Δεκέμβριος 2006


Σκισμένες σελίδες, λόγια κομμένα.
Αμήχανες σιωπές.
Ξέρω τι σκέφτεσαι. Σε περιμένω δεν το βλέπεις;
Αφαιρώ, αφαιρώ και δεν μένει τίποτα.
Να σου χαρίσω όταν θα έρθεις.
Μονάχα κάτι σκισμένα τούλια. Κάτι πέτρες μαζεμένες στις θάλασσες της Ικαρίας, της Αμοργού, στις παραλίες του Κορινθιακού. Κάτι μισά σκουλαρίκια. Κάτι βελόνες σπασμένες στα δυο. Μισή για μένα, μισή για σένα. Κάτι δάκρυα μαύρα, από μάσκαρα αφημένη στον ήλιο χρόνια. Μαύρες μύτες μολυβιών, κομμάτια από σκισμένα πουλόβερ, κλωστές και εισιτήρια λεωφορείων, υπεραστικών και μη.
Θα σε πάρω να πάμε μια βόλτα. Σε μισοερειπωμένα αρχοντικά. Σε δάση που παλεύουν να αναγεννηθούν από φωτιές, σε ρημαγμένα ξύλινα παγκάκια. Θα ζωγραφίσω τα αρχικά μας σε μια μεγάλη ροζ καρδιά. Τα κομμάτια του κραγιόν μου θα μείνουν εκεί να μαζεύουν σκόνη. Ο καφές θα παγώνει στα πλαστικά κύπελλα. Αλλά δε θα μας νοιάζει. Θα είμαι πολύ απασχολημένη. Να σε κοιτάω. Να σε χαιδεύω.
Τι κάνω;
Ερωτεύομαι μόνη μου.
Και όχι αυτός ο χειμώνας δεν θα βγει με μισές σιωπές.
Μόνο με ολόκληρες κραυγές.
This is the weeping song ξανά.
Και ξανά ξανά ξανά
Your lady of the various sorrows
She had a mindful of tyranny and terror
Enjoy the silence
You only say you love me when you ‘re drunk
Αγρύπνια και ground control

Λίστες τραγουδάκια
Για τον χρόνο που έρχεται.
Έλα, αργείς;

Advertisements

«Και του χρόνου διπλή.»
«Καλή τύχη.»
«Άντε και μ’ έναν καλό γαμπρό.»
«Καλά μυαλά.»
Έλα τώρα που γυρίζει πόσες άλλες ίιιιιιιου ευχές θα ακούσω;!
Ρε χρόνια μου καλά λέμε!
26.
Αύριο, όχι σήμερα.
Χιχιχιχι θα το γιορτάσω δεόντως!
Χικ και ξανα χικ και γειά μας καλέ!
Φιλώ σας και ξαναδώ σας σε καμιά βδομάδα.
Ε τόσο τα γιορτάζουμε εμείς!
Ή τόσο κάνουμε να συνέλθουμε από τις καταχρήσεις!

Χθες έφυγα από τη δουλειά με μια φίλη. Περπατούσαμε προς το μετρό, όταν είδα μια ανθοδέσμη με 2 μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα πεταμένη στο δρόμο. “Kρίμα τα λουλουδάκια καλή μου, τι σου φταίγανε “, μονολόγησα. Δεν ξέρω γιατί ήμουνα σίγουρη ότι κάποια θύμωσε με κάποιον και τα πέταξε στη μέση του δρόμου. Δεν είναι σύνηθες για μένα να μιλάω ή να γίνομαι γλυκιά. Αλλά έχω ένα θέμα με τα λουλούδια, ίσως γιατί έχω πάρει ελάχιστες φορές στη ζωή μου, ίσως απλά γιατί τα θεωρώ πολύ ξεχωριστό δώρο. Ειδικά όταν προσφέρονται χωρίς αφορμή. Τα σήκωσα, τα κοίταξα και μετά είδα τριγύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Πλησίασα λοιπόν την πιο κοντινή πόρτα και τα έβαλα εκεί.
