Νοέμβριος 2006


-Πόσοι σουρεαλιστές χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα;
-Μπλε.
-Θα έρθει τελικά ο Godot;
-Κάτσε να τελειώσει το σεξ ο Μπέκετ και βλέπουμε.
-Τελικά όλα στη ζωή είναι θέμα μοίρας.
-Αχ να τη και η μοίραα! Καλώς την.
-Παράγγειλε ένα ποτάκι για τη μοίρα.
-Βοτκίτσα;
-Ε ναι λέμε.
– Κάτσε να σου λασκάρω λίγο την αλυσίδα και να παίξεις μέχρι τη γωνία για να μπορώ να σε βλέπω.
-Έχω αρρωστήσει! Είσαι blogger?
-Θέμα ψευδαίσθησης είναι.
-Μ ‘ αρέσει αυτό το παραδοσιακό στον άντρα.
-Η μεγαλύτερη ματαιοδοξία είναι ο φεμινισμός.
-Χάνεις τα όρια.
-Μηχανισμός αυτορρύθμισης.
-Άντε γεια μας!
-Είσαι ανάγωγη! Δεν τσούγκρισες ποτήρι με την μοίρα!
– Είναι που μ’ έχει ξεχάσει χρόνια, γι’ αυτό.
-Να σε φιλήσω;
-Όχι γιατί αυτό θα είναι πραγματικό.
-Η ευτυχία δεν υπάρχει σαν όρος. Άρα ούτε και η μοίρα.
-Εγώ είμαι ρεαλίστρια.
-Μη ρεαλιστής θα πει μη ελεύθερος.
-Συγκλίνει ο κυνισμός και ο ρεαλισμός;
-Όχι αν τα έχεις διαχωρίσει.
-Δεν ξεφεύγεις από την πραγματικότητα.
-Ξεφεύγεις.
-Έχω έναν κόσμο μέσα στο κεφάλι μου. Καμιά φορά ακούω και μουσικές εκεί.
-Όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι ακούνε φωνές.
-Δεν θέλω να το δω πεζά.
-Έχω επιλέξει.
-Αόρατα σκοινάκια μας κινούν.
-Πόσο μεγάλη είναι η ανασφάλεια;
-Όχι απλά είναι το κόστος ευκαιρίας.
-Μη μου επιτίθεσαι.
-Έχεις δίκιο. Θα το διορθώσω.
-Ας αλλάξουμε κουβέντα.
-Όχι.
-Ναι.
-Εγώ είμαι η παρένθεση.
-Γι’ αυτό δε σου δίνω σημασία.
-Πείραμα μιας ανώτερης δύναμης.
-Εγώ δεν λέω ότι δεν υπάρχει Θεός.
-Η μοίρα, το πεπρωμένο, το σκουλήκι που θα φτιάξει ο βιολόγος.
-Πιστεύω στο τυχαίο.
-Κι ο σκοπός;
-Αν και αν.
-Αυτός στο μπαρ με κοιτάει περίεργα.
-Είναι που μου έχεις βάλει την αλυσίδα. Και που ψάχνεις το κλειδί του δωματίου μα δεν το βρίσκεις. Και δε σου λέω που είναι.
-Σταμάτα να γράφεις.
-Σου ‘χω πει ότι παρακολουθώ σεμινάρια φωτογραφίας;
– Τι άλλο βαρετό θα ακούσω σήμερα;
-Πάλι γουρουνιές λες!
-Riders on the storm.
-Δεν είμαι καλά.
-Το ξέρω αυτό.
-Όχι φιλιά, αισθάνομαι αδύναμη μετά.
-Χρειάζονται κάτι βραδιές σαν την αποψινή για να τρώει ο κυνισμός μου κλωτσιές στα αρχίδια.
-Γράψτο αυτό και μετά μας το εξηγείς.

Χρόνια πολλά Μ.

