Απρίλιος 2007


Δώσε κι εμένα ρε.. δώσε μια αργία. Να αναπνεύσω σε ένα κενό χρόνο. Και χωρίς να πρήζεται ο φάρυγγας και χωρίς να διογκώνεται ο νους. Να μη φοράω (εσώ- εξώ)ρουχα. Να σκληρύνουν μου τα πέλματα, να αλαφρύνει μου το σακίδιο. Κι εκείνα τα σημάδια που ‘χω στο μπράτσο ψηλά να γίνουν ένα με τις φακίδες που ξεπροβάλλουν σιγά σιγά όσο αψηλώνει ο ήλιος και κοντοζυγώνει ο καλόκαιρος.
Είναι απεργία μου λέγανε από παλιά οι ίδιοι που μετά δεν μου λέγανε τίποτα.
Και σε ρωτάω ψυχή μου, από πού να απεργήσω τώρα;
Άμα σε δω, θα σε δώσω εκείνο το κόκκινο λουλούδι
Εκείνο που λίγο ακόμα και θα κάνω το, τραγούδι!

Advertisements

Όταν γυρνάω στα σκοτάδια σου. Εκεί λίγο πριν το χώρισμα του αφαλού σου. Θυμάμαι όλα τα στενά που διέσχισα με μυαλό παλαβωμένο. Τρέξιμο και ιδρώτας ζεστός να παγώνει στους κροτάφους. Να προλάβω, να σε προλάβω. Με βρίσκω ξανά στην πιο έρημη γωνιά. Καλύπτω τη μέση μου με ένα κόκκινο πανί, ποτισμένο στις πιο αθώες σου εκκρίσεις. Πως μπορώ να σταματήσω την σειρά των εικόνων, που όσο με θυμάμαι τρέχει σαν τις αράδες του Εγγονόπουλου, τα χρώματα του Ίψεν, τη βία της Κέιν. Θέλω να σε τυλίξω, σαν αλυσίδα να κλείσω τα πόδια γύρω σου και μετά να τρέξω ξανά, όχι δεν θα κοιμηθώ, ούτε ένα τσιγάρο δεν θα σου χαρίσω. Με δοκίμασες, με γεύτηκες κι αυτή η πίκρα θα μείνει σ’ εκείνα τα βαθιά χωρίσματα, πίσω από τα γόνατά σου. Τα σχεδόν δυο μέτρα σου παραμένουν καψαλισμένα άραγε; Δεν ήξερες, καμώνεσαι πως δεν κατάλαβες, σου φταίγαν τα μέτρα καταστολής και αντισύλληψης και μια ζαλάδα που έχω χρόνια να την νιώσω, αγέννητό μου αγόρι επιλέγω να σε αποβάλλω. Διαλέγω το πιο σκληρό σου δημιούργημα, το σπάω σε μικρά κομμάτια γυαλιού και γελάω με αίματα στα δόντια. Γραμμένος ο οργασμός σου και ως εκ τούτου καταδικασμένος στην αφάνεια.

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

– Βουίζει αυτό το φως μες στο κρανίο γεννά μια φλέβα πάνω στο μέτωπό σου και σπάει σε σταγόνες.
– Τρεις μεγάλες σταγόνες ή πέντε μικρές σχηματίζουν μια λίμνη σε μέγεθος αφαλού.Παίρνει τη μορφή της πρώτης στιγμής και τις καταπίνει.

