Οκτώβριος 2006


Μιλάμε για πολύ γέλιο!
Αυτο-ευλογούμαι!

σουρρεάλ!

Advertisements

Το χαμένο του Σαββάτου. Που όλες γινόμαστε φανερά εν δυνάμει κορίτσια της συγγνώμης. Έτοιμη να λούσεις τα μαλλιά σου έτσι που αν κάποιος θέλει να τα μυρίσει να μείνει για πάντα εκεί. Να βάψεις τα μάτια σου. Να βάλεις στολή επίθεσης. Και να βγείς. Έτοιμη να αλλάξεις τη ζωή σου. Έτοιμη να πονέσεις. Έτοιμη να ενθουσιαστείς.
Περπατώντας στους δρόμους που σε λίγες ώρες θα σκοτεινιάζουν νωρίτερα. Περνάς δίπλα από μια πέτρινη μάντρα. Από μια λάμπα του δήμου. Από τούφες φουντωμένο γιασεμί. Τα τακούνια σου σπάνε την ησυχία, λιώνουν μικρά κομμάτια αέρα. Οι ψηλές σου κόκκινες δερμάτινες μπότες έτοιμες να αλώσουν. Κουνάς το κεφάλι σου να απαλλαγείς από τον ήχο της φωνής σου. «Αν ποτέ αποφασίσεις να γυρίσεις, μην πεις τίποτα μόνο φέρε μου γιασεμί». Τι γεύση έχει το γιασεμί όταν το ξερνάς γλυκιά μου; «Μόνο μη με ξαναπείς μωρό μου».
Τώρα θα σου σερβίρεις μαύρη μπύρα. Και θα κάνεις οτι δεν ακούς τον μυστήριο ήχο. Αυτόν που βγαίνει από το κουτί της. Αλλά δεν πειράζει, παίζεις το παιχνίδι που ξέρεις καλύτερα απ’ όλα. Να αγνοείς το ένστικτό σου. Που σου λέει οτι εκεί υπάρχει μια μαύρη αράχνη. Όχι δεν είναι αράχνη, ούτε σκορπιός έτοιμος να κάνει αυτό που μόνο αυτός μπορεί τόσο αριστοτεχνικά : να αυτοκτονήσει μεγαλειωδώς. Είναι μια πεταλούδα. Μια όμορφη μπλέ πεταλούδα που λίγο θέλει να απλώσει τα λεπτοφτιαγμένα φτερά της και να ελευθερωθεί στο χώρο. Να αιωρηθεί για λίγο. Να αγγίξει ελαφρά τα μαύρα μακριά μαλλιά που μυστηριωδώς έχει ο ίδιος θαμώνας της ίδιας ξύλινης μπάρας. Και μετά να χαθεί στην ίδια υπόγεια διάβαση του παλιού σταθμού.
Κρίνε με με τον μόνο τρόπο που μπορείς. Υποκειμενικά. Όσο μακραίνει η αναμονή, θα σε πείσω πως άξιζε. Και μετά πως θα είναι όλα ομαλά, χωρίς φουρκέτες και λακκούβες ύπουλα σκεπασμένες με βρώμικα νερά υπονόμου. Μόνο χορτάρι και τέλεια σχηματισμένες ευθείες.
Τώρα που τα λέμε όλα, ζήτα να σου φέρουν και δυο καθαρά ποτήρια. Το ένα θα το πιείς στην μνήμη, το άλλο στην υγειά. Ξέρεις, αργά θα ζητήσεις κάτι ηλεκτρικό, θα στροβιλιστείς στο ξύλινο πάτωμα, θα σε κοιτάνε μα δε θα σε νοιάζει. Παίζεις το καλύτερό σου παιχνίδι.
Γυρνάς λοιπόν. Γερνάς λοιπόν. Κι όταν θα ξεβάψεις τα μάτια σου- τα μόνα που βάφεις λες και θες να εξαφανίσεις, θα σε πονάνε. Μα δε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη, είναι από αυτά που νόμιζες οτι έβλεπες. Οτι αναγνώριζες. Σχήματα κορμιά συμπλέγματα. Μίλα. Μοιράσου τα. Πώς αλλιώς θα τα εκμηδενίσεις;
Κι αν ριζώσεις τι; Το αλλά, η εναλλακτική, οι ρημάδες οι επιλογές σου.
Εντάξει βούλωσέ το τώρα και άλλαξε πλευρό. Η αράχνη ετοιμάζεται για βόλτα και στ’ αριστερά έχουνε γιορτή.