Κύριοι μου καλοί, με πληρώνετε εδώ, και σας κάνω όλα τα γούστα
και μου ρίχνετε πεντάρες και σας λέω ευχαριστώ
στο φτηνό ξενοδοχείο στη φτηνή την προκυμαία
και δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε

Well she’s up against the register
with an apron and a spatula
with yesterday’s deliveries, and the tickets for the bachelors
she’s a moving violation
from her conk down to her shoes
but it’s just an invitation to the blues

Μα ένα βράδυ, βουητό στο λιμάνι
κι όλοι λεν τι είν’ αυτό το βουητό
και αλλάζω τα σεντόνια και γελάω κι όλοι λεν αυτή γιατί γελάει
Κι ένα μαύρο καράβι με πενήντα κανόνια στο λιμάνι έχει μπει

and you feel just like Cagney
looks like Rita Hayworth
at the counter of the Schwab’s drug store
you wonder if she might be single
she’s a loner likes to mingle
got to be patient and pick up a clue

Κύριοι μου καλοί σας λυπάμαι καθώς παζαρεύω ποιόν θα πάρω τη νυχτιά
γιατί σε κρεβάτι απόψε δεν θα κοιμηθεί κανείς
μα σας λέω την ταρίφα και γελάω κρυφά
που δεν ξέρετε ποια είμαι εγώ

but you can’t take your eyes off her
get another cup of java
and it’s just the way she pours it for you
joking with the customers
and it’s mercy mercy Mr. Percyt
here ain’ t nothin’ back in Jersey
but a broken-down jalopy of a man I left behind
and a dream that I was chasin’
and a battle with booze
and an open invitation to the blues

Και μέσα στη νύχτα ουρλιαχτό στο λιμάνι
κι όλοι λεν’ τι ‘ναι αυτό το ουρλιαχτό
και ορμάω στο παράθυρο με γέλια κι όλοι λεν τι πανηγυρίζει
Και το μαύρο καράβι κατά πάνω στην πόλη τα κανόνια γυρνά

Κύριοι μου καλοί τώρα πια δεν γελάτε τώρα η πόλη έχει γκρεμιστεί
κι όλα τα βρωμόσπιτα σας τα γκρέμισαν σε μια νύχτα
απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο δω κι απορείτε γιατί τ’ άφησαν αυτό

but she’s had a sugar daddy
and a candy apple Caddy
and a bank account and everything
accustom to the finer things
he probably left her for a socialite
and he didn’t love her ‘cept at night
and then he’s drunk and never even told her that he cared
so they took the registration
and the car-keys and her shoes
And left her with an invitation to the blues

Μόνο το μπορντέλο στέκει όρθιο στη πόλη
και ρωτάτε, ποιος να έμενε εδώ
και θα βγω στην πόρτα εγώ σαν ξημερώσει και θα πουν γι’ αυτήν ήτανε λοιπόν
Και το μαύρο καράβι τη σημαία σηκώνει να με υποδεχτεί

‘Cause there’s a Continental Trailways leaving
local bus tonight, good evening you can have my seat
I’m stickin round here for a while
get me a room at the Squire
the filling station’s hiring
I can eat here every night
what the hell have I got to lose
got a crazy sensation, go or stay and I’ve got to choose
and I’ll accept your invitation to the blues

Η Τζένη των πειρατών είναι ένα ικανό για fade out τραγούδι.
Tο Invitation to the blues το ίδιο.

O Ζερό ή αλλιώς μεγάλος δάσκαλος μου έκανε μια πρόταση ακαταμάχητη..
Απόπειρα για κάτι νέο λοιπόν.

Ζερό μου σ’ ευχαριστώ για όλα!