Έφυγα χαμογελώντας. Σκεφτόμουνα μια ιστορία που μπορώ να γράψω από αυτό το γεγονός. Που να τελειώνει με αυτήν την εικόνα. Η φίλη μου γέλασε σκεπτόμενη πόσες παρεξηγήσεις μπορεί να δημιουργήσει αυτή η ανθοδέσμη σε αυτήν την πόρτα. Αλλά που ξέρεις φιλενάδα; Μπορεί να κάνει κάποιον ή κάποια ευτυχισμένο.
Άντε λοιπόν να τη δω ροζ σήμερα..
Και να θυμηθώ πόσες φορές έχω πάρει λουλούδια.
Χμμ..
Όταν έκλεινα τα 16 ο Ν. στο παρτυ γενεθλίων μου έφερε 15 κόκκινα τριαντάφυλλα.
Σε μια κατάνυξη ποτών και διαφόρων ο Δ. μου έδωσε ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Το καλοκαίρι των 17 μου, ο Τ. μου χάρισε κάτι κλεμμένα γιασεμιά. Τον ίδιο χειμώνα μου έφερε δύο κόκκινα και ένα λευκό τριαντάφυλλο.
Στα 19 ο Κ. με έβλεπε για 2 βδομάδες άρρωστη και ήρθε να με δει κρατώντας μια ανθοδέσμη πράσινη και κόκκινη.
Και πριν ένα χρόνο που έγινα 24 ο Γ. ήρθε με λουλούδια για “να μην παραπονιέμαι που κανένας άντρας δεν μου φέρνει”.
Θα σε λυπήσω Γ. αλλά θα συνεχίσω να παραπονιέμαι. Νάζια κάνω μωρέ, για να εξασφαλίζω ότι κάπου-κάπου θα παίρνω και λουλούδια. Μπορεί να νομίζουν ότι λόγω γενικότερου κυνισμού και γκρίνιας τα απεχθάνομαι. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι το μόνο δώρο που πάντα με κάνει να κλαψουρίζω κρυφά.
Κάτσε να σκεφτώ τι έγινε με αυτούς που μου φέρανε.. όχι όχι δεν θα το σκεφτώ. Είπαμε σήμερα την είδα ροζ!
Μπορεί να έχω ξεχάσει άλλους ανθρώπους που μου χαρίσανε. Αλλά περάσαν τα χρόνια, στην πορεία ήρθε ο σουρεαλισμός και μέρος του εγκεφάλου απήχθη κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες!
Scarlet for me and scarlet for you .. που τραγουδάει και ο αρχηγός..
Άσε μην πω καλές γιορτές, είπαμε ροζ αλλά όχι κι έτσι.
(εντάξει επανήλθα στα συνηθισμένα μου!)

