Ιανουαρίου 2008


                                                        dscn2841.jpg

Σύρματα, σύρματα με ή χωρίς μονώσεις ξεφεύγουν από την πόλη και πάνε. Έχω ένα ζευγάρι παπούτσια με χρώματα. Μόνο χρώματα. Τις νύχτες αστράφτουν στα στενά του παλιού κέντρου. Σκαρφαλώνουν σε πεζούλια, κλωτσάνε λερωμένα μπουκάλια μπύρας. Μόλις την τελευταία στιγμή κοκκαλώνουν στις άσπρες τους σόλες εν όψει κόκκινων φαναριών. Μόνο μόλις παραβιαστεί η ατομικότητα θολώνουν. Θα ΄ναι τότε που σκοντάφτουν στα σύρματα, θα ΄ναι τότε που μπερδεύονται στο μπλε χρώμα που έχει το παλιό κέντρο της πόλης την νύχτα , θα ΄ναι τότε που οι φωνές δυναμώνουν στον αριστερό λοβό “κι έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ για να με κοιτάζεις”, θα ΄ναι τότε που το βρίσκουν ακατόρθωτο να σηκώσουν τα πέλματα από τις λακκούβες της ανθρώπινης συμπάθειας. Δίχτυ οι γλυκές κουβέντες. Ξαφνικά σε πιάνω να χαμογελάς στο διάβασμα ενός φιλιού. Και στην αίσθησή του τι θα έκανες; Μάλλον, θα ξανάβαζες τα πολύχρωμα παπούτσια σου και θα ξεκινούσες ξανά για τη μήτρα του μπλε κέντρου. Να φωτογραφίζεις και/για ν’ αφήνεις πίσω. “Σου ΄πα θα πεθάνω αν χαθείς κι όμως έχω ζήσει”.

Advertisements

dscn2740.jpg

Στη φωτιά σαν μέσο.Τα χέρια να κοκκινήσουν μέχρι τις αρχές των καρπών.Στο νερό σαν βοήθεια.Τα πόδια να βραχούν μέχρι τους λευκούς αστραγάλους.Κι ένας μικρός πυρήνας ανέστιος θα εξακολουθεί να φέρεται.Με ποιο χέρι να δεσμεύσω την εικόνα σου.Να την κάνω μικρή, πορτοκαλί και εύφλεκτη.Μια θάλασσα στιγμών, πώς να προλάβεις να τις αφήσεις πίσω;Ανόμοιό μου αερικό, αιώνιος της χαρμολύπης ακόλουθος.

Και μιας που τελειώνουν κι οι χρόνοι, τι θα έλεγες για μια συνάντηση;

Των αιώνιων;

Της άλγεβρας και της γεωμετρίας.

Της φωτιάς και του νερού.

Ανοίγω, μάτια μου, ανοίγω.

                                          dscn2464.jpg

Είναι κάτι λάστιχα που αποκτούν προσωπικότητα στις πιο σκοτεινές στροφές.

Κάτι φωνές που ραγίζουν άμα τα τραγούδια τους χωρέσουν παραπάνω νόστο.

Κάτι πρόσωπα που λευκαίνουν με τον ήλιο.

Έχω όλα μου τα υγρά ετοιμοπόλεμα για αυτά τα λάστιχα.

Τις αφές μου μαλακές για αυτές τις φωνές.

Τα μάτια μου στραμμένα για εκείνα τα πρόσωπα.

Μ’ έμαθες κάποτε να ενώνομαι, μου είπες.

Η ανάγκη της ολότητας δημιουργεί την παρουσία.

Μα πώς ξύπνησα εδώ;

Και γύρω τριγύρω, γριές μοιρολογούν την νύχτα, ανάμεσα από πέτρες καπνισμένες, το φεγγάρι κρύβεται κι η υγρασία μαζεύεται στα δάχτυλα.

Θέλεις;

                                dscn2174.jpg

Στριμώχνει στη γωνία ένα μπλε ξημέρωμα.

Οι δρόμοι γυρίζουν, γυρίζουν.

Φτύνουν φωνές παραμορφωτικές τα ηχεία.

Και τα νερά παραμένουν αδιάφανα.

Πως είναι, πως είναι να μην σε κουράζει η νύχτα;

Να ‘χεις ένα στόμα φρέσκο από γραμμές που γυρίζουν προς τα κάτω, άδειο κι από χαμόγελα.

Έλα, σου λέει.

Στην μπλε σκοτεινιά του.

Και σπρώχνει το φως, γεμίζει τους δρόμους, μπουκώνει τα ηχεία.

Μα τα νερά, παραμένουν αδιάφανα.

