Μαρτίου 2007


Ναι συμφωνώ κάποιες μέρες δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο από το να γράφεις στο μυαλό σου. Και κάποιες νύχτες ακόμα. Δεν έχεις τα εργαλεία μόνο αρχίζεις να σιγομουρμουράς σκόρπιες κουβέντες. Σπάνια με ακούς όταν αρχίζω να μιλάω. Θαρρείς πως δεν είναι για τα αυτιά σου τα πιο εσωτερικά μου λόγια. Ήξερα κάποτε έναν άνθρωπο που πέρασε μήνες κλεισμένος μέσα στην άθλια τρύπα του. Που έλιωνε αλκοόλ στο μυαλό του για να μπορέσει να γράψει. Που όταν δεν του βγαίνανε πια λόγια σε χαρτιά έκοβε τον εαυτό του για να κάνει πραγματεία πάνω στο αίμα και τις συνέπειές του. Και αυτός ο άνθρωπος με σκιάζει ακόμα. Και τον θυμάμαι ακόμα.
Μια σκιά είναι όλα ρε. Μια αχνή γκρίζα σκιά, στο τέλος της. Κι εσύ τώρα μου λες πως σώζεται πια, πως με λίγη βοήθεια από τους ειδικούς θα σταματήσει όλο αυτό και θα είναι όλα εντάξει. Ξέρεις δεν θα είναι. Γιατί αν κάνεις πως πιάνεις αυτή την σκιά θα ‘ρθει και θα σ’ αγγίξει εκείνη πριν προλάβεις να τραβηχτείς. Και όπως συμβαίνει συνήθως θα εγκυμονήσεις τότε. Το μη έγκαιρο τράβηγμα συνήθως αυτό το αποτέλεσμα έχει. Και θα φέρεις στο φως, δίπλα σου, μισό μέσα, μισό έξω σου το πιο απροσδιόριστο παιδί του κόσμου. Και αυτό το παιδί δεν φεύγει από κοντά σου πια. Μένει σκαλισμένο στο δέρμα σου, δίπλα στις χαρακιές του χρόνου.
Οπότε πες μου, μπορείς; Αντέχεις να μην αγγίξεις την σκιά;

Σήμερα, την ώρα που θα αγγίζουν εσωτερικά το λαιμό σου οι πρώτες σταγόνες της φωτιάς να με θυμηθείς. Όπως σε κοιτούσα την ώρα που τέλειωνες.

Και τώρα ας περάσουν και αυτές οι λέξεις στην ανυπαρξία..

Advertisements

Πιάνω να γράψω. Και τώρα τελευταία θέλω μόνο με κόκκινο. Να γράφω. Και να βλέπω. Κι αν μπορούσα να δω την αύρα μου θα ήθελα να ήταν κόκκινη. Ένας στρόβιλος μαυροκόκκινος στην άκρη του μυαλού μου. Όπως εκείνος στο κατάστρωμα που έρχεται ξαφνικά απ’ τα ανοιχτά και βρέχει τους ανυποψίαστους. Μα σήμερα θαρρώ πως θέλει θράσος για να καμώνεσαι τον ανυποψίαστο. Θέλω να πω, πως γίνεται;
Αυτή η συνήθεια των χρόνων που κρατάει τους ανθρώπους κοντά. Και ενώ δεν έχουν πια τίποτα να πουν, προτιμούν να μένουν κοντά και φυσικά όχι δίπλα. Κι ας γνωρίζουν όλοι αυτοί που τους δένει το αίμα πως είναι τρελό αυτό. Κι ας χαράζουν και την δική τους πορεία πια με βάση την έλλειψη. Και το χειρότερο είναι πως αυτή η γνώση είναι τόσο αρχαία, τόσο βαθιά θαμμένη που είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνεις πόσο μπορεί να σε κατευθύνει.
Μου λες πως είμαι μάτια μου πόλη μενεξεδένια και πως αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ και δύο σκόρπια κομμάτια στίχων τριγυρνάνε στα δόντια μου. Πιάνω να γράψω λοιπόν. Χωρίς την πραγματική ανάγκη. Απαλλαγμένη από ύπνο βαθύ. Τώρα τελευταία παλεύω τραγουδάκια να πω. Να γράψω στιχάκια. Απλά. Και βγαίνουν. Και χαίρομαι.
Βλέπω τον ίδιο κόσμο κάθε μέρα. Και ανατριχιάζω με τις κρυμμένες νευρώσεις. Σε θυμάμαι να σκίζεις μικρές- μικρές λωρίδες χαρτί. Με έπιανε ένας φοβερός τρόμος στην θέα του σωρού που ψήλωνε στα πλάγια του γραφείου σου. Τώρα απέναντί μου κάθεται μία που αισθάνεται πως όταν βλέπει συνδετήρα, μια εσωτερική φωνή της λέει να τον σπάσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως αν κάθε πρωί μας ταΐζανε λαξατόλ ο κόσμος θα ήταν πιο ευχάριστος μετά. Και με πιάνει ένα απίστευτο γέλιο.
Και μετά ξαναδιαβάζω Μπέκετ. Και απορώ που κάθε φορά αναρωτιέμαι μήπως αυτή είναι η φορά που θα έρθει τελικά ο Γκοντό. Και όταν βλέπω τι έγραψε στον τάφο του ο Μπουκόφσκι με πιάνει περισσότερο γέλιο. Don’t try. Απλό δεν είναι;
Μα είναι ξεκαρδιστικό..


