Σεπτεμβρίου 2007


229839140_cdad608bb6_o1.jpg

Ένας μικρός χάρτινος ήρωας πήρε το μετρό και σήμερα.

Πέρασε την μέρα του με απανωτά φτερνίσματα σκόνης χαρτιού με  δάχτυλα φαγούρας  μαύρων πλήκτρων.

Κουβαλάει μια τσάντα ξεβαμμένη, γεμάτη τσαλακωμένα αλουμινόχαρτα από γεύματα.

Οι κάλτσες του είναι ξεχειλωμένες.

Τα μάτια του γέρνουν κουρασμένα.

Ο μικρός μου χάρτινος ήρωας.

Που ξύπνησε μια μέρα κι ήταν 33 χρονών.

Και κανείς λαός Πιλάτου ή φίδι Κυρίου δεν του πρόσφερε μια λύση.

Όπως δεν είχε και ποτέ αληθινά χέρια.

Δυο εξαρτήματα βιδωμένα από εργοστάσιο τελειότητας.

Μικρέ μου χάρτινε ήρωα,

μην κοιμηθείς και χάσεις την στάση σου.

Ξέρεις, τούτος ο συρμός, δεν έχει αντίθετο.

Ήταν που λες, ένα πολύχρωμο σπίτι. Οι κάτοικοι των στραβών ορόφων ζούσαν έτσι για χρόνια, μα ποτέ δεν κατάλαβαν πως το στραβό κυβερνούσε τις γραμμές τους. Έβγαιναν τα βράδια στα μπαλκονάκια τους, πίναν ποτά με πολύχρωμες ομπρελίτσες και αντάλλασσαν καθημερινές κουβέντες. Πως πάει; Καλά κι εμείς, καλό σας βράδυ. Δεν τους κίνησε ποτέ την περιέργεια, πως ποτέ δεν αντικρύζαν ο ένας τον άλλον ημέρα.Εσύ ζούσες λέει, στο δώμα. Χρόνια εκεί, χρόνια να φτιάχνεις και μετά να χαλάς τα μουσικά σου όργανα. Τα δοκίμαζες αλλά καθώς ήταν πάντα νύχτα, κανείς από τους κατοίκους δεν ήταν ξύπνιος για να ενοχλείται. Είχες παρέα μια πορτοκαλί γάτα, μια γάτα που χαμογελούσε μόλις έσπαγες και την καινούρια σου προσπάθεια. Την ταΐζε η ένοικος του πρώτου, μια κυρία με μπλε μαλλιά και ζαρωμένου στους αστραγάλους καλσόν. Εκείνη σου ψιθύρισε κάποτε πίσω απ’ την γλυκιά σου πόρτα πως είναι πάντα σκοτεινά. Δεν την κατάλαβες και εκείνη την νύχτα δεν επιδιόρθωσες κανένα όργανο.Καμιά φορά χάζευες το μπαλκόνι του κυρίου από κάτω σου. Κάπνιζες και πέταγες τις στάχτες στην βουκαμβίλια που σκαρφάλωνε μωβ και άγρια μέχρι την πόρτα σου. Την γλυκιά σου πόρτα. Έβρισκες χορδές τσακισμένες στις γωνιές του δωματίου σου, όπως άλλοι, λιγότεροι πολύχρωμοι άνθρωποι, βρίσκουν σκόνη.Πάντα λίγο πριν την ώρα που υποτίθεται πως ξημερώνει, οι κάτοικοι του πολυώροφου σπιτιού αναδεύονταν. Σηκώνονταν, ντύνονταν τα φρεσκοσιδερωμένα τους και κλείναν πίσω τους τις πόρτες. Αν τους ρωτούσες, θα σου λέγαν πως πάνε στη δουλειά, μα κάθε πρωί τους κατάπινε ένα φρεάτιο στην εξώπορτα και τους ξανάβγαζε το βράδυ, με τσαλακωμένα πρόσωπα. Μα δεν ήσουν ποτέ ξύπνιος εκείνες τις ώρες για να το δεις. Εσύ τους έβλεπες μετά, την ώρα των πολύχρωμων ποτών, την ώρα που μάζευες τις ταλαιπωρημένες χορδές για να περάσεις καινούριες.Κι έτσι γλυκά κυλούσε ο χρόνος. Εσύ πάντα θα έφτιαχνες και θα χαλούσες μουσικά όργανα, πάντα η πορτοκαλί γάτα θα χαμογελούσε, πάντα η κυρία του πρώτου θα την τάιζε και που ξέρεις ίσως κάποτε να σου ξαναψιθύριζε έξω απ΄τη γλυκιά σου πόρτα πως δεν ξημερώνει ποτέ, πάντα η βουκαμβίλια θα αγρίευε μες στο μωβ της και πάντα οι ομπρελίτσες θα ήταν πολύχρωμες.