Μικρές ιστορίες με αμφίβολο τέλος. Δοκιμάζω συχνά. Και δε με παρηγορεί που δεν έχουν πολλούς πρωταγωνιστές έγχρωμους. Τους ήθελα. Ήθελα μια ολόκληρη συμμορία. Σαν του Ταραντίνο όλους τους κυρίους και την μία κυρία. “ I don’t tip”.
Ούτε κι εγώ. Απλώνω χεράκια στο ταβάνι. Κουνάω δάχτυλα ποδιών, ντυμένα με μαύρο δίχτυ. Τραγουδάω πρώτη φωνή. Δυσκολεύομαι λίγο αλλά μ’ αρέσει ο ήχος. Όλα τα τραγούδια του Λοίζου μου φέρνουν στο νου εικόνες από στενά πλακόστρωτα, ανθισμένα γιασεμιά και κιθάρα. Όλα μαζί δηλαδή. Εικόνα, μυρωδιά και ήχος.
Σηκώνομαι και ψάχνω μια άλλη μουσική. Να έχει ακορντεόν, σαν γαλλικό σινεμά. Όχι άλλαξα γνώμη. Θα βάλω Τρύπες. Ν’ ακούσω κάτι από παλιά, να ΄χουν περάσει χρόνια να μη μου θυμίζει τίποτα από το τώρα. Το τώρα είναι το αμφίβολο τέλος. Καμιά προβλεψιμότητα πια. Μόνο γκρίζα άσφαλτος, φρεσκοστρωμένη να μυρίζει.
Σήμερα έβαλα εκείνα τα παιδικά κοκαλάκια-πεταλούδες και βγήκα χωρίς όπλο. Ή μήπως το πήρα και δεν το θυμάμαι; Δεν έχει σημασία, δεν νομίζω να μου χρειαστεί. Στροβιλίζω τακούνια και παίρνω στροφή. Μπρέικ ντανς λοιπόν. Δεν προσπαθώ, θα έρθει μόνο του. Κι εκείνοι που κοιτάν πίσω από το στολισμένο με ψόφιες μύγες τζάμι, θα βαρεθούν και θα φύγουν. Πες. Όχι πες δε σε διακόπτω. Πες ότι θες.
Να ακούσω, να μυρίσω, να πιάσω, να αισθανθώ. Δεν είναι εκείνος που μου λείπει. Είναι το συναίσθημα. Δηλητήριο λοιπόν. Του σκορπιού. Από κείνο που μπορεί να σε σώσει. Ή να σε στείλει. Και με τα δυο πορευόμαστε.
Άντρες πρωταγωνιστές. Σελίδες ολόκληρες να ξερνάνε, να μπλέκουν γένια σε αγκαλιές. Έτσι όπως μόνο εκείνοι αποχαιρετιούνται. Αυτό που θα κρατήσω είναι το πώς καπνίζουν. Και καμιά φορά χαμογελάνε. Άραγε να φωτίζει βλέμμα τότε;
Αναδεύω, σκαλίζω. Κι ανοίγω τα παράθυρα.
Θέλω να ‘ρθεις και να με βρεις να κάτσεις να τα πούμε..
Και πρώτη και δεύτερη!
Αμέ!

To κείμενο είναι κάπως για τον Μαρκήσιο που μου θύμισε το Λοίζο και κάπως για τον Έρωτα που περνάει από το στομάχι που κάθε του σχόλιο μου θυμίζει ολόκληρα κείμενα που δεν έγραψα ακόμα.

Σάββατο βράδυ. Μπάνιο στα σκοτεινά, με τους υδρατμούς να καλύπτουν τους καθρέφτες. Απόψε θέλει να γίνει όμορφη. Πολύ. Τυλίγεται με την πετσέτα και απλώνει στα μαλλιά υλικά. Να γίνουν ίσια, μακριά να λάμπουνε καλύπτοντας πλάτη. Φοράει καθαρά ρούχα. Βάφει μόνο μάτια. Και είναι όμορφη. Πολύ. Της το λένε. Χαμογελάει τσαχπίνικα.
Και δε θα κοιμηθεί μόνη απόψε.