Κάτι παράξενα σχήματα στον άσπρο τοίχο. Λουλούδια, σκιές και μαχαίρια. Άπλωνες τα χέρια και βγαίνανε όλα σε αχνό γκρι. Γελούσα, πόσο παράξενα μου φαινόντουσαν όλα. Δεν μοιάζανε με τα πραγματικά. Ας πούμε, το μαχαίρι ήταν πιο τρομακτικό, τα δόντια του πιο κοφτερά. Ή ίσως απλά να ήταν όλα παράξενα γιατί ήταν καινούρια. Γυαλιστερά, σαν φωτογραφία που δεν την έχει αγγίξει κανένα λερωμένο ή ιδρωμένο δάχτυλο. Μετά έμαθα πως τις φωτογραφίες είναι καλύτερο να τις εμφανίζει κανείς σε ματ χαρτί. Έτσι δεν φαίνονται τα σημάδια. Και πολύ αργότερα αποφάσισα να μην εμφανίζω κανένα φιλμ. Μου σφίγγεται η ψυχή όταν ανοίγω το συρτάρι με τους σωρούς από τα μαύρα κουτάκια. Τις νύχτες ζωντανεύουν, παίζουν και κυλιούνται, ζηλεύουν τα πιο παλιά. Και μόλις παίρνει να χαράζει ησυχάζουν. Κάνουν πως κοιμούνται. Με πειράζεις και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Να μη σε τρομάξω, να μην καταλάβεις πόσο παράξενα μου φαίνονται όλα. Ζωή; Καθημερινή; Μα δεν θυμάμαι σου λέω. Μόνο με τα χέρια προσπαθώ να σου μιλήσω, να σε κάνω να καταλάβεις. Κουράζονται, σκάνε με κρέμες εντατικής ενυδάτωσης προσπαθώ να τα συνεφέρω. Να μη σε πονάνε στην αφή. Ξέρεις, γι’ αυτό δε σου μιλάω. Για να μη σε πονάω στην αφή. Και μετά καμπουριάζω πλάτη, αναμένω χάδια. Μου λες εντάξει τώρα δεν θα πονάει πια. Και μετά σου γυρνάω πλάτη, αναμένω τα αντίο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα ‘ρθουν. Ξέρω, ξέρω δεν καταλαβαίνεις. Μα δεν γίνεται να είμαι πιο κατανοητή. Πετάω από βράχο σε βράχο, γαντζώνομαι σε εξέδρες και σπάω νύχια με το να κρατιέμαι. Από το βάθος σκυλιά κλαίνε σαν να τα δέρνει αόρατο αφεντικό. Κολλάει το βρεγμένο μου τζιν στα πόδια και με εμποδίζει. Το βγάζω και συνεχίζω να πετάω. Κάπως σαν παλιά, τότε που καθόμασταν όλοι στο μπαλκόνι. “H καύτρα σου φωτίζει το πρόσωπο”. Πετάω ρε φίλε, πιάσε με.
Γέλια, πολλαπλοί συνειρμοί, τον βλέπω να την πιάνει από τη μέση. “Θα ανέβω στο παγκάκι, στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, στην κολώνα του δήμου, θα πετάξω ρε φίλε”. Θα σκύψω να σε χαϊδέψω μόνο όταν χαμηλώσω την πτήση. Κι αν δεν είσαι ακόμα εκεί, να θυμάσαι μόνο πως προσπάθησα. Είναι φορές που θέλω μόνο να κοιτάω. Γιατί με διακόπτει ο καιρός; Ο χρόνος; Έχω πολλά να σώσω; Σπασμένες κούκλες, χωρίς κεφάλια και με πόδια μπογιατισμένα. Δεν, δεν , δεν…………………………………………………………………………………………………………………..
……………………………………Πετάω

Σηκώνομαι νωρίς. Τεντώνω καλσόν και το φοράω αργά.
Ανακατεύω μαλλιά και τεντώνω χέρια. Να, κι αν θέλω θα πιάσω ουρανό. Στρίβω τσιγάρα, μετράω σκουπίδια και σταγόνες στις οροφές περαστικών αυτοκινήτων.
“Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες”
Σιγομουρμουράω και γελάω. Σιγά όμως κι αυτό. Έρχεται η μέρα του. Και θυμάμαι πως όλα ήταν θολά και ακαθόριστα ζυγά. Μπερδεύω δάχτυλα και μπούκλες. Κόκκινα αλκαλικά τα νύχια. Πρόβες για να σου γρατζουνάνε πλάτη και ώμους. Να μένουν τα σημάδια. Οριοθετώ την περιοχή μου σαν τα σκυλιά.
“Μονάχη μου καθόμουνα κι απ’ τη ζωή κρατιόμουνα, κρατιόμουνα σ’ ένα καφάσι μπύρες”
Γελάω πιο δυνατά. Είναι που ξέρω το μυστικό. Σαν να σε βλέπω να με κοιτάς απορημένα.
Βγαίνω στο δρόμο και αγγίζω κρυφά τα κάγκελα. Μεταλλικά κομμάτια διαπερνούν τις παλάμες μου , ηλεκτρικά τραγούδια τα αυτιά μου. Κι είναι πάλι όπως παλιά.