Κι εγώ; 

Εγώ μωρέ, ολόκληρο κόσμο σου ‘φτιαξα, ήθελες να με βάλω κι εμένα μέσα;

Δεν ήθελες.

Ήθελες;

dscn0361.jpg

Τα πρωινά μετά την άπιστη νύχτα, πάντα τα μάτια δακρύζουν στο πρώτο αεράκι. Υπολογίζοντας πως φυσάει πολύ τούτες τις μέρες, υπολογίζεις πως και τα μάτια θα τρέχουν αιμορραγώντας. Γυναίκες. Πλάσματα που αιμορραγούμε κάθε φεγγάρι. Και δεν πεθαίνουμε. Μια εξάντληση μόνο στους λαγόνες.

Και πως γίνεται να χωρίζουμε τις ζωές μας σε κομμάτια; Να χωρίζουμε τους ανθρώπους μας σε μέρη τους; Τούτος εδώ είναι η καρδιά μου, στέλνει αίμα παντού, το ζορίζει κι αυτό βγαίνει απ’ τις οπές. Τούτος εδώ είναι το μυαλό μου, ορίζει το αίμα να σφυροκοπήσει ζωτικά, να ανταριαστεί την ώρα που θα τον έχω μέσα μου, να βουίζει στ’ αυτιά μου την ώρα που θα μου λέει ότι τον τρελαίνω. Τούτος εδώ είναι η αφή , η όσφρησή μου, κάνει το αίμα μου να τον θυμάται, να ψάχνει μέσα σε παλιά γράμματα για τις δικές του σταγόνες, ταχυδρομημένες χρόνια πριν, έχουν γίνει πια σκούρο μπορντώ.

Άπιστη νύχτα.Τα μάτια που δακρύζουν στον αέρα του ξημερώματος.Άπιστη νύχτα.Οι λαγόνες που πονάνε καθώς θυμούνται.Άπιστη νύχτα.Η μυρωδιά του κόσμου που φτιάχτηκε για/μέσα σε ένα μόνο δωμάτιο.Άπιστη νύχτα.Οι γρατζουνιές στο σαγόνι απ΄ τ΄ άγρια φιλιά.Άπιστη νύχτα.Όσα πήραν αέρα και ξεράθηκαν στο δέρμα.Και που είναι η θέλησή σου ψυχή μου, που είναι η οριστικοποίηση του όχι; Της άρνησης της καταδικασμένης στην αφάνεια;

Αδύναμος, αδύναμη, λόγια που βγαίνουν μόνο για το fade out. Τις θυμάσαι τις κασέτες που φτιάχναμε στο σχολείο; Μια τέτοια κασέτα, μια τέτοια λίστα τραγουδιών, να τελειώνει με τούτο