Να μετρηθούμε εν τέλει.Και να βγούμε λειψοί.Πως όσα κομμάτια λείπουν θα λείπουν για πάντα.Καθόλου.Δρόμοι και στενά.Μα μένω να μετράω τα ψιλά και δε βγαίνουνε τα γαμημένα.Βάλε πρώτη και φύγαμε.Χεράκια έξω από τα παράθυρα σαν τότε που μετράγαμε μόνο 10 χειμώνες.Μεγαλώνουν.Οι παλάμες.Και θα ‘ρθει καιρός που θα μπλέκονται μεταξύ τους ιδρωμένες.Για καλό είναι ρε.Μη μου μαζεύεσαι.Ό,τι έκρυψα “για μια ώρα ανάγκης”.Το παίρνω για το δρόμο.Κάπου εκεί έξω θα βρεθούμε σίγουρα.Δε φοβάμαι, δεν ανησυχώ.Μόνο μια μικρή μικρή ανυπομονησία έχω.Θα με γνωρίσεις άραγε;

I wish I was special
But I ‘m a creep
I don’t belong here

Να πάρω να σ’ ακούσω λίγο;

Ooo that smell
Can you smell that smell

Μαζί σου έχω περάσει τις πιο απίστευτες νύχτες. Κάθε φορά που ερχόσουνα σπίτι να τα πούμε, αφού είχαν μεσολαβήσει βδομάδες από την προηγούμενη φορά σε περίμενα με ανυπομονησία. Ήξερα ότι θα έρθεις χωρίς καθυστέρηση. Θα είσαι όμορφη όπως πάντα και θα σε μυρίζω για ώρες αφού έχεις φύγει. Θα μου χαμογελάς και θα κρατάς μπύρες και μια κίτρινη τεκίλα σε σακούλα πλαστική. Θα τις σηκώνεις στον αέρα και θα γελάς «Aνεφοδιασμός φίλε!». Θα ορμάς στο δωμάτιο κατευθείαν στο πικαπ. Δε θα σε ρωτάω τι να βάλω αφού ξέρω ότι για αρχή θα ακούσουμε τον χιλιογρατζουνισμένο δίσκο του Alice Cooper. Θες το Poison να θυμηθούμε τα παλιά. Εντωμεταξύ σκαλίζεις τα ντουλάπια μου τραγουδώντας “one look could kill my pain your thrillllll”. Θα γελάω και θα έρχομαι να σε χορέψω στο διάδρομο. Θυμάμαι πολύ καλά ότι πάντα το ‘χες παράπονο που κανείς από τους άντρες σου δε σε χόρευε. Γελάς, ακόμα σ’ ακούω να γελάς, ακόμα σε σφίγγω στη μέση και σε σηκώνω στον αέρα. Ακόμα φέρνεις τις τεκίλες στα ποτηράκια και τις πίνουμε ενώ κοιταζόμαστε στα μάτια.