“Στον κόσμο που ‘ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό”
Κάτι Κυριακές σερνάμενες, κάτι ξημερώματα Σαββάτου μεθυσμένα, κάτι Δευτέρες στραβές και ζαρωμένες.
Πως φαίνομαι άμα ξυπνάω; Θα μου πεις;
Μάτια μισοβαμμένα και μαύρες σκιές εκεί που παλιά γυαλίζανε ρυτίδες.
Για μένα. Μόνο για μένα ακούς;
Να ζεις.
Θέλω.

Κλώτσησε την πόρτα του ξεχωριστού δωματίου που είχε απαιτήσει για να υπογράψει το συμβόλαιο. Κοντοστάθηκε και έλεγξε την άκρη της μπότας του. Ώρες είναι να ξεφτίσει λίγο πριν τη συναυλία. Μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε τριγύρω. Όλα φαινόντουσαν εντάξει. Προχώρησε στο μικρό ψυγείο να δει αν είχε μέσα όλα όσα είχε ζητήσει. Η βότκα ήταν μέσα παγωμένη αρκούντως, και το χαμηλό κρυστάλλινο ποτήρι ίδρωνε πάνω στο ξύλινο σουβέρ.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, χαμήλωσε λίγο και έστρωσε τα μακριά μαλλιά του. Ήταν περήφανος γι’ αυτά τα μαλλιά. Κόντευε τα 40 και δεν είχε καμία άσπρη τρίχα. Ήταν ίσια, μαύρα και γυαλιστερά.
Έβαλε ένα ποτό, χάιδεψε το επιμελημένα ξεφτισμένο δερμάτινο και άπλωσε τα πόδια του στο χαμηλό τραπεζάκι. Έβλεπε το είδωλό του στον καθρέφτη. Θαύμαζε τη στάση του. Νωχελική, λεπτή. Έτοιμη κάθε στιγμή για επίθεση. Φιγούρα αιλουροειδούς χωρίς ευτυχώς ποτέ να χρειαστεί να στερηθεί για να τη διατηρήσει. Μάλλον τα ξενύχτια, οι καταχρήσεις και τα θηλυκά βοηθούσαν επαρκώς. “ Είσαι ωραίος μάγκα μου. Είσαι ωραίος”, μονολόγησε και γέλασε βραχνά.
Ο Φρανκ- όνομα που του είχε κολλήσει μια γκόμενα όταν ήταν ακόμα στα 20 και τραγουδούσε με τη δεύτερη μπάντα του γιατί λέει έμοιαζε με τον Φρανκ Ζάππα, ήταν πλέον επιτυχημένος. Βέβαια στον Ζάππα δεν έφερνε και πολύ. Μόνο το μουστάκι και το μουσάκι ήταν ίδιο αλλά τον βόλευε αυτό το όνομα. Περιείχε την κατάλληλη δόση αμφισβήτησης και εναλλακτικότητας. Στην ουσία ο Φρανκ δεν ήταν και τίποτα το ιδιαίτερο. Αλλά εφόσον το ήξερε ο ίδιος ήταν εντάξει. Μπορούσε να το χειριστεί κατάλληλα και τα χρόνια που περάσαν του απέδειξαν ότι ήταν πολύ καλός σ’ αυτό. Μουσικός δεν ήταν. Τραγουδούσε μέτρια. Αλλά πάνω στη σκηνή ήταν αρκετά εντυπωσιακός. Φρόντισε να προβάρει από μικρή ηλικία τις κατάλληλες κινήσεις. Λίγος Morrison, λίγος Cave, λίγος Iggy και έτοιμος. Αν προσθέσει κανείς σ’ αυτό και κάτι προκλητικές δηλώσεις επί παντός επιστητού και κάτι ιστορίες για ομηρικούς καβγάδες με γυναίκες και συνεργάτες- όλα κατασκευασμένα από τον ίδιο, έχει την συνταγή της επιτυχίας. Οι γκόμενες τον λάτρευαν, οι άντρες γουστάρανε την αυθεντικότητά του, οι κριτικοί με τον καιρό έμαθαν πως ο κόσμος καθιερώνει είδωλα. Και πλέον ο Φρανκ ήταν είδωλο.
