Φεβρουαρίου 2008


                      dscn3113.jpg

Είναι τα άδεια, μεγάλα θέατρα τις νύχτες που κράζουν μες στην ησυχία. Είναι τα σκονισμένα παραπαίοντα τραπέζια των καφενείων στα όρια της εθνικής που κουβαλούνε τα σημάδια από τα κεφάλια που στηρίχτηκαν εκεί σε επερχόμενες πτώσεις. Είναι οι σωροί των ελαστικών στα χωράφια δίπλα στα συνοικιακά συνεργεία που μένουν να βγάζουν φουσκάλες στον ήλιο. Τα σκισμένα αποκόμματα εισιτηρίων γύρω από τους κάδους στα ΚΤΕΛ που έχουν πατηθεί από στραβοφορεμένα παπούτσια, βλέπεις οι πιο πολλοί τα βγάζουν σαν το ταξίδι κρατάει ώρες. Οι ακόμα καπνίζουσες γόπες έξω από τα κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών, μια διακοπή συντάξεως ήρθα να κάνω, δεν γίνεται κύριε (το κύριε τονισμένο ειρωνικά, ο αέρας της εξουσίας του χαμηλού γραφείου, της χαμηλωμένης εδώ και χρόνια πλάτης), πρέπει να έρθει η ίδια η δικαιούχος, μα πως να ‘ρθει πέθανε (κι ούτε μια σύσπαση στην ανακοίνωση, βλέπεις το γεγονός σαν να μην είναι γεγονός, μόνο μια πρόταση τυχαία). Οι διπλωμένες εφημερίδες στα καθίσματα του ηλεκτρικού (ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΙΜΩΝ ευκαιρίες σκέφτεσαι, γερτός στο τζάμι κι οι ράγες σε ξεπερνάνε). Τα σκονισμένα ηχεία ψηλά στους τοίχους των μαγαζιών του κέντρου, Κολωνός, Μεταξουργείο σνακ-μπαρ-καφε και κάτι μεγάλα αραβικά γράμματα στα τζάμια και κάτι μεγάλες πλάτες να στηρίζουν τις κολώνες με τα καρτοτηλέφωνα.

Η πόλη που τερατογεννά και τερατογεννάται.

Μα δεν ξεχνά ποτέ να εκπνέει όπως της μάθανε κι ούτε ξεχνάω ποτέ να ρουφάω την ανάσα της. 

Να βάλω ένα όμορφο φουστάνι που να ΄χει στο πλάι τη ραφή και να στροβιλίσω τον ποδόγυρο στην θάλασσα, σε μια θάλασσα της Αλυκής.   

Που τελέψαν οι ύπνοι οι βαθιοί.

Που ξεκλειδώσαν τα δάχτυλα.

Που ξεπήδησε φρέσκια η κούραση στην πλάτη.

Που τα σκοινιά αμόλυσαν τους κόμπους τους

Τώρα που ακούγονται παντού νερά να στάζουν. 

Τώρα είναι που θα βρούμε παγωμένα πηγάδια

Τώρα θα αντλήσουμε.   

Θα σε φωνάζω να ακούς τις λέξεις μου.

Θα σε ορκίζω στο πλήρες φεγγάρι ποτέ να μην.

Και κάθε που ξημερώνει θα υψώνεις τα μάτια στον καθρέφτη μου.    

Που οι κύκλοι ανοίξαν ξανά σαν από παρέμβαση από- μηχανής.

Που οι κουΐντες φωτιστήκαν πρώτη φορά κυρίες και κύριες.

Που τα πόδια λυγίζουν ή ανοίγουν πρόθυμα στον ήχο της φωνής σου.

Και τα μάτια, μάτια μου.

Θολώνουν από ένταση κι ανάγκη. 

Τώρα είναι που θα βρούμε μέρη απάτητα.

Τώρα θα οργώσουμε.    

Θα σε ζητάω να χαϊδεύεις την πλάτη μου.

Τις ώρες που πονάει χαμηλά.

Και κάθε που ξημερώνει θα σε ξυπνάω με τον μόνο τρόπο που ξέρω.

Ματώνοντας.

(Take the plan, spin it sideways.
I…
Fall.)
 
  

                 dscn1954.jpg

Προοπτική.

Πρόσθεση των επαφών.(παράμετρος-παράγοντας:ο κόσμος εκεί έξω)

Όραση και αφή και ακοή και όσφρηση και γεύση.

Πραγματικότητα. 

Πραγματικότητα λοιπόν η προοπτική των επαφών – αισθήσεων. 

Προοπτική.

Πρόσθεση των οραμάτων.(παράμετρος–παράγοντας:ο κόσμος εδώ μέσα)

Παρόν και παρελθόν και μέλλον.

Παραίσθηση. 