Σκαρίμπας και Deuced

Μια νύχτα θα’ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν
Ησύχασε ψυχούλα μου, κοιμήσου
αέρας Πεχλιβάνης
Θυμάσαι τον Βαρδάρη; Πιο ωραίος θα ναι τούτος μάτια μου!
να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν
Θα ‘μαστε ξάγρυπνοι όλη νύχτα και προς το ξημέρωμα θα σου τραγουδήσω
μόλις τον ανασάνεις
Έλα ‘σύχασε τώρα βγάλε με μια ανάσα όλα τα κακά
θα ’χει θυμάρι στα μαλλιά, βρε αμάν αμάν
Σαν τότε στο χωριό που κοιμόμασταν και πέρναγε το τραίνο και μας ξύπναγε και σε βρήκα την αυγή να μυρίζεις τα χόρτα πλάι στις γραμμές
κρανά για σκουλαρίκια
Θα πάρουμε ένα ζευγάρι να το χωρίσουμε στα δυο ε ψυχή μου;
και μες στο στόμα θα γυρνά, βρε αμάν αμάν
ρητορικά χαλίκια
Κι άμα θες θα σ’ αφήσω να μου πεις τις ρητορείες σου, αμέ!
Θα κατεβεί σαν άρχοντας, βρε αμάν αμάν
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή, βρε αμάν αμάν
της μοναξιάς ο κήπος
τα μελισσάκια θα γυρνούν, βρε αμάν αμάν
γύρω απ’ τις πολυθρόνες
και το νερό το κρύσταλλο, βρε αμάν αμάν
θα ρέει απ’ τις οθόνες
Γράφαμε σαν να ‘μασταν ένα και λέγαμε για -τα χιόνια στην οθόνη-βιβλίο ανοιχτό-είναι το τελευταίο σου τσιγάρο-μετά σε παίρνω αγκαλιά-
Αέρα να ’σαι τιμωρός, βρε αμάν αμάν
Ψυχή μου εσύ, που μου σκιάχτηκες, όχι δεν είναι άγριος μωρέ
να ’σαι και παιχνιδιάρης
Είδες που στο ‘πα μωρέ, παιχνίδια κάνει
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, βρε αμάν αμάν
Τότε είναι που θα σου πω τις πιο ωραίες ιστορίες και θα σου παίξω απ’ έξω όποιο ρόλο θες
να ’ρθεις να μου την πάρεις
Θα πεθάνω για ή χωρίς εσένα;
για να κοιτάει από ψηλά, βρε αμάν αμάν
Θες να πάρεις την κιθάρα να ανέβουμε στο βουνό ξανά και να γελάμε που θα μας λένε »να ’στε καλά παιδιά που μας διασκεδάσατε!»
του κόσμου τη Ραστώνη
Απλώνει την πόλη στα πόδια μας ρε μάτια μου κοίτα τι τυχεροί που θα΄μαστε!
να ξεχαστεί σαν των βουνών, βρε αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι
Γράφαμε σαν να ‘μασταν ένα και λέγαμε για -τα χιόνια στην οθόνη-βιβλίο ανοιχτό-είναι το τελευταίο σου τσιγάρο-μετά σε παίρνω αγκαλιά-
Ψεύτη.

Έμαθα πως χάρηκες. Και με πιάσαν κάτι γέλια, μα κάτι γέλια.. Τι είναι πάλι αυτό; Η μεγαλοψυχία του ηττητή; Αλήθεια όσο και να μεγαλώνω τα υπόγεια κίνητρα των ανθρώπων δεν αλλάζουν. Και όλα τελικά καταλήγουν και ξεκινούν από μια συνουσία. Κορμιού ή μυαλού δεν έχει σημασία. Κι αφού είναι τόσο απλό ρε φίλε γιατί ζορίζεσαι; Γιατί να σου βγαίνουν όλες οι αναπηρίες;
Κι έλεγα, πόσο σκληρό είναι να αφορίζεις έναν άνθρωπο έτσι;
Όσο σκληρό είναι να αφορίζεις και τον χρόνο σου.
Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο γεμάτη φράση το “ άντε γαμήσου”.
Γιατί ορίζεις προορισμό του άλλου την πρωταρχική αιτία. Την συνουσία. Επομένως η καύλα τι είναι; Το μέσο;
Εκτόνωσε τις καύλες σου λοιπόν, γιατί μας έχεις βιάσει την αισθητική ρε άνθρωπε. Ή μήπως θα έπρεπε να πω “ ανθρωπάκο;” Άσε με πρόλαβε ο Ράιχ.