Tell me why you look so sad

Θυμάσαι τότε που ακούγαμε για ώρες το “Dark side of the moon”; Ξανά και ξανά και μετά κάναμε έρωτα στο τριμμένο χαλί που μου είχε στείλει η μάνα μου. Α ρε μάνα που να ΄ξερες τι γινόταν πάνω σ’ αυτό το χαλί που είχε φτιάξει η γιαγιά στον αργαλειό. Τουλάχιστον τρεις γυναίκες πήρα εκεί πάνω. Αν δεν υπήρχε αυτό το χαλί τίποτα δε θα γινόταν, γιατί ήταν από τις καταστάσεις που αν διακόψεις για να πας μέσα, πάει ξενέρωσες. Α ρε μάνα! Ξέφυγα όμως. Έλεγα για τότε που κάναμε έρωτα για τρίτη φορά στο τριμμένο χαλί ακούγοντας Floyd. Σε θυμάμαι που ήσουνα σκοτεινιασμένη μετά. Κάπνιζες νευρικά, καθισμένη με την πλάτη στον καναπέ. Δεν καταλάβαινα τι είχες πάθει ξαφνικά. Φοβόμουνα ότι το μετάνιωσες, ότι δε θα θες να με ξαναδείς. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί σε ρώτησα από τι είναι αυτά τα σημάδια, ψηλά στο μπράτσο σου. Το βούλωσα μετά, έκανα να σε πάρω αγκαλιά, τραβήχτηκες και πήγες να κάνεις μπάνιο. Δε σε ξαναρώτησα ποτέ. Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω τι ήταν αυτά τα σημάδια.

I ‘ve been mistreated
I ‘ ve been abused
Since my baby left me
I ‘ve been losing, losing
Baby I ‘ve been losing my mind

Έλεγα όμως για τότε που ερχόσουνα. Στρωνόμασταν στην αρχή στον καναπέ, μετά στο πάτωμα και βάζαμε δίσκους εναλλάξ. Λέγαμε όλα τα νέα μας, είχαμε τόσο καιρό εξάλλου να τα πούμε. Κάποτε σου είπα ότι αργήσαμε να γνωριστούμε και γέλασες. «Εγώ δε σε θυμάμαι καν στη σχολή μου είπες». Σου είπα ότι σε είχα δει από τις πρώτες μέρες. Σου είπα ότι σε πρόσεξα. Είδα μια κοπέλα με κοντό κόκκινο μαλλί και κοκάλινο σκελετό γυαλιών να στρίβει τσιγάρα Cooper στα πρώτα έδρανα. Όταν σου το ‘ πα γέλαγες και μου ΄λεγες ότι μόνο εσύ και κάτι αγρότες στην Ξάνθη καπνίζατε τέτοιο καπνό. Οι μπίρες αδειάζανε σιγά στην αρχή και μετά πιο γρήγορα. Η τεκίλα μέσιαζε και πια είχες γλαρώσει. Ήταν η ώρα που σε λάτρευα περισσότερο. Γιατί άνοιγες, χαλάρωνες και μου μιλούσες. Γέλαγες πιο σιγά και καμιά φορά με χάιδευες κιόλας. Σε σήκωνα να σε χορέψω και έλιωνες στα χέρια μου. Πόσο όμορφη ήσουνα μικρή. Ξέρεις δε σου ζήτησα ποτέ κάτι παραπάνω. Μα ούτε κι εσύ. Και η αλήθεια είναι ότι δε θα το άντεχα ούτε να μου πεις όχι ούτε όμως και να σ’ έχω ολόκληρα δική μου. Νομίζω ότι σε φοβόμουνα λίγο. Κι έτσι ήταν πιο εύκολα.

O ah hear her walkin
Walkin barefoot cross the floor-boards
All thru this lonesome night
And ah hear her crying too.