Estragon: What about hanging ourselves?
Vladimir: Hmm. It’d give us an erection.
Estragon: (highly excited). An erection!
Vladimir: With all that follows. Where it falls mandrakes grow. That’s why they shriek when you pull them up. Did you not know that?
Estragon: Let’s hang ourselves immediately!

Μα τι κόκκινη οργή κρύβεται πίσω, μα τι κόκκινη και τυφλή. Μια ζωή να περιμένεις από τον πολιτισμό να λύσει και να φτάνει μια απότομη στροφή να βρεις πως η ένοπλη βία είναι κάτι τελικά. Εποχή καμμένη, εκπρόσωποι καμμένοι, άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους. Και ούτε αυτόν δεν μπορούν να αλλάξουν. Ναι είναι καιρός για μια αλλαγή μα πιάστηκε η μέση μου να σκύβω απ’ τη γωνία να την δω να έρχεται. Και οι δρόμοι θαμμένοι σε κίτρινη σκόνη, γύρη που θα ξεπλυθεί από την πρώτη δυνατή βροχή χωρίς να αφήσει ούτε καν γονιμοποίηση πίσω της. Με κούρασαν τα λόγια, με κούρασε η βολεμένη μοναξιά, με κούρασε η βρώμα της μιζέριας σε άπλυτα μυαλά. Βαρέθηκα να σηκώνω τηλέφωνα, να ρωτάω πως είσαι και να σε ακούω να απαντάς “ε καλά μωρέ τα ίδια”. Καλύτερα να μου ‘λεγες σκατά ,αλήθεια σου λέω πιο έντιμο είναι.
Πέρασε ο καιρός που κατέβαινα στο δρόμο και σοβαρά νόμιζα πως όλα αυτά τελειώσαν. Μα να που δεν έγινε έτσι. Θα έπρεπε να υπάρχει μόνο μια αστυνομία. Μιζέριας και βλακείας. Να μαζέψει όλους αυτούς που σέρνουν το κορμί τους σε ηλίθιες εξόδους, μαλακισμένες κουβέντες και άστοχα κουτσομπολιά. Θεωρίες, θεωρίες να δεις φίλε μου. Και ούτε μια ματιά πιο κει, να δεις πόσο μπορεί να υποφέρει ο κόσμος. Σαν να λες σε κάποιον που πάσχει από καρκίνο “κι εγώ ρε συ έχω μια δυσκοιλιότητα τελευταία”. Και αυτοί που σκέφτονται έστω και ένα επίπεδο παραπάνω, δηλαδή κατατάσσουν τον εαυτό τους στην συνομωταξία του ευαισθήτου αναλώνονται σε μικρότητες απίστευτου βάθους. Μόνο εκεί έχουν βάθος γιατί οτιδήποτε άλλο βρίσκει βράχο εγωισμού και διαλύεται.
Ανίκανοι να νιώσουμε, ικανοί μόνο να γκρινιάζουμε σιωπηλά. Κι αυτό το σιωπηλά είναι που με δαιμονίζει. Ή βγάλε τον σκασμό ή κάνε κάτι να αλλάξεις αυτό που σε ορίζει. Όσο μπορούμε ρε, όσο μπορούμε.
Δεν χωράει ρε. Δεν χωράει άλλο.
Η ζωή είναι εκεί έξω. Κατάλαβες;
Κι αν όχι πέσε ξανά για ύπνο.