“Ξεθωριάζω σιγανά από κόκκινο βαθύ. Τις πιο έντονες στρογγυλάδες απαλύνει ο χρόνος. Χρειάζομαι μια ζώνη. Είμαι νέα, είμαι ακόμα νέα, δεν το βλέπεις; Κανένας Στάνλευ δεν μπορεί να μου το πάρει. Ο πρώτος εραστής, εκείνος με τα γαλάζια μάτια το ΄ξερε. Τι κι αν ήταν πολύ νέος τότε; Αν ζούσε τώρα δεν θα ήμουνα πια μελαγχολική. Ούτε και δασκάλα θα ήμουνα πια. Θα είχα ένα καινούριο μπουντουάρ, φρέσκες πούδρες και αρώματα σε μικρά πανάκριβα μπουκάλια. Έπρεπε να του χαράξω το πρόσωπο τότε, έπρεπε. Όχι, όχι καλέ μου δεν θυμώνω, δεν το βλέπεις; Είμαι ήρεμη, σίγουρη και ακόμα σ’ αγαπάω. Τι κι αν τα μαλλιά μου απλώσαν σε ώμους πεσμένους; Όταν θα σ΄ανταμώσω, πιάσε με απ’το χέρι. Η καλύτερα πέρασέ το στη μέση μου. Μια ζώνη, μια ζώνη να σφίξω το κέντρο, να δείξω πόσο όμορφη ήμουνα. Τις καινούριες μου κάλτσες φέρτε μου. Οι γάμπες μου τις ζητάνε. Γιατί τον άφησα, γιατί; Εκείνο το ξυράφι έκοψε εμένα και όχι αυτόν. Αυτόν.. που ορθωνόταν με εκείνη την πλάτη μπροστά μου, αυτόν που με έριξε στο βρώμικο στρώμα του. Γιατί αφέθηκα; Τι σκοτεινό κομμάτι μου εκτονώθηκε μαζί του; Με εσένα καλέ μου δεν είχα βγάλει τέτοια φωνή, με εσένα δεν φοβόμουνα τα νύχια μου. Τα νύχια μου.. τα νύχια μου που τώρα μου κόψανε, μα πως αφαιρείς από μια γάτα το στολίδι της; Εδώ δεν μου δίνουν καν τα χρειαζούμενα. Ούτε λίγο κραγιόν δεν μπορώ να βάλω και ξέρεις καλή μου Στέλλα πόσο το έχω ανάγκη. Ονειροπολώ αγάπη μου.”

-Δεσποινίς Ντυμπουά είναι ώρα για τα χάπια σας.

Άνοιξε την πόρτα του πρώτου δωματίου απέναντι από τη σκάλα του τρίτου και την είδε να ξαπλώνει στα βρώμικα σεντόνια. Το λευκό της δέρμα σαν να έφεγγε περαστικές χρωματικές δυσαρμονίες στο έρημο δωμάτιο. Κάθισε με την πλάτη στον τοίχο, ακριβώς απέναντί της. Έψαξε για τα τσιγάρα του ενώ τα δάχτυλά της ψάχναν το εσωτερικό των μηρών της. Περαστικές κόκκινες στάλες τρέχαν απ’ όλες τις οπές της. Την είδε, την παρακολούθησε. Να γλαρώνει βλέφαρα, να γέρνει κεφάλι στα αριστερά. Μια έντονη χαράδρα ανάμεσα στα φρύδια της. Άκουσε την φωνή της σκουριασμένη να χαράζει το σκοτάδι. Γρατζουνούσε τις κοιλάδες του αφαλού της, πέρναγε από τις άκρες των μαύρων σκιών της και έφτανε στα γένεια του. Δυο κρατήρες στις άκρες των χειλιών της. Και πίεζε και πίεζε. Χωρίς πόνο φανήκαν οι άκρες από δυο σίδερα χωρισμένα σε αρσενικό και θηλυκό. Γεννήθηκαν χωρίς υγρά. Δεν μπορούσε να σταματήσει να την κοιτάει. Δεν μπορούσε να σταματήσει να την πλησιάζει. Με τον νου στην αρχή, με τα πόδια του να σέρνονται μετά. Την είδε να ξεραίνεται και δεν το άντεξε. Με τη γλώσσα μάζευε τις στρογγυλάδες της. Παραβίαζε αυτό και μόνο το άνοιγμά της. Τα χέρια του αρπάζονταν απάνω της, άφηναν σημάδια που δεν ξεχώριζαν. Έμενε ακίνητη με το θυμάμαι να βγαίνει αργά αργά. Ούτε μια στιγμή δεν την άγγιξε αλλού. Ούτε μια στιγμή δεν έπαυε να ουρλιάζει πόσο ανάπηρο ήταν τούτο το ταίριασμα.
Παραπονιόταν η μέση, τα χέρια της, ένιωθε σπασμούς να φοβούνται να βγουν ανάμεσα απ’ τα πόδια της.
Την άφησε. Κρέμασε τα χέρια του στο πλάι. Δεν άνοιγε τα μάτια της. Του ξέφυγε ένα αχ. Άρχισε να αφαιρεί επενδύσεις. Στράφηκε και άνοιξε το παράθυρο. Ανάσανε βαθιά και βούτηξε στο πεζοδρόμιο. Σειρήνες, φωνές, φρεναρίσματα. Η κουρτίνα σάλευε στο ανοιχτό παράθυρο του τρίτου. Κάποιος περαστικός νόμισε πως είδε μια γυναίκα με αίματα στα χέρια. Όμως το δωμάτιο ήταν άδειο. Οι επενδύσεις του σχημάτιζαν ένα λόφο που κάπνιζε.