Κι εσύ παρα-μένεις στην πιο ακούραστη νύχτα ακροβάτης.

Και εκλιπαρείς να σε κοιτάξουν καλύτερα.

                                    dscn1953.jpg

Όταν ο χρόνος βαραίνει γύρω απ’ τα μάτια, αλλάζω κεφάλι.

Το περιφέρω νύχτες κυρίως.

Το ακουμπάω σε ρίζες λαιμών.

Τις πιο πολλές φορές δεν ταιριάζει.

Μα συνεχίζω να το αλλάζω, να το ταξιδεύω.

Έχω ένα κεφάλι γεμάτο φωνές.

Πάνε χρόνια που δεν με ανησυχεί η ολότητά τους.

Τελευταία αλλάζω και χροιά.

Σκουραίνω, βαθαίνω, μακραίνω.

Μια μέρα σαν κι αυτή χρόνια μετά θα ανοίξω την πόρτα και θα μετρήσω την άσφαλτο. 

Και τότε πια η χροιά θα είναι αλλιώτικη, το κεφάλι πιο γερτό.

 Δεν θα διαβάζω καταραμένους ποιητές, δεν θα ακουμπάω σε λόγια αλκοολικά, δεν θα υγραίνω.

Δεν θα είμαι πια.

Δεν θα είμαι πια έτσι.

dscn2364.jpg

Με τα γραμματάκια της γραφομηχανής πώς να προσθέσεις και μετά να αφαιρέσεις τις παρορμήσεις; Είναι κείνες που σε σπρώχνουν να κλέβεις αφές από τον διπλανό μακρινό ένοικο της μπάρας και σαν σε καταλάβει τον κοιτάς με νάζι, να σε συγχωρέσει, να νομίσει πως λάθεψε που σε μέτρησε για κανέναν έχοντα ανάγκη . Έχει ένα τόσο γκρίζο φως και το κρύο αυξομειώνεται. Όλα τα μέτρησα, αλήθεια. Τα υπολόγισα με δάχτυλα μουδιασμένα μετά έσκισα τα φύλλα μετά έκαψα τα ρημάδια τους. Και μετά ήρθε πάλι η μυρωδιά του πρωινού να γυρνάω σπίτι και να τραγουδάω με φωνή να σπάει στα θολά μου τζάμια. Παρατηρείς τον ενικό; Ακούς τις καταλήξεις; Πιάνεις τους παρελθοντικούς χρόνους; Όλα στον αόριστο όλα στον ενικό. Και θαρρείς τι; Πως άμα ήταν στον παρατατικό θα μέτραγε πιο λίγο; Ξαναβάλτα κάτω, ξαναμέτρα τα. Και τώρα θα δεις που τα γραμματάκια της γραφομηχανής θα ξεράσουν την μελανοταινία.

Την επόμενη φορά που θα σε δω διπλανέ, μακρινέ μου ένοικε θα σε ξεγελάσω με ένα κερασμένο ουίσκι έτσι ώστε να αφήσεις τα χέρια μου να μυρίσουν απ’ το λαιμό σου την ώρα που θα ψιθυρίζω πως καθένας είναι μια πληγή, μια πηγή. 

«Μέσα στη θάλασσα» Αγγελάκας – Βελιώτης

dscn2466.jpg

Έεεει ξημέρωσε η πρώτη μέρα δεν μπορώ να κοιμηθώ μπερδεμένα σεντόνια το στήθος κρυώνει είναι έξω από σκεπάσματα μπορεί επειδή την πλάτη μου την καλύπτεις έεεει ξημέρωσε η πρώτη μέρα κι έχω μεγαλώσει πια για τόσα αλκοολισμένα φιλιά έεεει ξημέρωσε η πρώτη μέρα και πότε ήταν που σερνόντουσαν πόδια σε παρωδία χορού έεεει ξημέρωσε η πρώτη μέρα  

Ώρες στηλώματος ματιών σε κενό

Νύχτες που τις λένε γιορτών

Μοναχικά παράθυρα φωτίζουν με ανταύγειες τηλεόρασης

10-9-8

Πες μόνο πότε γυρνάει στο αρνητικό

Μπρος πίσω και ξανά

Μια νύχτα πριν

Ήταν τόσο μεγάλη σαν να κρατάει μια σειρά ζωών.

Νήματα, νήματα σ΄όλη την πόλη.

Πεφωτισμένα κοριτσάκια

Του ερέβους κοριτσάκια

Ενώνουν τα χείλια τους για το καλό.

Το κρίμα, το κακό και τ‘ άδικο ας περιμένει μια άλλη μέρα. 

Θα με μάθεις να φιλάω;