Οι χίπις δεν υπάρχουν πια

Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΝΤΖΟΥ

Η Κριστιάνια, η αυτοδιαχειριζόμενη «Ελεύθερη Πολιτεία» της Κοπεγχάγης, όπου κάποιοι ακόμη επιμένουν να ανεμίζουν το πνεύμα του Μάη του ’68, μετράει τις τελευταίες της ημέρες. Την προηγούμενη εβδομάδα 200 αστυνομικοί συνέλαβαν 100 κατοίκους της Κριστιάνια, και οι υπόλοιποι πρέπει σύντομα να την εγκαταλείψουν.Η κυβέρνηση της Δανίας είναι αποφασισμένη να τελειώνει με το πιο ενδιαφέρον κοινωνικό πείραμα της χώρας, παραχωρώντας μεγάλες εκτάσεις της συνοικίας σε εταιρείες οικιστικής ανάπτυξης και καλώντας τους κατοίκους της την 1η Ιανουαρίου του 2006 να έχουν αποκηρύξει τις ουτοπικές τους αντιλήψεις και να παραδώσουν όσα σπίτια χρειαστεί να απαλλοτριωθούν. Για του λόγου το αληθές έστειλε την προηγούμενη εβδομάδα 200 αστυνομικούς για να απομακρύνουν τους πολίτες από το «Λιβάδι της Ειρήνης», όπως λέγεται το σημείο όπου έχουν εγκατασταθεί τροχόσπιτα, συλλαμβάνοντας περισσότερους από 100 πολίτες. Ολα ξεκίνησαν στις 26 Σεπτεμβρίου του 1971, όταν ομάδες νέων κατέλαβαν τις εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις μιας παλιάς στρατιωτικής βάσης και η Κριστιάνια μεταμορφώθηκε στον τόπο όπου η χίπικη ψυχεδέλεια συνάντησε μερικά από τα πολιτικά οράματα του Μάη.Αυτό που πολλοί παρουσίαζαν ως παράδεισο παραισθησιογόνων και σεξουαλικής ελευθερίας ήταν κυρίως ένα πείραμα αντικουλτούρας που κατέληξε σε μια αυτόνομη κοινότητα χωρίς ατομική ιδιοκτησία, διοικητικές, φορολογικές και αστυνομικές αρχές. Μια κοινότητα όπου τα πάντα αποφασίζονται από το Συμβούλιο των Πολιτών, με ομοφωνία. Με τα χρόνια η Κριστιάνια δεν ήταν πια το παιχνίδι λίγων φρικιών. Οι κάτοικοί της έκαναν χάπενινγκ κατά του ΝΑΤΟ, οργάνωναν «Τα Χριστούγεννα των Φτωχών» όπου ντυμένοι Αη Βασίληδες έπαιρναν δώρα από τα καταστήματα και τα μοίραζαν στους άστεγους, αυτοδιαχειρίζονταν σχολεία, κέντρα υγείας και επιχειρήσεις και τηρούσαν ευλαβικά 4 απαγορεύσεις ικανές να αποβάλουν τον παραβάτη από την κοινότητα: όχι σε βαριά ναρκωτικά, όπλα, βία, ιδιοκτησία.Η Κριστιάνια αναδείχθηκε σε αντιπρόταση με τόσο ισχυρές πολιτικές προεκτάσεις ώστε το 1987 η κυβέρνηση την αναγνώρισε ως κοινωνικό πείραμα και το ’89 παραχώρησε στους κατοίκους δικαίωμα χρήσης της γης, όχι όμως και κτήσης της.Αυτό ακριβώς καταργεί η νέα νομοθεσία με το επικερδέστατο οικιστικό σχέδιο που προβλέπει απαλλοτρίωση πολλών σπιτιών και ιδιωτικοποίηση σημαντικών εκτάσεων της Κριστιάνια. Οι κάτοικοι δεν θα έχουν λόγο πλέον για το ποιοι θα εγκατασταθούν στην «πόλη» τους, αφού οι νέοι ιδιοκτήτες αυτοδίκαια θα μετακομίσουν εκεί αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία και το σύστημα αυτοδιαχείρισης. Οι 800 κάτοικοι που απέμειναν στα 34 εκτάρια της Κριστιάνια συνεχίζουν να κυκλοφορούν με χειροποίητα ποδήλατα (τα αυτοκίνητα απαγορεύονται), να γεύονται χορτοφαγικά εδέσματα, να καπνίζουν χασίς, να χρησιμοποιούν φυσικά φάρμακα και καλλυντικά, να ανακυκλώνουν τα πάντα.Ο χρόνος λες και σταμάτησε γι’ αυτήν. Αλλά όχι και για τα παιδιά των λουλουδιών, που μεσήλικες πια βίωσαν το ξεθώριασμα της ουτοπίας -πριν τη χαριστική βολή- απ’ την κυβέρνηση όταν πολλά από τα δικά τους παιδιά εγκατέλειψαν τη γειτονιά για να πάνε να συναντήσουν τον πραγματικό κόσμο.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 25/09/2005

