως γιατρεύονται οι θηλές/ Και μένουν κάτι ώρες να κοιτάνε αφηρημένα το χρόνο που πέρασε τόσο απλά και τα ξημερώματα που ξυπνάν από ένα θόρυβο σαν κάτι να ταξίδεψε με το μυαλό τους αλλά όχι, είναι μόνο ο γιος του ιδιοκτήτη, ο οδηγός της μηχανής, ο γκόμενος του σχολείου που ποτέ δεν έμαθε να μετράει αλλά ξυπνάει νύχτα ακόμα για να πάει στη δουλειά, ιδρωμένος ξυπνάει κι ιδρωμένος γυρνάει και τα κορίτσια θα τον περιμένουν με την τσίχλα να περιστρέφεται στο στόμα όπως κάποτε περιστρεφόταν το παλλόμενο φως πάνω απ΄ την πίστα και το δάχτυλο γύρω από μαλλιά, Σούζι μπες στην πίστα σαν άγριο παγόνι/

Να ανοίξεις τα περιθώρια της εντύπωσης λοιπόν.

Έτσι ώστε να πνιγείς στο χρώμα.

Τα μικρά πλάσματα που εδρεύουν στα πιο άγρια σκοτάδια.

Τα στερεώνουν.

Να μεγαλώσεις τα όρια της αντανάκλασης.

Έτσι ώστε να γευτείς το χρώμα.

Τα μικρά πλάσματα έχουν φωτεινές σκιές.

Τις εδραιώνουν.

Να βουτήξεις τους χρωστήρες σου μέσα στο ακέραιο, στο συμπαγές και στο διάφανο, δεν είδες ακόμα τις παλάμες μου πως τρέχουν;

Έτσι χτίζονται για να γκρεμιστούν μετά οι έρημες ανάσες, με τα μπλε ανεστραμμένα χρώματα της λαχτάρας να στάζουν ως τα πόδια των περαστικών. Συντροφεμένα από επίθετα και χαρακτηρισμούς τα δάχτυλα παλεύουν να στρίψουν στη γωνία πριν τελειώσει το τζάμι και κατηφορίσουν αυτοκτονικά στο γκρι πλακάκι. Γνώριμες οι τούφες στο μαξιλάρι που παγώνει. Μα ακόμα πιο γνώριμοι οι θύσανοι της ανάγκης που στροβιλίζονται στο μωβ. Και καμιά φορά μέσα σ’ αυτά τα καλοκαιριάτικα βράδια κάνει ένα κρύο, ένα κρύο.. τόσο που ζυγίζει το ίδιο πια, το ίδιο όπως πάντοτε. Καλοακονισμένη η νεύρωση γυαλίζει χαμόγελα, ήρθα σου ψιθυρίζει με γνήσια λαγνεία και σου τοποθετεί τα στομωμένα εργαλεία στο χέρι. Εκείνο με τα δάχτυλα που κατηφόρισαν. Μάλλον είναι που δεν έπιασαν ποτέ τα αστεία για κείνα τα σημάδια ψηλά στο μπράτσο. Πιάστηκε στο φράχτη ρε και γρατζουνίστηκε, θες τίποτα;