Απρίλιος 2008


Εικοσιεπτά οι θεάσεις, οι ήλιοι κάψανε, κάψανε, ξεφλούδισαν, ουλές εκεί που περπατήσαν οι απόγονοι της αράχνης. Εννιά οι λέξεις που σφιχτές σαν μέταλλα στολίζουν λαιμούς και αυχένες. Τρία τα σημεία βαθιά στα δέντρα που σε τραβάει το νερό καθώς στεγνώνει στα κοίλα των κλειδώσεων. Και ένα, ένα, ένα που μετράει σαν όλα. Εκείνα που μετρηθήκαν, λειψά στο ζύγι του τύπου που πρωί πρωί απλώνει την πραμάτεια του στην κρεαταγορά, απλώνει την λερωμένη του ανάσα στα μαλλιά της ξημερωμένης πουτάνας της Ευριπίδου και με νύχια κομμένα κοντά σημειώνει τα νούμερα του τζόκερ 27-3-9 και τυχερός αριθμός το ένα, το ένα το ένα που μετράει σαν όλα.

 

 

 

 

Για τις εποχές που αλλάξαν χωρίς έστω μια ειδοποίηση, έστω ένα μήνυμα. Χαρτόνια και τέμπερες, ξυλομπογιές και ασημόσκονες ενωθήκαν και φτιάξαν ένα αμάξι που τραμπαλίζεται χρόνια τώρα καθώς οι ρόδες του παρουσιάζουν γωνίες. Και έχει μέσα επιβάτες κεφάλια μαριονέτας με κομμένους ξεφτισμένους σπάγκους. Στο σκονισμένο του κασετόφωνο παίζουν πάντα τραγούδια λαικά κι οι ροδέλες της ταινίας ανεμίζουν γυαλίζοντας στον ήλιο. Γονυκλιθέντα τα ηλιοτρόπια στολίδια στο πίσω τζάμι κι ένα αρκουδάκι χνουδωτό κοιτάζει με ένα μόνο κουμπί για μάτι τα χωράφια που περνάν αδιάφορα στα πλάγια του δρόμου. Κι οι εποχές αλλάξαν χωρίς προειδοποίηση. Καμιά φορά, τώρα πια, οι σπάγκοι από τα χέρια της μαριονέτας οδηγού μπλέκονται στο τιμόνι και τότε στρίβει απότομα τινάζει τις μαριονέτες επιβάτες, κάποιες γελάνε κάποιες κλαίνε και κάποιες αποφασίζουν πως είναι η καλύτερη στιγμή για να τις καταπιεί η νύχτα έξω από την τετράγωνη καμπίνα, ο δρόμος και τα χωράφια τα έτοιμα θερισμού.

Κι η μαριονέτα οδηγός γελάει αχ πως γελάει!

 

 

την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

 

 

Η κάτοχος ετάχθη.

Σαν γεννιόταν της είπαν πως τ΄ αστέρια θα την περίμεναν.

Και τούτο θα συνέβαινε τώρα κοντά.

Μόνο που αλλάξαν οι χειμώνες, σκληρύναν οι πατούσες.

Κι αργούν, αργούν εκείνα τ΄ αστέρια που περίμενε.

Σαν πέρασε και η τελευταία ημέρα της Άνοιξης αποφάσισε πως η τελετή θα γινόταν έτσι κι αλλιώς.

Και τώρα.

Οι ήχοι μόνο του παλιού δίσκου καθώς καίγεται στη γωνιά της κουζίνας.

Ο εξαερισμός δεν δουλεύει, δεν δουλεύει, μονολογούσε. Ποιός θα ρουφήξει τους καπνούς του βινυλίου;

Έγιναν όλα όπως πρέπει.

Η φωτιά, τα σχήματα στις φλόγες, οι ήχοι, οι σιγανοί ήχοι των εγκάρσιων ψαλμών.

Μα είναι φαίνεται που οι συναστρίες δεν είχαν κέφι.

Κι η παλιά κουζίνα καπνίστηκε.

Κι η κάτοχος;

Πήγε χαμένη.

Κρέμασε τα παπούτσια της, που λένε.

 

Στην παραγωγή, στην παραγωγή παλεύοντας τ’ απίθανο όπως έγραφε ο Ελύτης για το αδοκίμαστο.

Τα ξέφτια των καπνισμένων χειλιών σου μπαλώνω, μ΄ έναν πυρήνα ανέστιο μονωμένο να δείχνει πάντα τον Βορρά σου.

Έξω από δω αρχίζει ο κόσμος.

Οι διακόπτες που ανάβουν και σβήνουν πραγματικότητες.

Εγκυ-μενόντα λόγια.

Περι-παθούσες οι ανάσες.

Και μετά πιο αργά, πιο αργά, πια αργά.

Και βλέπω τις ρόδες να πετάνε πάνω από την άσφαλτο και τα φώτα που σχηματίζουν τεράστια φωτεινά ομι-χ-λώντα Χ.

Ο κάμπος απλώνει τα χιλιόμετρα μεταξύ μας.

Επιμένω στα ρήματα.

Και κείνες οι ώρες, ναι εκείνες οι ώρες.

Πως φαίνονται λεπτά και ημέρες μαζί.

Ο κόσμος.

Μας

Μένει

Απ’ αλλού φερμένος.