Παραίσθηση λοιπόν η προοπτική των οραμάτων – διαστάσεων.  

Ας ορίσουμε την ενσυναίσθηση.

Την αλεξιθυμία.

Την ανηδονία.

Και τέλος ας κοιμηθούμε.

Αφού έχουμε μάθει τα σύμβολα, αφού έχουμε χαρακτηριστεί ηλίθιοι-σοφοί.

Με την προοπτική να ξυπνήσουμε όπως ξυπνούν οι εραστές.

                         dscn3058.jpg

Με ρώτησες θαρρώ, για ένα χρόνο περαστικό.

Κι εγώ έκανα ησυχία.

Μετά άναψα φώτα, τα φωτάκια της γιορτής.

Γύρισα την στρόφιγγα.

Κι έκλεισα βλέμμα, πλάτη στο ξύλο, να μυρίζω τον αέρα, μόλυνση ή ίαση;

Κοριτσάκι ξανά.

Είπα πως άρχισε, άρχισε βαριά.

Και δεν μπορώ να απο/ξε/φύγω της φωνής σου.

Εδώ, κρυμμένα ξωτικά.

Που βλέπουν παράξενα τη γιορτή μας.

Αλλά τραγουδούν.

Σε ρε ματζόρε.

Πάρε τη λέξη μου δώσ’ μου το χέρι σου, έλεγε ο Εμπειρίκος

Δεν ξέρω τι έγινε. Ούτε πως έγινε. Μη με ρωτάς σου λέω, δεν ξέρω! Δεν κατάλαβα. Όλα ήταν όπως συνήθως. Ξυπνήσαμε το απόγευμα αργά, ήταν κάπως περίεργος αλλά δεν έδωσα παραπάνω νόημα, γιατί να δώσω εξάλλου; Πάντα έτσι είναι ή τουλάχιστον αρκετές φορές έτσι είναι. Μη με κοιτάς έτσι, μην τολμήσεις καν να με κοιτάς έτσι! Δεν φταίω εγώ, σου είπα, δεν φταίω! Μετά δεν μου μιλούσε, αλλά είπα θα πιει καφέ, θα ξυπνήσει, θα πάψει να είναι έτσι με το βλέμμα να στάζει γκρίνια. Πήγα να φτιάξω καφέ, κατάλαβες; Πήγα να του φτιάξω και καφέ να τον βοηθήσω, κατάλαβες; Τι κατάλαβες, σκατά κατάλαβες το βλέπω όπως με κοιτάς δεν κατάλαβες τίποτα, νομίζεις πως δεν γίναν έτσι τα πράγματα. Ε; Πες το ρε! Καλά θα ηρεμήσω, μπορώ να καπνίσω; Τι απαγορεύεται και μαλακίες, θέλω να καπνίσω σου λέω! Δεν θα ηρεμήσω, αν δε μου φέρεις κάτι να πιω και να κάνω ένα τσιγάρο. Δεν θέλω τα δικά σου, θέλω να στρίψω ένα. Σου ‘λεγα πως πήγα να φτιάξω καφέ. Είδα πως είχαν μαζευτεί πιάτα κι είπα να τα πλύνω. Να πλύνω τα πιάτα, να φτιάξω και καφέ. Τι; Τι ώρα ήταν; Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, σου είπα, αργά το απόγευμα, συνήθως άμα δεν δουλεύουμε σηκωνόμαστε κατά τις 7, 8 μπορεί. Έπλενα τα πιάτα και τον άκουσα να μπαίνει στην κουζίνα. Αν πρόσεξα πως ήταν; Όχι. Δε μ΄άφησε. Τι τι εννοώ δε μ΄άφησε; Δε μ΄άφησε σου λέω. Τα κάνει καμιά φορά κάτι τέτοια είναι ο τρόπος του να κάνουμε παιχνίδια. Έλα μωρέ ,τι παιχνίδια.. τα δικά μας. Ναι γενικώς συνηθίζουμε να παίζουμε παιχνίδια. Μας βοηθάει, είναι που είμαστε τόσα χρόνια στον ίδιο δρόμο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια δουλειά, στην ίδια ζωή. Όχι μη με ρωτάς μαλακίες. Δεν τον είχα βαρεθεί, ποτέ δεν τον βαρέθηκα. Ε εντάξει καμιά φορά, ρουτινιάζαμε λίγο, ξέρεις ζευγαρίλα αλλά μετά ήταν όλα όπως πριν.Αργεί το ποτό μου; Ναι ρε μη με κοιτάς σαν να με λυπάσαι θέλω ένα ποτό. Φέρτο.Καλύτερα τώρα. Αν ξεφορτωνόσουνα κι αυτό το ύφος θα ήταν καλύτερα και για τους δυο μας. Με φοβάσαι; Χε χεχε με φοβάσαι ρε μαλάκα; Είσαι πολύ αστείος ρε μαλάκα! Τι φοβάσαι ρε;Δεν είμαι για να με φοβάσαι. Θα ΄λεγα πως είμαι για.. άστο γάμησέ το. Κάτσε να φτιάξω ένα τσιγάρο ακόμα. Έπλενα τα πιάτα τον άκουσα να μπαίνει. Του λέω «θα φτιάξω καφέ μόλις τελειώσω τα πιάτα, θες έτσι;»Μου είπε να μη μιλάω, να κάνω ησυχία. Μετά βγήκε απ την κουζίνα. Όχι ρε, δε μου φάνηκε περίεργο. Σου είπα που και που ήταν ανάποδος. Μετά τον άκουσα να βάζει μουσική. Τι έβαλε; Δεν θυμάμαι, κάτι απ’ τα δικά του δεν τα ξέρω αυτά. Τι πάει να πει τόσα χρόνια μαζί; Και λοιπόν; Αυτός ήξερε τα δικά μου; Είχε ακουστικά, είχα ακουστικά, δεν ενοχλούσαμε. Αν θες να ξέρεις έτσι ακούγαμε μουσική πάντα. Ήταν απ΄αυτά που έλεγε η φίλη μου η Ελένα, πως τα ‘λεγε μωρέ να δεις.. κάτι ψυχολογικές παπαριές.. α! συντροφολεπτομέρειες! Αυτά λέει που κρατάνε ένα ζευγάρι κοντά αλλά και μακριά, κάπως έτσι. Δεν έχει σημασία τώρα, άκου.