Συνέχισε να σιγοπίνει τη βότκα του και αναλογίστηκε πόσο έξυπνη κίνηση ήταν εκείνη η υποτιθέμενη διάλυση της τωρινής του μπάντας πριν 3 χρόνια. Το κοινό συνέρρεε στις συναυλίες για να ακούσει τραγούδια από τους παλιούς του δίσκους. Κάθε φορά ήταν η τελευταία φορά. Και κάθε φορά ο κόσμος εξακολουθούσε να έρχεται καυλωμένος να τους ακούσει. Ή μάλλον: να τον ακούσει. Οι υπόλοιποι ήταν καλοί μουσικοί αλλά τους είχε διαλέξει και για άλλον έναν λόγο. Δεν ήταν ικανοί να τραβήξουν την προσοχή από αυτόν.
Σηκώθηκε να βάλει άλλη μια βότκα. Έπρεπε να αποφασίσει επιτέλους τι θα κάνει με καινούριο υλικό. Ήταν καιρός να αλλάξει τα δεδομένα. Ο Φρανκ και η μπάντα του θα βγάζανε δίσκο μετά από 5 χρόνια. Είχε μαζέψει ό,τι καλύτερο είχε γράψει ο μπασίστας του. Γιατί εκείνος έγραφε κομμάτια προορισμένα να σαρώσουν. Γηπεδικά, εφηβικά ίσως, αλλά θα σάρωναν για άλλη μια φορά.
Όρθιος δίπλα στο ψυγείο, άρχισε να κουνάει τη μέση του κυκλικά, αργά, ηδονικά. Κάπως όπως ο Βασιλιάς παλιά. Φαντάστηκε ότι είχε στα πόδια του μια γυναίκα. Μια μικρή, όμορφη γυναίκα με το στόμα της κολλημένο στον καβάλο του. Έφερε το μπουκάλι στο στόμα του και κρατώντας το σαν μικρόφωνο, έσυρε τα χείλη και τη φωνή του αργά επάνω του. “Don’t you love her madly..” τραγούδησε βραχνά. Είχε αρχίσει να μεθάει λίγο.
Οι γυναίκες τον λάτρευαν. Κι αυτός το ίδιο. Γέλασε σιγά. Τις λάτρευε. Ειδικά τις μικρές σε ηλικία. Όχι τόσο βέβαια, όσο να τις κρατήσει για πολύ. Ήθελε όλη την προσοχή ο Φρανκ και οι γυναίκες έχουν ένα μυστήριο τρόπο να την τραβάνε πάνω τους μετά από λίγο. Κι έτσι διάλεγε ποιες θα τον συντροφέψουνε. Για ένα ή λίγα βράδια. Καμιά φορά σκεφτότανε πως θα ήταν η ζωή του, αν είχε ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία, βοηθός στο φαναρτζίδικο του γέρου του μέχρι να βρεθεί καμιά καλή κοπέλα, να την παντρευτεί, να κάνουνε και κάνα δυο παιδιά. Εντωμεταξύ θα είχε πεθάνει κι ο γέρος θα του άφηνε την επιχείρηση και την γριά να την φροντίζει. Αυτή ήταν γερό κόκκαλο, δεν θα πέθαινε νέα. Γύρισε το κεφάλι του επιδεικτικά στο πλάι και έφτυσε. Προσγείωσε τη ροχάλα στον καθρέφτη και έμεινε να την κοιτάει καθώς κυλούσε αργά προς τα κάτω. Του λέρωνε το είδωλο. Γέλασε δυνατά, σπασμωδικά. Μήπως είχε μεθύσει τελικά; Δεν την σκούπισε.