Ξέρεις πως είναι να αντικρύζεις τα πόδια του ανθρώπου που έγραψε για τα αλαλάζοντα λάμδα να χτυπάν το πάτωμα στο ρυθμό της Ευδοκίας;
Να σε κοιτάει και να σου κλείνει το μάτι γιατί περιμένει να του πεις πως “δεν αξίζεις φράγκο ρεεεεε”. Να συζητήσετε για το Δαμιανό που πήρε έναν φαντάρο και μια πουτάνα κι έκανε τέχνη. Και μετά όταν θα ‘χει περάσει η ώρα να σε κλείνει σε μια αγκαλιά και να σου μιλάει “μη φοβάσαι μωρό μου, εσύ ξέρεις από τσογλάνια, θα είσαι ηδονοθήρας και θα μάθεις στην μοναξιά σου και κάποια μέρα να μου φέρεις και να μου πετάξεις στα μούτρα όλα αυτά που σκαλίζεις κι εγώ θα στα φτιάξω”. Και το πρωί που ξυπνούσα με μούτρα μου ‘βαζε ένα “άιντε εκεί ψηλά, ψηλά στην Ανδρομέδα” κι εγώ πήγαινα εκεί που μου ‘λεγε κι έφερνα τα χέρια ψηλά και έσερνα μέση μια δεξιά, μια αριστερά και μετά έφερνα τα πνευμόνια μου ίσια. Και να απλώνουμε πόδια στον ήλιο, στ’ αμπέλια και να μας απαγγέλει Εμπειρίκο, να ξεχάσουμε

Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνη

Αυτό το παρ’ ολίγον είναι που έκανε την διαφορά. Ξέρεις πως είναι; Όχι δεν ξέρεις. Και πώς να ξέρεις δηλαδή και πώς να αντέξεις να ξέρεις. Να σου γελάει στον αυχένα και να είναι σαν να σου γελάει ο απόηχος όλων σου των πτώσεων, σε θάλασσα, καλοκαίρι σε παγωμένα ρεύματα, σε λίμνες ψηλά στο Να εκεί που σκάει ο μικρός καταρράκτης και εσύ αφού έχεις ανέβει ντουμανιασμένος τέρμα όλο το μονοπάτι σκέβεσαι πως ναι, αυτό είναι τελικά. Αυτό που λένε οι ποιητές για τα λάμδα. Και αυτό που νιώθω σαν είσαι τόσο βαθιά που με πονάς.
Και λίγο πριν ξημερώσει να ακούω την φωνή της Νταντωνάκη ή της Παππά.
Και άμα θέλω να τον κάνω να γελάσει να του απαγγέλω Τσέχωφ.

Πάει κι έρχεται, πάει κι έρχεται σαν να ‘βαλε αυτή την πυρκαγιά

Επόμενη σελίδα: »