Έβαλε μουσική αλλά δυνατά. Ναι, αυτό ήταν περίεργο, αλλά είχα συγκεντρωθεί στο να πλένω τα πιάτα. Καμιά φορά το παθαίνω αυτό, άμα συγκεντρωθώ πολύ σε κάτι, δεν ακούω και δεν καταλαβαίνω τίποτα εξωτερικό. Σαν να κλείνει η πόρτα κατάλαβες; Καλά σε βλέπω, αρχίδια κατάλαβες..Μπήκε μέσα, ήρθε πίσω μου. Μου είπε να μη γυρίσω, να αυτό το θυμάμαι. Μη γυρίσεις, μου είπε, μη μιλήσεις. Και κάτι ήχοι. Δεν ξέρω, περίεργοι. Είχα κλειστεί κιόλας και ξέρεις, ήταν όλα πιο θολά.. Έχεις παρατηρήσει πως καμιά φορά ο κόσμος είναι πιο κόκκινος; Και πιο αραιός, σαν το οξυγόνο ψηλά ένα πράγμα..Βάλε μου άλλο ένα. Ναι έχω πιει τρία, και; Βάλε λέμε.Μετά; Ε μετά δεν κατάλαβα τι έγινε. Όχι κατάλαβα δηλαδή, μέχρι κάπου, κατάλαβα. Ήρθε πίσω μου μ ΄έπιασε απ’ τους γοφούς, εκεί μόνο ταράχτηκα λίγο. Ήταν που είχα τον νου μου αλλού, στα πιάτα, κατάλαβες;Εκεί άρχισα να επανέρχομαι λίγο, φαίνεται το περίμενε γιατί μου έκλεισε το στόμα. Σιγουρεύτηκα, ήθελε να γαμηθούμε. Κι εκεί άρχισα να ξεφεύγω ξανά. Δεν ξέρω σου λέω, δεν ξέρω. Σαν να θόλωσαν όλα περισσότερο, άρχισα ν’ ακούω και να βλέπω και ταυτόχρονα συνέχιζα να πλένω τα πιάτα, συνέχιζα δεν μπορούσα να σταματήσω, σαν να με είχαν κολλήσει με τα πιάτα, με το νερό, με το σαπούνι, το σαπούνι πως μύριζε ρε το σαπούνι; Μήλο, μήλο, γη, νερό..Σταμάτα.Βάλε άλλο ένα.Καλύτερα, ναι.Σαν να περίμενα πως όλα ήταν αλλιώς κι όμως δεν ήταν. Στο ‘πα, τα ‘κανε που και που κάτι τέτοια. Όχι δεν συνήθιζα να το παθαίνω αυτό το χάσιμο αλλά αυτό το απόγευμα είχε κάτι. Δεν ξέρω τι, σου είπα! Δεν κατάλαβα πως, τι έγινε!Ναι. Θα ηρεμήσω, θα ηρεμήσω. Ναι. Ένα τσιγάρο μόνο.Ήταν μέσα μου, ώρα μάλλον. Συνέχιζα να ΄χω τα χέρια στο νερό, μόνο που πια δεν έπλενα, ούτε μιλούσα. Μέτραγα την αναπνοή μου. Άκουγα πάλι φωνές, την Ελένα να μου εξηγεί γιατί θέλει να γαμιόμαστε στον νεροχύτη. Όχι εγώ και η Ελένα ρε μαλάκα, εγώ κι αυτός! Ναι. Είναι λέει κάτι που έχουν όλοι  οι άντρες. Ξέρω ‘γω δεν καλοθυμάμαι, κάτι με τα σύνδρομα να πηδήξουν την μάνα τους και αυτή είναι η εικόνα της που έχουν όλοι στο μυαλό τους, η μάνα στην κουζίνα να πλένει. Δεν ξέρω, ούτε τα πιστεύω αυτά. Η μάνα του δεν πρέπει να είχε πλύνει ποτέ πιάτο, μιας που δεν πρέπει να είχε μπει και ποτέ στην κουζίνα, άλλοι τα κάναν πάντα αυτά στο σπίτι του, δεν ξέρω και μετά θυμήθηκα την Ελένα και που την κοίταξα μόλις μου τα ’πε αυτά άντε γαμήσου ρε, τα πτυχία σου μέσα και μετά γελάσαμε κι ήπιαμε άλλο ένα και μετά ήρθε ο Νικόλας της Ελένας και γίναμε πάλι χάλια. Ναι έχεις δίκιο, ξέφυγα. Αλλά νομίζω πως αυτά σκεφτόμουνα κι εκείνη την ώρα και μετά άρχισα να φεύγω μαζί του, τα κατάφερνε πάντα. Ναι τα κατάφερνε πάντα.Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Μετρούσα ακόμα ανάσες, έφτανα κατάλαβες; Κι εκείνος συνέχιζε, συνέχιζε και παραμορφωμένοι ήχοι, η μουσική και κάτι μεταλλικοί ήχοι. Και μετά σταμάτησε. Καρφώθηκε βαθιά και σταμάτησε εκεί. Γι ΄αυτό έχω τα αίματα στα χέρια. Κατάλαβες ρε μαλάκα τώρα; Δικά μου είναι τα αίματα, έσπασα ένα ποτήρι μέσα στο νεροχύτη.Δεν έχω λεφτά μαζί, να στα φέρω μετά; Φεύγω, φεύγω πάω έξω, πνίγομαι το καταλαβαίνεις; Τι πάει να πει που πάω; Έξω μια βόλτα τι θες τώρα επειδή έκατσα μισή νύχτα μαζί σου θα σε βάλω και δερβέναγα που θα πάω; Όπου γουστάρω, σου είπα θέλω αέρα. Μη φοβάσαι ρε μαλάκα, δικά μου τα αίματα δικά μου. Θα σε πληρώσω όμως. Αλήθεια. Να τώρα θα πάω να στα φέρω.Όχι δεν είχα μπουφάν. Θα ξανάρθω.