“Father I want to kill you, mother I want to fuck you”, τραγούδησε δυνατά. Τον έπιασε κρίση βήχα και γέλιου μαζί. Η ιδέα ότι θα πηδούσε την μάνα του ήταν φοβερά γελοία. Η γριά δεν ήταν από κείνες που αφήνανε περιθώρια. Από μικρό τον έσπαγε στο ξύλο. Σαν τώρα την θυμάται να τριγυρνάει μέσα στο σπίτι με τα νυχτικά και κάτι ελεεινές περούκες και να παριστάνει την μεγάλη ντίβα. Αφού είχε κατεβάσει μισό μπουκάλι βότκα πρώτα. Βότκα για να μη μυρίζει μετά. Όσο ήταν μικρός και δεν πήγαινε σχολείο, το θυμάται να συμβαίνει τουλάχιστον 3 φορές την βδομάδα. Είχε όμως καταπληκτικό αυτοέλεγχο. Έπινε μια θάλασσα, τραγούδαγε, ντυνόταν, έκανε σώου και κατά το μεσημέρι πριν έρθει ο πατέρας του γινόταν πάλι η μάνα, σοβαρή με την ρόμπα σφιχτά δεμένη στη μέση της και τα χέρια της έτοιμα για ανάποδες. Τις μόνες φορές που τη θυμάται τρυφερή ήταν όταν τον ήθελε κομπάρσο στην παράστασή της. Τότε τον καλόπιανε. «Έλα αγάπη μου, έλα αστέρι μου να χτυπήσεις παλαμάκια στην μαμά. Η μαμά θα γινόταν μεγάλη θεατρίνα αγάπη μου. Έλα δεν είμαι όμορφη;»
«Ναι μαμά είχιαι όμολφηη», της απαντούσε ψευδά και έμενε να την χαζεύει. Με τα παιδικά του δόντια λειψά, με τα χεράκια του ιδρωμένα να χειροκροτάνε μέχρι που κοκκίνιζαν και τα μάτια του πελώρια να τσούζουν αλλά να μην τα κλείνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο, να μην χάσει την εικόνα της. Με την περούκα στραβή, το κραγιόν πασαλειμμένο να γελάει βραχνά, βραχνά σαν την πουτάνα στην Γ’ Σεπτεμβρίου, χρόνια μετά «έλα αγοράκι πέντε χιλιάρικα το απλό δέκα ο γύρος του κόσμου έλα αγοράκι που έχεις και όμορφα μακριά μαλλιά μμμ έλα αγοράκι»-
Κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος. Τι σκατά τον είχε πιάσει απόψε; Σήμερα ήταν η βραδιά του κι αυτός σκεφτόταν όλες τις αηδίες. Οι γέροι του ζούσαν ακόμα στο ίδιο σπίτι, είχε να τους δει χρόνια. Ποιος ξέρει ίσως η μάνα του να κάνει παραστάσεις μόνο για το γέρο πια.
Σηκώθηκε όρθιος και ξαναγέμισε το ποτήρι. «Στην υγειά μου λοιπόν», έγνεψε κοροϊδευτικά. Ένιωσε έτοιμος. Η γνωστή ιεροτελεστία όπως πριν από κάθε συναυλία είχε φτάσει τη μέση της. Τώρα ήταν ώρα να πλακώσει στο βρισίδι κάποιον από τους τεχνικούς και μετά να διαλέξει την πιο μικρή από τα κοριτσάκια που ήταν μαζεμένα έξω από τα κάγκελα να παίξει λίγο μαζί της. Ήταν πολύ προσεκτικός ο Φρανκ μ’ αυτό το θέμα. Τις διάλεγε όσο πιο μικρές γινόταν αλλά νόμιμα ενηλικιωμένες. Δεν ήθελε τραβήγματα με κανέναν πολύ περισσότερο με έξαλλους πατεράδες ή μανάδες ή ακόμα χειρότερα μπάτσους. Ας τα μάζευαν τα μούλικά τους πριν βγουν στην γύρα για γαμήσι. Αλλά κι αν δεν τα μάζευαν, αυτός δεν είχε καμιά διάθεση για περαιτέρω τραβήγματα.