BlueStrange colour blue/Sixteen tons on the moon/Blue/Strange colour blue/Coming back to you/Pushing through/Pouring rain/Nearly there/Nearly there/Oh, blue/Blue/Strange colour blue/Sixteen tons on the moon/I am racing/Outside and below myself/Nearly forgot myself there/Nearly there, yeah/Oh, everybody’s sleeping now/An industrial silence singing/And the rain will keep hammering down from overhead/Now there’s a blue, blue, strange colour blue/Let me dream of me and you/Oh, how the rain keeps coming down/Pour, oh, running down the window/Like a vein on my arm/Oh, running down the window/Like a vein on my arm, yeah/This is how we do it/Nearly there/This is how we do it/This is how we do it/This is how we do it/Nearly there/Oh, blue/

και την μυρωδιά μου να εξατμίζεται στα χοντρά σου σεντόνια, χοντρά λες και ήρθε κιόλας ο χειμώνας, μα μάλλον ήρθε, μάλλον στον κόσμο για/μέσα στο δωμάτιό σου είναι πάντα χειμώνας.

Και μόλις ξημερώσει θα βγω στο δρόμο, στη σκόνη, θα καμώσω ένα τσιγαράκι και θα ξεκινήσω. Και στ’ αυτιά μου ξανά ο χειμώνας σου.

 

dscn0135.jpg

Σ’ ένα παλιό κουτί, στην μέσα μεριά του έτσι που να μην το βλέπεις σαν τ’ ανοίγεις με την πρώτη. Είναι ακούραστο, έτοιμο να ανέβει όλα τα πέτρινα πεζούλια, όλα τα σκουριασμένα κάγκελα. Εκείνο βλέπει εκεί που εσύ νυστάζεις. Και ξέρει πως ανάμεσα στα ίδια κάγκελα υπάρχει μια σελήνη ενός τετάρτου. Κράτα το ρυθμό σου λέει. Ένα δύο ένα δύο ένα στ΄ αριστερό ένα ένα.

Σε κουράσαν θα του πεις οι παρελάσεις; Θα σου γελάσει τσιριχτά. Αφού το ξέρει πως δεν μπορείς χωρίς την έκθεση αυτή.

Τα πέτρινα σκασμένα πεζούλια, τα σκουριασμένα τόπους-τόπους κάγκελα.

Συμφωνίες εν βρασμώ διοξειδίου

Σελήνη σε ρυθμό ενός τετάρτου αν υπάρχει;

Ρωτάει, ρωτάει αν θα σου πάρει καιρό ακόμα να το δεις σκαλισμένο στην μέσα μεριά του , να ακολουθήσεις το χάρτη στην μέσα μεριά των γοφών του.

Κι επιμένει να γελάει τσιριχτά, να φτύνει τα κουκούτσια της αιθάλης και να μετράει με τα δάχτυλα των χεριών/ Ένα δύο ένα δύο ένα στ΄ αριστερό ένα ένα.

Αμυδρά η μουσική κάτι σκοτεινό ζήταγες και θα σου στείλω μια σελήνη ενός τετάρτου

Ανοίγουν οι οδοί μωρό μου. Ανοίγουν.

dscn0210.jpg

Αυτά τα χέρια είναι τα δικά σου, ή μήπως τα δικά μου;Θλίψη, αληθινή θλίψη. Τα χέρια που σταύρωσαν ονόματα, δίπλωσαν ψηφοδέλτιο και το ρίξαν. Κατά συνείδηση είπες; Ποια συνείδηση; Στη Μυρσίνη από την A.V. είπα πως είμαστε η γενιά των 700 ευρώ και του δε βαριέσαι τίποτα δεν αλλάζει.Και ναι η αφέλειά μου χτες έλεγε πως κάτι θ΄ αλλάξει δεν μπορεί. Και κατά τις 11 έριξα μια μούντζα στην οθόνη όπου ανθρωπάρια, αυτό-αποκαλούμενα δημοσιογραφικά λειτουργήματα δεν κρύβαν την οργή ή τη χαρά τους με τίποτα.

