Μαΐου 2008


Ήσυχες οι φωνές των καρπών στο σκοτάδι.

Ακίνητοι οι σπασμοί, βουβή η καλή θέληση.

Σπάει η νύχτα αργά κι ο κηδεμόνας ασάλευτος στο πλάι του κρεβατιού.

Να κρατάει τις δεύτερες σαν μετρονόμος από μαύρη λάκα.

Με επιπλέον δυνατότητες ετούτο το μοντέλο, διφωνίες και τριφωνίες με έναν τόνο για βοήθημα μοναχά.

Δεν έχει άλλες εικόνες το βιβλίο που σου διάβαζαν.

Στερημένος οράσεως μένεις.

Μα πάντα θα τίκτει και θα αναγεννά

Τις ίδιες εκείνες τις παιδικές με το μαύρο φόρεμα στο πράσινο μαγεμένο δάσος.

Advertisements

Στο σχεδόν άδειο δωμάτιο με μια βότκα σε χαμηλό

να ιδρώνει απεγνωσμένα

και τον Buckley να απλώνει ελαφρύ βιμπράτο στην Pleasant Street.

Πως η ευτυχία είναι θραύσματα σε χρώμα λεμονί.

Και πως τα μονοπάτια είναι τελικά τόσο εγωισμένα υποκειμενικά.

Η συγκέντρωση έρχεται πιο εύκολα

η σκοπιά γερμανικό των μέσα, τις ώρες που θαρρείς πως αποκοιμιέσαι

Πόσο μικρός να ξαναγίνεις για να αντιληφθείς

την μέγιστη διαφορά

(πρώτο)βαλλόμενος

(από)χαρακτηριζόμενος

του πεσόντων λοιπόν

και αοράτως χαρακτηριζομένων.

Στεκόμουνα στην άκρη του λιμανιού προς το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να πιάσει το νερένιο. Και πάνω που ακράγγιζα φαινόταν ένας γλάρος με νότια φωνή κι έλεγε, έλεγε μέχρι που η μέση διπλωνόταν ξανά. Από πίσω μακριά το λαούτο κουρδιζόταν και μέσιαζε η νύχτα μέχρι που να καπνίσω. Η μοναξιά γίνεται πιο μπλε lheure bleu που λεν κι αλλού και τα δάχτυλα των ποδιών μου μουδιάζαν στα νερά. Κι η βάρκα αμπογιάτιστη ξέφτιζε σαν ξημέρωνε ξανά. Τα τείχη του κάστρου γυαλίζαν αφού τα έγλειφε μια υγρασία μωβ. Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν ήταν πιο θαμπά, η (δια)ταραχή πιο (δι)πολική.

Τώρα θα σταθώ στην ίδια άκρη του λιμανιού να χαιρετήσω με ένα αναγνωριστικό βλέμμα το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να την πιάσουν οι παλάμες σου. Ο γλάρος θα βολτάρει στα ακκόρντα του λαούτου σκιαγμένος να κρώζει πίσω, μακριά. Η νύχτα θα μεσιάζει, θα ξημερώνει από το πιο βαθύ σκοτάδι και τα δάχτυλά μου θα ξεκουραστούν μέσα στα φορεμένα σου παπούτσια της εκδρομής. Άραγε η Ευδοξία θα έχει μπογιατιστεί να φεγγίζεται στα τείχη; Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν θα μου ‘ναι πιο αδιάφορα, η ταραχή πιο ερωτική

Και αλήθεια, ποτέ άλλοτε τα χέρια μου δεν πιάναν Έτσι και Τόσο το νερένιο.

Τρίτες και απτάλικα

Και να πάει, πώς να πάει.

Ο ρυθμός πίσω στα δεκάξι ή μπροστά στα δέκατα έκτα;

Το κρυσταλλένιο είδωλο που μου χάρισες, ομοίωμα βαλσαμωμένης παιδικότητας.

Όργανα και κλειδιά, άνθρωποι και χειρονομίες

Κλειδωμένες.

Κρυστάλλινες.

Να πάει, πώς να πάει.

Σαν σκύβω στον καθρέφτη παρατηρώ τα χρώματα γύρω απ΄τις κόρες που αλλάζουν και συγκρατώ μέσα μου όλες τις φορές που ήταν υπεύθυνα.

Μετά χαϊδεύω την αριστερή μου θηλή, εκείνη που παλεύει να με γυρίσει πίσω στα δεκάξι μα σαν μεσιάζει η νύχτα καταλαβαίνω πως είναι μπροστά στα δέκατα έκτα.

Κόρες και θηλές ή μήπως ουλές θηλυκές.

Καμιά φορά νιώθω πως από κει γεννάται η αράχνη.

Και θέλω να το γλεντήσω μ’ έναν απτάλικο σαν εκείνον γύρω απ΄ τις ξύλινες καρέκλες – επανάσταση στα δέκατα έκτα (να ξεφύγω δεν μπορούσα καθώς γύριζα απ΄ την Προύσα)

Τα πρωινά που γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Σκέφτομαι πως ήρθε ένας μήνας των λουλουδιών. Και θα ΄θελα αλήθεια να στολίσω το τζάμι με πρασινάδα που δεν μυρίζει, δεν μεγαλώνει παρά μόνο στέκει φουντωμένη και ηλεκτρική να αντανακλά το ασθμαίνον φως της λάμπας που εξοικονομεί.

Και σκέφτομαι πως η εξοικονόμηση είναι η καινούρια λέξη της γενιάς μας. Μα μάλλον οι περισσότεροι εκπρόσωποί της την πήραν πιο μεταφορικά απ’ ότι χρειάζεται, είναι φαίνεται που στα σχολεία την ώρα των Κειμένων ήταν περισσότερο ξύπνιοι απ’ ότι χρειαζόταν.

Κι εγώ μην φανταστείς, εξοικονομώ. Μόνο που καμιά φορά με πιάνει μια αντίδραση και γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Ψόφιες επαναστάσεις που θα ’λεγε και το Γιωργί. Πριν ξεκινήσει τη θητεία, πριν ξεκινήσει τις πτώσεις, πριν ξεκινήσει τα χάπια, πριν τα σταματήσει όλα αυτά με ένα συνδυασμό αλά Χέμινγουει. Ψόφιες επαναστάσεις. Ξέρεις την πρώτη φορά που μου το ‘πε ήταν που αρνήθηκα να φιλήσω το χέρι του παπά στα βαφτίσια του αδερφού του Νικόλα. Μου χάιδεψε το κεφάλι, έγειρε ένα μισό χαμόγελο και μου ‘πε “ άσε τις ψόφιες επαναστάσεις ρε”.

Κι άμα εξακολουθώ να τις κάνω που και που είναι που μου τη δίνει η εξοικονόμηση ενέργειας έτσι όπως την μεταφράζει η γενιά της μαύρης τρύπας δηλαδή η δική μου. Κλείνονται, κλείνονται, καμώνονται πως ισορροπούν και σπρώχνουν κάτω απ’ το μαξιλάρι τις αξόδευτες ενέργειες. Καταλαβαίνεις έτσι; Ξέρεις καμιά φορά έτσι όπως σε κοιτάω μου θυμίζεις το Γιωργί. Δεν στο ‘χω ξαναπεί έτσι;

Και εκείνου του άρεσε πολύ ο Μάης.

 

 

(Απόσπασμα από αυτό που ελπίζει να γίνει πολύ «Πιστεύετε στα φαντάσματα ρε;» στο ρόλο η ίδια)