Άδειασε το μισό και άνοιξε την πόρτα. Προχώρησε αργά, λικνιστικά μέχρι την πλαϊνή είσοδο και κρυφοκοίταξε από το παραθυράκι. Προσπαθούσε ακόμα να διαλέξει γκόμενα, όταν ένιωσε ένα χέρι να του χαϊδεύει την πλάτη. Στράφηκε έτοιμος να βάλει φωνές γιατί για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή του φάνηκε ότι ήταν το χέρι της μάνας του. Είδε μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά. Τρόμαξε γιατί για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα άλλο. Ούτε πρόσωπο, ούτε κορμί, μόνο αυτά τα παράξενα κόκκινα σαν το αίμα λίγο πριν πήξει μαλλιά. Επιβλήθηκε στον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του. Είχε καλό αυτοέλεγχο αυτό ήταν γνωστό. Μισόκλεισε τα μάτια.
-Τι έχουμε εδώ;
Με βαθιά επιτηδευμένα βραχνή φωνή. Η κοπέλα τον κοίταξε λίγο εξεταστικά.
-Ψάχνω τον Φρανκ. Εσύ είσαι;
Τον θύμωσε. Δεν είναι δυνατόν να τον ρωτάει! Εκτός και αν.. γέλασε με μια μικρή που δεν θα παραδεχόταν σε κανέναν ανακούφιση, την είχαν στείλει οι μαλάκες της μπάντας να του κάνει πλάκα.
-Εγώ βέβαια. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο από τον Φρανκ; Σκέφτομαι διάφορα δικά του, που θα μπορούσα να σου χαρίσω.
Χάιδεψε τα μαλλιά του και έγλειψε τα χείλια του με εκείνη την κίνηση που οι φωτογράφοι λάτρευαν.
-Δεν είμαι σίγουρη. Ακόμα. Υπάρχει κάποιο μέρος να τα πούμε λίγο; Με λένε Αριάννα.
Πετάρισε τα μπλε της βλέφαρα.
Γέλασε πιο δυνατά. Η μικρή ντρεπόταν. Τώρα που μπορούσε να την κοιτάξει, έβλεπε πόσο μικρή ήταν. Κατάλευκο δέρμα, σκούρα μάτια και κόκκινα μαλλιά. Από κορμί δεν έλεγε και πολλά αλλά για τη δουλειά που την ήθελε δεν χρειαζόταν. Να τον ξαλαφρώσει λίγο πριν την συναυλία, να βγει στον κόσμο νωχελικός.
-Και βέβαια υπάρχει. Έλα και μετά θα μου πεις αν θα με θυμάσαι για πάντα.
Την αγκάλιασε από τους ώμους και την τράβηξε προς το δωμάτιο. Το κορμί της του έδινε μια περίεργη αίσθηση. Σαν να μην έμενε λεπτό ακίνητο, σαν να έτρεχαν νερά κάτω από το δέρμα της. Παράξενο μα όχι αποκρουστικό. Χαμογέλασε λίγο σαν λύκος. Θα ήταν ιδιαίτερη βραδιά σήμερα.
Μπήκαν στο δωμάτιο.

Λίγο αργότερα ο μπασίστας πέρασε έξω από το δωμάτιο. Άκουσε κάτι περίεργους μα γνώριμους θορύβους. Ρουφήγματα, κραυγές. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά. Ο Φρανκ καλοπερνούσε. Είχε προλάβει να δει την πλάτη της κοπέλας. Και του είχαν κάνει ενύπωση τα μαλλιά της. Φλογάτα.