Εφτά ταινίες ε; Αυτός που νομίζει το ζήτησε.Όπως είχε ζητήσει η σπείρα ένα κείμενο με συγκεκριμένες λέξεις. Είχα πει πως δεν θα γράψω ξανά τίποτα αλυσιδωτό. Τα πράγματα είναι λίγο παράξενα τώρα τελευταία. Όμως θα το παλέψω λίγο ακόμα, λέω.
Τώρα σύμφωνα με την συνήθειά μου θα πρέπει να γράψω εννιά αλλά θα δείξει. Ούτως ή άλλως η πορεία της λίστας είναι δικό της θέμα. Ποτέ δεν κατάφερα να κατευθύνω αυτά που γράφω, μόνα τους καταλήγουν εκεί που θέλουν.
Να γράψω λοιπόν την Θέλμα και Λουίζ. Όχι γιατί είναι η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Μπραντ Πιτ (κουτά! μα τι νομίσατε;), αλλά γιατί είναι από τις λίγες αμερικανιές που δεν έχουν χάπι (ταβόρ-λεξοτανίλ-υπνοστεντόν) εντ! Ειδικά την σκηνή που ξεκινάνε μέσα στο Τι-μπερντ την λατρεύω. Καλά και για να δικαιώσω την φήμη μου περί αίματος, σπέρματος και ιδρώτα (μη γελάσει κανείς κάποιος, κάποτε, με είχε βάλει link έτσι!) και η σκηνή που κάνουν σεξ σπάζοντας ταυτόχρονα το μισό δωμάτιο, η Ντέιβις με τον Πιτ αλλά και η σκηνή που η Σάραντον σκοτώνει στο πάρκινγκ τον επίδοξο βιαστή της Ντέιβις.
Δεύτερη γράφω την Κριστίν. Από τα λίγα βιβλία του Κινγκ που μου αρέσει η μεταφορά τους σε οθόνη. Και για τη μουσική της και για το εκπληκτικό αμάξι που λυσσάει από έρωτα για τον ιδιοκτήτη του και τρώει όποιον μπαίνει στη μέση. Και το Κριστίν δεν είναι πολύ ωραίο όνομα; (αστειάκι εσωτερικής κατανάλωσης!) Η Κριστίν είναι το σύμβολο του απελπισμένου έρωτα που καταλήγει μανία και καταστροφή.
Τρίτη χμμ… μάλλον θα έπρεπε να γράψω το Τέλος εποχής. Για την μουσική, την φωτογραφία του και τις σκιές μιας Αθήνας που αμυδρά πια εντοπίζεις. Ακόμα και ο σταθμός του Θησείου που ήταν ένα άκρως μυστηριακό μέρος, πλέον δεν αναγνωρίζεται. Και για τα λόγια του Ιονέσκο.
Και μια και έπιασα τις ελληνικές σειρά έχει η Παραγγελιά. Για όλα της. Και κυρίως για την Γώγου στην αρχή της ταινίας που ξεβάφεται και κάπου στην μέση που φωνάζει “ η ζωή μας είναι σουγιαδιές σε βρώμικα αδιέξοδα.. ”
Το Fight Club. Γιατί λατρεύω την γρηγοράδα και τα άλματά του. Και η Μάρλα θα μπορούσε να ήμουνα εγώ. Και γιατί άλλαξε μια ολόκληρη εποχή.
Το Reservoir dogs. Κυρίως για τον Mr Blonde και γιατί δεν θα ξεχάσω ποτέ τις ατάκες στην αρχή περί φιλοδωρήματος. Χεχεχε! I don’t tip λέμε!
Και την Φωλιά του Κούκου. Για την τελευταία σκηνή. Και για το βλέμμα του Νίκολσον μετά το ηλεκτροσόκ.
Και φυσικά σιγά μην ήτανε μόνο εφτά. Δυο μαζεμένες, στο τέλος και χωρίς πολλές εξηγήσεις. Το Sin City και η Νεκρή Νύφη. Γιατί γουστάρω τα καταραμένα παραμύθια. Ε καλά και για τον Μίκι Ρουρκ και τη φωνή του Ντεπ αντίστοιχα.. κλείνω ματάκι!

