Η Αλίκη και ο καθρέφτης της.

Σταγόνες στην κρύα του επιφάνεια.

Εύθραυστη η πραγματικότητά του.

Τρύπια τόπους – τόπους.

Να κάνει ένα βήμα και να βρεθεί στο πράσινο χορτάρι.

Να το πατήσει ξανά και ν’ ακουστεί ο ήχος σαν εφημερίδας που τσαλακώνεται.

Θυμάται που;

Η καθημερινότητα ήταν σατέν.

Απαλή απ΄ τη μια, άγρια απ΄ την άλλη.

Κι ο καθρέφτης να σκονίζεται.

Της Αλίκης.

Που όπου να ΄ναι θα κλείσει τα τριάντα..

Μα ακόμα θυμάται το γρασίδι – εφημερίδα.

Την αίσθηση ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα.

Απαλή, άγρια, θορυβώδης.

Άγνοια Αλίκη μου.

Ο τρόπος να πορεύεσαι τρία εκατοστά πάνω απ’ τα σκουπίδια κουνώντας χαριτωμένα το άσπρο σου – μου χεράκι να διώξεις τη μυρωδιά.

Και να γελάς, να γελάς αμέ, να γελάς, να γελάς.