Αισχύνη, αιδώς, αίσθημα δικαίου, μας λέγανε.

Καταταγείτε εθελοντές, μας λέγανε.

Μπερδεύονται στα χέρια μου αυτά που μας μαθαίναν στα Αρχαία με αυτά που μας μάθαινε ο Αστερίξ, με τις στάχτες και την ειδοποίηση σύνταξης της γιαγιάς μου, ενενήντα δυό χρονών και διακοσίων πενήντα ευρώ για δυο χέρια που σκάψαν χωράφια της ορεινής Κορινθίας, την ειδοποίηση για την απόδοση φόρου τη δική μου με την αναφορά του αστυνομικού οργάνου της τάξεως και της ασφαλείας που με δικάζει, τις σημαίες και τα πλαστικά χεράκια που βαράνε αλύπητα.

Αποποινικοποιήστε ό, τι έχετε ευχαρίστηση γιατί δεν βγαίνει παρακάτω κατά πως φαίνεται.

Δε μου λέει τίποτα η άνοδος κομμάτων της Αριστεράς που πιπιλίζαν όλη νύχτα λες κι έτσι αποσβένεται η ευθύνη. Δε μου λέει τίποτα το 26% της αποχής, το μεγαλύτερο κατά πως ξανά- πιπιλίζαν.

 “Καμιά πρόοδος απ’ το πρωί. Όλα στάσιμα, όλα νεκρά. Καμιά κίνηση στους δρόμους χωρίς να ΄ναι Κυριακή. Αυτό που συμβαίνει είναι εξωφρενικό. Καμιά δικαιολογία γι’ αυτά, γι΄αυτό.” Έτσι έλεγε ο Βαλαωρίτης και αλήθεια τι να λέει σήμερα ο Βαλαωρίτης;

Πριν λίγο καιρό με ρωτήσαν γιατί επιμένω να βλέπω όλες αυτές τις εικόνες που με θλίβουν, με ρωτήσαν γιατί ντρέπομαι που έχω αυτή την υπηκοότητα, με ρωτήσαν γιατί δεν καταλαβαίνω επιτέλους.

Ντρέπομαι. Βαθιά. Οι γεννήτορες μου είπαν πως δεν πρέπει να είμαι έτσι, γιατί οι εκλογές είναι ένα πανηγύρι. Κι εγώ λέω πως έτσι όπως κατάντησαν τις εκλογές οι προηγούμενες κι έτσι όπως συντηρούν το μύθο οι τωρινές γενιές, ναι, αλήθεια, είναι ένα πανηγύρι.

Αλλά ποτέ δεν ήθελα να παίρνω μάτι το σώου των τεράτων.

Στο τσίρκο ετούτο θα προτιμούσα μια μπουκάλα νιτρο-μορς.

Γι΄ αυτό σου λέω, τα χεράκια σου μωρό μου, τα χεράκια σου, αν δεν μπορείς να τα κάνεις κάτι άλλο τουλάχιστον πάρε αγκαλιά κανένα μικρό, να το παρηγορήσεις, σώπα μικρό μου σώπα κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής στον κόσμο που ΄ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό και τόση ερημιά, τόση ερημιά , τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

Φωνάζω τους ποιητές, μ΄ακούς;

Λες να ‘ναι απλά νωρίς;

dscn0184.jpg

Από τα ηχεία απαλά «στου λιμανιού, στου λιμανιού την άκρη»

Και φιγούρες ανταλλάσσουν ευχές αποχωρισμού, για το δρόμο στην υγειά και στην μνήμη.

Λιγοστεύει το τσίπουρο στα ποτηράκια, εδώ στη μέση των δυο νομών, στα πόδια του Ολύμπου.

Μερικά μάτια ξεπλένονται, άλλα επιμένουν να διατηρούν εσώκλειστη την υγρασία.

Υψώνονται μερικές φωνές «ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγάει».