Ιδιαίτερη βραδιά εκείνη. Οι γκρούπις του Φρανκ, αυτές που πάντα στριμωχνόντουσαν μπροστά μπροστά να ιδρώνουνε πάνω στους σεκιουριτάδες είπανε πως ήταν η καλύτερη εμφάνισή του. Καμιά δεν κατάλαβε πως αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια τους. Νομίσανε πως ήταν όλα μέρος του σώου. Όταν ο Φρανκ δάγκωσε το καλώδιο του μικροφώνου μέχρι να το γυμνώσει από το προστατευτικό του τσιρίξανε όλες μαζί. Όταν τον χτύπησε το ρεύμα και μυρίσανε καμμένο κρέας, σβήσανε τα φώτα και ξέσπασαν ουρλιαχτά θριάμβου.
Τον κόσμο τον έβγαλαν από το γήπεδο λίγο αργότερα. Υποθέσαν όλοι ότι η συναυλία τελείωσε λίγο απότομα αλλά θριαμβευτικά
Τον Φρανκ τον μαζέψαν οι τεχνικοί σε μια πλαστική σακούλα. Οι μπότες του είχαν κολλήσει στο πάτωμα και το δερμάτινο παντελόνι του στην κολώνα του μικροφώνου.
Κανείς πέρα από τον μπασίστα δεν είχε δει την κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά να μπαίνει μαζί του πριν την συναυλία στο δωμάτιο. Κι ο μπασίστας δεν μίλησε. Είχε υλικό για καινούρια αρχή. Καλό υλικό, ικανό για να υπογράψει συμβόλαιο που θα απαιτούσε ξεχωριστό δωμάτιο για τον ίδιο.

Κόκκινος θυμός. Πέφτουν μπροστά στα μάτια μου οι λέξεις. Τρέχουν. Φεύγουν άπιαστες. Και δεν εξατμίζονται. Επιμένουν να είναι εκεί. Έκλεισε μισός χρόνος που ξεκίνησε αυτή η θεραπεία. Και δεν βρίσκω ακόμη τις αιτίες. Μόνο αφορμές. Πόσο εύκολο είναι να φταίει πάντα η ψευδαίσθηση των άλλων και ποτέ η δική σου αδυναμία; Πάρε πρωτοβουλίες, πάρε ευκαιρίες, κάνε επιλογές. Γόνιμο άγχος, παραγωγικό που μας ταίζανε στο σχολείο. Μπούκωσα. “Θέλω να καθίσω σ’ ένα καφενείο που να βλέπει θάλασσα”. Ναι. Και να κάνει κρύο, να πίνουμε κονιάκ, να ’ρθεις και να στα πω όλα. Σιγά – σιγά αλλά όλα. Αυτά που είναι κρυμμένα όλα αυτά τα χρόνια. Να ξεκουραστώ για λίγο “για τοσοδούλι”. Και να μην ψάχνω πια μέσα στις λέξεις των άλλων παρηγοριά, συγκέντρωση, ειρμό και τέλος. Δεν έρχεται το τέλος, πρόσκαιρη βοήθεια αλλά όλα αυτά τα άφησα πίσω χρόνια πριν. Ήθελα να πω σε μια κοπέλα που είδα μέσα στο τελευταίο βαγόνι να σταματήσει να το κάνει αυτό στον εαυτό της δεν είναι η λύση το ‘κανα κι εγώ και γιγαντώνει απλά την έλλειψη. Και δεν της είπα τίποτα, το βούλωσα ως συνήθως μόνο την κοίταζα σαν παραπονεμένο γατί μέχρι που φοβήθηκε. Κατάσταση ομηρίας όλη η καθημερινότητά μου. Απόδραση, φυγή και ηθελημένο πισωγύρισμα. Γιατί όταν θυμώνω τα βλέπω όλα κόκκινα; Νομίζω ότι αυτή τη φορά σε πίστεψα.
Στροβιλίζομαι τινάζω χέρια χορεύω δάχτυλα συστρέφω καρπούς απλώνω μαλλιά λικνίζω λεκάνη τελειώνΩ
Χωρίς εσένα.
Και ούτε καν για εσένα.

Μιλάει η arachne.

Επόμενη σελίδα: »