Οι μπάτσοι είπαν πως θα τον έχουν ξεκρεμάσει μέχρι τώρα. 

                              dscn2902.jpg

Πρωτοχαράσσω τα  έξω των χεριών σου

Οριοθετώ την αλητεία στην αφή, έτσι κι αλλιώς την είχα κατά-λογισμένη.

Και απλώνω, απλώνω.

Νερά στους δρόμους να κλείσουν να μην χάνεσαι.

Διατάσσω τα σεντόνια να κλείνουν το μυαλό σου.

Στο κόκκινο και στο μαύρο.

Στα φώτα πίσω μου, μέσα μου.

Και γύρω μου αχ, γύρω μου.

Όλη της γης η σκόνη.   

Ώρα  δύο, ο Σωκράτης στρίβει τσιγάρο κι εγώ γρατζουνάω το χαρτί, ότι κατάφερα να ξεχωρίσω από λόγια πάρε.

                                  dscn2851.jpg

Τις τελευταίες ώρες φυτρώσαν οι ρυτίδες.

Στα μάτια σου, κοντινέ μου.

Κι είναι ξαφνικά.

Σαν να κύλησε ο χρόνος.

Πέτρα στο γκρεμό.

Τόσο ήσυχα.

Χωρίς το αίμα.

Χωρίς να κοινωνήσουμε το αίμα.

Της αλλαγής.

Τόσο ήσυχα.

Οι στάχτες, τα κομμάτια των γυαλιών που λαμπυρίζουνε,

Όλα αυτά είναι εδώ μόνο για την αλλαγή.

Των τραίνων.

Των γραμμών.

Ήχοι.

Αλλάζουν τις πορείες.

Των τραίνων, των γραμμών.

Κι ας φυτρώνουν φρέσκες

ήσυχα

οι ρυτίδες.

Οι γραμμές.

Των τραίνων στα μάτια σου, μακρινέ μου.

και πάλι ξημερώματα σφίγγω τα πόδια γύρω απ΄τη μέση του πανικού

Επόμενη σελίδα: »