Η κυρία Μ., αυτή που έμενε πάντα τελευταία στις ταβέρνες, αυτή που έπινε μόνο λευκό κρασί, χαμογελούσε μισά και μου ‘ταζε παραμύθια.

Κι εσύ πάλι αδυνατούσες να μου χαρίσεις άλλα ταξίδια.

Θες να πνιγεί ξανά ο χειμώνας; Θες;

Στέκομαι στην άκρη, έχω μείνει να χαζεύω το τραπεζάκι με το αρμυρισμένο μπλε καρώ τραπεζομάντηλο. Βγάζω παπούτσια, κάνει κρύο, θέλω να βουτήξω τα πόδια στη θάλασσα. Ο ποιητής μου λέει πως δεν ανησυχεί για μένα. Παράξενο πως οι άνθρωποι είμαστε πάντα έτοιμοι να διαμορφώσουμε αισθήματα από μια έκφραση του προσώπου και μόνο.

«Για μπάρκα και ταξίδια»

Πώς γίνεται να σφίγγεται όλο το μέσα με δυο στιχάκια, ε πώς;

Ένα χέρι γύρω απ’ τους ώμους την ώρα που ζαλίζει, ένα μόνο..

Τελευταία μετράω τις λέξεις μου ξανά, τελευταία βάζω το μυαλό να κοιμάται κι αυτό αρνείται, τελευταία μουδιάζω, μουδιάζω πιο εύκολα.

39.jpg39.jpg

 

Μένω να χαζεύω ανάμεσα απ’ τα ψηλά παγωμένα ποτήρια, την μπάντα επί σκηνής. Είναι Κυριακή, απλώνονται μπροστά μου όλου του χειμώνα οι Κυριακές, όλου του χειμώνα οι μπάντες.Και στους μονούς αριθμούς πέφτουν βαριά οι Κυριακές.Αλλάζω χρώμα, σκουραίνω και γίνομαι ξανά, λίγο μωβ.Ψάχνω τα γραμμένα μου, κενές σελίδες από το τέλος Αυγούστου, μόνο φωτογραφίες, φωτογραφίες σαν να μη μου αρέσουν πια οι λέξεις, μόνο εικόνες. Και μυρωδιές.Αρρωστιάρικος αέρας, δανείζομαι τσιγάρα και ξυπνάω το πρωί βήχοντας.Η μαύρη άνοιξη του Μίλλερ, μου κάνει παρέα για λίγα βράδια.Είχα κάποτε ένα μεγάλο αδερφό, μια φιγούρα αέρινη που χάθηκε στα χρόνια κι αν δεν μεσολαβήσουν θάνατοι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.Σαν να μην έχουν πια ανάγκη τα μάτια, μόνο τα δάχτυλα να τρέμουν λίγο στις δυνατές λαβές.Σ’ έπιασα ξαφνικά, ένας άγνωστος, με μάτια θαμπά, το νιώθεις σου είπα, το νιώθεις, αυτό είναι ζωή ρε, αυτό είναι αλήθεια.Κατσουφιάζω, μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια.Το μέτρο μου είναι να θέλω να σου μιλήσω. Να σου λέω ιστορίες. Κι ας μη με πιστεύεις πια.

Νήματα οι καθημερινότητές μας, γκρίζες φιγούρες, χορεύουν με την απόγνωση των μονών αριθμών.

.

Καμιά φορά με κουράζει η παρατήρηση του έξω, από ψηλά.

Καμιά φορά οι φωνές από μέσα κάνουν ησυχία.

Και το ντο, που σου ‘λεγα και κορόιδευες ακούγεται απειλητικό.

Απ-ευθύνομαι/

Απ-οχωρίζομαι/

Απ–ομακρύνομαι/

Απ-οφεύγω;

Άσε με να παίξω με τα χέρια σου. 

εικόνα μου που είδε ο deuced σε ένα live του marquee

Επόμενη σελίδα: »