Το κείμενο ετούτο διανθιζόταν από κάτι υπέροχες φωτογραφίες, για παράδειγμα μία με τον Mr Blonde να ρωτάει «are you gonna bark all day little doggie, or are you gonna bite?», αλλά μας έφαγε κάποιος guard.

Εν δυνάμει ναι.
Να βάλω το ίδιο μαύρο δερμάτινο, να κάνω βόλτα στους δρόμους στο κέντρο μόλις νυχτώσει. Να ξαναπεράσω από την Αίτνα, να δω τον Δημήτρη, να μου βάλει την ενισχυμένη του βότκα και λίγα τραγουδάκια. Cave, Simone και Τρύπες. Εκείνο που λέει πως υγραίνουμε την βραδυνή μας πλάνη. Η Καλλιδρομίου είναι τόσο όμορφη το βράδυ.
Δεν κουράστηκα να περπατώ ακόμη. Ούτε να αλλάζω. Έχω μελωδίες στο στόμα και μια μικρή ύπαρξη πιο πάνω από τα πόδια. Την αγγίζω φευγαλέα. Κι έχω και χρώματα, χρώματα σου λέω, πολλά χρώματα. Τόσα ώστε να σε ζωγραφίσω όταν θα ’ρθεις.
Κι έναν ήρωα στο μυαλό μου. Όχι πρίγκηπα. Ήρωα. Από αυτούς που ξεπεράσαν τα κάρβουνα τούτης της γενιάς. Γιατί φωτιές, ποτέ της δεν είχε. Μόνο κάρβουνα κι αυτά προς την ανυπαρξία τους.
Διαβάζω το μήνυμά σου.
Μου λες πως το δάκρυνο απόσταγμα ξεπλένει.
Και γράφω συνέχεια αυτό που δεν θα σου στείλω.
Σου λέω πως τα χέρια μου μπορούν να σε ξεπλύνουν.
Αλλά η σκόνη του δρόμου μάτια μου, θα είναι πάντα εκεί. Στις κόχες των βλεφάρων σου, στις χαρακιές των χεριών σου.
Και δεν πειράζει καθόλου.
Θα αναστηθείς τούτο το Πάσχα;
Άμα δεν χάσω το μυαλό πως θα βρω την καρδιά σου μάτια μου;
Μου χαραμίζεσαι και στο τσιγάρο μας πάνω θα στο πω.
Μετά, θα σε πάρω αγκαλιά.

Να σου τραγουδήσω λίγο να μου γελάσεις παρανοϊκά να με κρατήσεις αγκαλιά πριν ξημερώσει να σε δω να κλωτσάς το αμάξι που πάλι δεν παίρνει μπρος να μου θυμώνεις που γελάω να μεθύσεις και να σε κρατάω γερά να ζαλιστώ και να μου κρατάς τα μαλλιά πίσω να τσακωθούμε στο τηλέφωνο και να μη σου μιλάω πια να αρρωστήσεις και με το ανάποδο της παλάμης μου να δω μήπως έχεις πυρετό να κλάψω στην πιο ηλίθια σκηνή και να με κοροϊδέψεις να δοκιμάζω πάντα μπουκιές από το πιάτο σου και να μην τρώω το δικό μου να με βγάλεις φωτογραφίες ασπρόμαυρη να μου χαϊδέψεις την μέση όταν δεν σε βλέπω και να τρομάξω να σε υπερασπιστώ στους φίλους μου να με παρουσιάσεις στους δικούς σου να γράφουμε μαζί μεθυσμένοι να τρώμε σοκολάτα Ίον και να πίνουμε κόκκινο κρασί Σαντορίνης να σε μυρίζω στον αυχένα να ψευδίζεις το “ψυχή μου” να φωνάζω ότι σ’ αγαπάω στην θάλασσα να κοιμηθούμε στη σκηνή ιδρωμένοι να με πας βόλτα βράδυ στα στενά να σου δείξω το αίμα μου να βρέξω τα δάχτυλά μου στο δικό σου να πάμε στην κηδεία και να κοντεύεις να μου σπάσεις το μπράτσο από την απόγνωση να απλωθείς στην αυλή στον ήλιο Αύγουστος και να μου γκρινιάζεις που διαβάζω βλακείες και ασεβώ στο καλοκαίρι να σε στήσω στην γέφυρα του παλιού σταθμού και μετά να μη μου μιλάς εσύ να με κοιτάξεις ένα βράδυ Σεπτέμβρη παγωμένα όλα σου τα υγρά

Και χρόνια μετά αφού έχουμε πεθάνει να κάνω βόλτες έξω από το σπίτι σου και να κορνάρω.

Επόμενη σελίδα: »