Αρρωσταίνω.
Κουράζομαι.
Μια μικρή εκδρομή, κάτι λόγια περαστικά από το βάθος, κάτι βλέμματα κρυφά.
Κάτι αγόρια που δεν αποφασίζουν.
Κάτι κορίτσια με μάτια τρελά, ανυπόμονα, κυνικά.
Κάτσαμε αργά, στην κορφή σχεδόν του βουνού. Μια πόλη με φώτα μικρά. Και μια αγριάδα ξαφνικά. Από πού θα έρθει η επίθεση;
Αδειάζουμε;
Αδειάζω το μυαλό μου.
Να αδειάσω το μυαλό μου.
Να το αδειάσω.
Να αδειάσω.
Επιτακτικά γιατί δε γίνεται αλλιώς.
Όχι άλλες υπόγειες φωνές.
Βρώμικες ανάσες παντού.
Από χαλασμένα μυαλά, όχι δόντια.
Το βλέπεις, το ξέρεις, αυτός που είναι δίπλα σου έχει χαλασμένο εγωισμό. Θυμάμαι, μου το έλεγες παλιά να τους προσέχω αυτούς τους ανθρώπους, γιατί η δική τους κατηγορία και η άλλη-αυτή των ηλιθίων είναι η πιο επικίνδυνη. Και σου έλεγα ότι δεν υπάρχουν κατηγορίες στους ανθρώπους. Μόνο έναν διαχωρισμό δέχομαι, αυτόν των δρώντων και των θεατών. Όλα τα άλλα είναι διατάραξη εντροπίας.
Αφέλεια; Αισιοδοξία;
Τώρα που πια επικράτησε ο κυνισμός, τι θα αλλάξει;
Ακόμα τσούζει ελαφρά η μύτη από τα δακρυγόνα. Όχι συνέχεια, μόνο στιγμές. Αυτές που στέκομαι. Μάλλον είναι σαν τους πονοκεφάλους. Υπάρχουν για να σου θυμίζουν ότι υπάρχεις. Κι ότι είναι ώρες που είσαι άνθρωπος.
Τόσο φανερές οι προθέσεις. Τόσο καθαρά όλα. Τόσο γελοία που καταντάνε εντυπωσιακά.
Σε αυτή τη σκηνή που έρχεται, εγώ θα είμαι στις κουίντες. Ας με αναπληρώσει κάποιος. Είναι ήσυχα εδώ πίσω. Βάζω ποτό, στρίβω και τσιγάρο και αναλογίζομαι. Όμορφα.
Όπως τότε στο λιμάνι. Με τα ακουστικά στα αυτιά και το βλέμμα καρφωμένο σε ένα κεφάλι. Με μακριά, μαύρα μαλλιά να καλύπτουν πλάτη. Σε κάτι ρούχα καθαρά. Σε κάτι μάτια ελαφρά βουρκωμένα. Σε ένα γέλιο δυνατό. Το καράβι έφευγε για Μυτιλήνη, δεν είχα κλείσει τα δεκάξι. Και ήμουνα σίγουρη ότι κοιμόσουνα μόνος.

Πρώτα το δεξί, μετά τ’ αριστερό. Ένα βήμα τη φορά. Έτσι ξεπερνάς τα πιο βαθιά σκοτάδια. Εκείνα που οι ψαράδες τοποθετούν λίγο πριν την αυγή. Μια χαρακιά την ημέρα λιγότερη λοιπόν. Και θα ‘ρθει ο καιρός που θα καμαρώνεις τα χέρια και τα πόδια σου λεία, καθαρά. Χωρίς σημάδια με πηγμένο αίμα, χωρίς μαύρα ρούχα, χωρίς αλυσίδες και παραμάνες. Απαλλαγμένος από τα περιττά στολίδια των χρόνων που άφησες πίσω σου. Τα δαχτυλίδια πέφτουν με ορμή στο πήλινο δοχείο και σωριάζονται, πτώματα ξεραμένα από υγρά οι μέρες του. Ανοίγω ντουλάπια και βλέπω σκονισμένα χαμόγελα. Κάτι μάτια μπλε ανοιχτά, κάτι μαλλιά μπλεγμένα με ασημένια στολίδια. Κάτι δάχτυλα λεπτά με περίεργες ενώσεις, κάλους κι άλλες χαρακιές. Θυμάμαι το στράγγισμα της πληγής. “Σε θέλω”. Μέχρι πότε; Μέχρι όποτε. Ολόκληρες τούφες από μαλλιά στα χέρια του και κόκκινη γροθιά τα δικά σου. “Την πίκρα που ‘χω μες στο στόμα πιες”. Σπρωξιές. “Δε θα ξαναφύγεις ποτέ, αν δεν το ξέρω εγώ”.

Εγώ δεν το έμαθα ποτέ, όταν έφυγες.

Δυο κορίτσια σε ένα ασημί αυτοκίνητο.
Δυο φίλες κάνουν βόλτες στους ασημένιους δρόμους της πόλης.
Νύχτα. Αργά πια.
Έχουν προηγηθεί 2 -3 ποτέ σε μια μαύρη μπάρα.
Οι δυο φίλες καθισμένες στα ψηλά σκαμπό, κινηματογραφικές φιγούρες μιλούν και γελάνε.
Διασκεδάζουν. Πάντα περνάνε καλά μαζί. Λίγο η χημεία τους, λίγο η κοινή τους ζωή, οι αναμνήσεις τους, η μουσική τους.
“Riders on the storm” παίζει τώρα.
Μια Αγγλίδα μεθυσμένη σηκώνεται να χορέψει.
Μόνη της. Με το ποτό στο χέρι.
Χορεύει μόνο Doors. Λικνίζεται ρυθμικά, αργά και χάνεται στο τραγούδι.
Οι φίλες χαμογελούν λίγο χλευαστικά. Τη συμπαθούν όμως. Μεθυσμένη και ελεύθερη.
Χορεύουν κι αυτές αργότερα.
Τις κοιτάζουν οι θαμώνες, αλλά δεν τις νοιάζει.
Τι σημασία έχει άλλωστε; Είναι κι αυτές λίγο ζαλισμένες.
Τα κερασμένα σφηνάκια φταίνε.. Μπαίνει το Moonchild. Τα χέρια ψηλά. Χαμόγελα. Τραγουδούν δυνατά. Μετά κάνουν παραγγελιά. Βασιλάκη όπως πάντα. Στην μνήμη της εφηβείας τους. Στη φιλία τους. Το μαγαζί όλο δικό τους κι η νύχτα ολόκληρη μπροστά τους. Κι ο κόσμος στα πόδια τους.
Οι ασημένιοι δρόμοι ξεχύνονται στα μάτια τους.
Δε γυρνάνε σπίτι.
Περιφέρονται στο κέντρο. Το αμάξι τρέχει στη γκρίζα άσφαλτο. Ανάβουν τσιγάρο και στους τέσσερις τροχούς μπλέκονται λόγια. Θύμησες.
Το αυτοκίνητο σαν να κινείται από μόνο του.
Ξαφνικά στρίβει αριστερά και κατευθύνεται νότια.
Οι δυο φίλες κοιτάζονται και χαμογελούν με νόημα.
Λες; Ας είναι.. και συνεχίζουν νότια.
Περνούν από γειτονιές γνώριμες, γεμάτες αναμνήσεις.
Σπίτια, μαγαζιά, λεωφόροι, παγκάκια, πάρκα, μικρά στενά. Άσκοπη βόλτα από τη μια, θεσμός από την άλλη. Πόσες φορές το ίδιο δρομολόγιο. Είτε μαζί ή μόνες τους. Μόνο για ένα πέρασμα. Έτσι, για το γαμώτο. Χωρίς στόχο. Για ένα μικρό μνημόσυνο. Για μια ψευδαίσθηση. Σαν φαντάσματα που επιστρέφουν αόρατα και ξαναδίνουν λίγο χρώμα στην περιοχή. Μετά πάλι γκρίζο- άσπρο. Καμιά φορά αισθάνονται ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ή έτσι θέλουν να αισθάνονται. Έτσι για λίγο μωρέ. Λίγα λεπτά πίσω στο φως.
Η συνοδηγός στρίβει τσιγάρο. Ένα γι’ αυτήν, ένα για τη φίλη της. Καπνίζουν. Μιλάνε πιο αραιά τώρα.
Απαραίτητες κι οι προσωπικές σκέψεις. Ξάφνου ξυπνάνε. Τελευταίος σταθμός ένα σπίτι. Μια μονοκατοικία με αυλή. Κλείνουν το μάτι και το σήμα εδόθη. Το αυτοκίνητο γκαζώνει και το χέρι κολλάει στην κόρνα. Οι παλμοί της καρδιάς ανεβαίνουν επικίνδυνα κι οι δυο φίλες χάνονται στο σκοτάδι. Ίσως κάποιο φως ν’ άναψε στο σπίτι. Δε θα μάθουν ποτέ..
Γελάνε όμως. Έχει πλάκα το παιχνίδι τους.
Την άλλη φορά ίσως να τολμήσουν να χτυπήσουν και το κουδούνι,
Έτσι, για το γαμώτο.

Αυτό το έγραψε η ανώνυμή μου.
Η δικιά μου ανώνυμη Μ.
Η φιλενάδα μου.
Να μου θυμίσει τις βόλτες εκείνες που καιρό έχουμε να κάνουμε.
Το βρήκα πολύ τρυφερό και το μεταφέρω αυτούσιο, αφού η ίδια ακόμα δεν ανοίγει blog.
Κάτι σαν δική μας γιορτή.
Γιατί για μας, η 17η Νοέμβρη σημαίνει πολλά..
Δικά μας είναι ρε ακούς;

Θυμάμαι φιλενάδα.. Τα ποτά, το ξενύχτι, τους χορούς.
Και κάτι άλλο θυμάμαι.. πως έχω χρόνια να σου πω ότι σ’ αγαπάω πολύ!

«Ένα μισαδάκι που θα βρούμεεεεε;;;;»
…………………. χεχεχεεεεεε……………..

Επόμενη σελίδα: »