Θυμάμαι ξημερώματα να είμαστε τύφλα και να με τραβάς από το χέρι. «Έλα σήκω, πάμε». Πάντα σε ακολουθούσα. Κάτι παλαβό θα ήθελες να κάνουμε πάλι. Αλλά γούσταρα. Σαν τότε που πήγαμε με το μηχανάκι μέχρι το Αντίρριο να πιούμε κονιάκ στο καφενείο μες στο χειμώνα κι οι γέροι που παίζανε πρέφα μας κοιτάγανε κρυφά. Ή τότε που έβρεχε τρελά και βγήκαμε στο δρόμο. Σε λίγα λεπτά είχαμε γίνει μούσκεμα αλλά έλεγες ότι κάνει ζέστη κι έτσι βγάλαμε παπούτσια και πιαστήκαμε από το χέρι και περπατήσαμε ώρα. Όταν φτάσαμε κάτω από το φως μιας λάμπας, γύρισες και με κοίταξες με σουφρωμένα χείλη. «Φίλα με ρε», μου είπες. Λέγαμε κάποτε ότι θα μας τσακώσουν οι μπάτσοι τύφλα και θα τους το σκάσουμε με το δίχρονο, θα μπούμε στο καράβι και θα φύγουμε για Βενετία Άλλοτε απλά καθόμασταν στο μώλο μέχρι να ξημερώσει ή πηγαίναμε στο φάρο να πιούμε ούζα. Ποτέ μετά από αυτά τα βράδια δεν κοιμόμασταν μαζί.

She’s got a smile that it seems to me
Reminds me of childhood memories
Where everything
Was as fresh as the bright blue sky
Now and then when I see her face
She takes me away to that special place
And if I stared too long
I’d probably break down and cry

Θυμάσαι ρε τότε που σου μαγείρευα; Τότε που σου χάριζα το Jism των Tindersticks και σου έλεγα ότι είναι μόνο δικό μας; Πόσο ζήλεψα που ο επόμενος άντρας σου στο αφιέρωσε κι αυτός; Πόσο γελούσες που γυρνούσα τα χέρια μου στον ουρανό και φώναζα τα όνομά σου; Που στις καταλήψεις σου ‘φερνα μπίρα και τσιγάρα; Που όταν γνώρισες τον πατέρα μου σε λάτρεψε τόσο που σου δάνεισε την αλφα ρομέο του να πας βόλτα γιατί του είχες πει ότι «ήταν πισωκούνα και δεν είχες οδηγήσει ποτέ τέτοιο αμάξι;» Που η μάνα μου κατάλαβε ότι κοιμηθήκαμε μαζί και είχες ντραπεί τόσο; Που μετά σου ‘φτιαξε πιπερόπιτα με τσίπουρο; Σε γουστάραν πολύ οι γονείς μου ρε. Θυμάσαι ρε που σου έλεγα ότι κάποια μέρα θα σε πάρω να ζήσουμε στο χωριό; Θυμάσαι ρε ή τζάμπα τα λέω;

Now honey you got on little light
Now you keep it burning bright
If you keep it lit every night
Someday a good man come and make it alright

The tighter your grip around me
So easily broken
Running down your skin
And the pain runs into the blue
If there’s ever anyone else,
I’ll understand and kill them

Θυμάμαι φίλε.

Στην πλατεία μέχρι να ξημερώσει. Ήθελα να σου πω πολλά, αλλά τελικά δεν είπα τίποτα. Και δεν μπορώ πια να πω. Περίεργα.
Είναι καλύτερα να μην. Ιστορίες μωρέ. Ιστορίες. Είναι που ποτέ κανείς δεν τις ζήτησε για νανούρισμα. Και μείναν να σκουριάζουν σαν εκείνες τις χοντρές αλυσίδες στο περιβόλι. Αλλάζουν οι καιροί, δεν το βλέπεις;
Είναι που ακόμα δεν έχει πάρει μορφή. Κομμάτια της μόνο βγαίνουν. Τα σκοτάδια της, εκεί βαθιά, ακόμα να διαλυθούν.
Είμαι καλά. Λίγο χρόνο μόνο και την αλλαγή περιμένω.
Από πού να ξεκινήσω να σου λέω; Είναι που βαραίνουν κι οι μέρες τώρα και δυσκολεύομαι. Αυτή τη φορά όμως δεν θα κρύψω τίποτα να το ξέρεις,
Κι εγώ που προσπαθούσα πάντα να το ελέγχω, τώρα δεν μπορώ. Θυμάμαι πως ούτε κι εσύ το είχες.
Με χάνω ρε συ. Ειρμός ή η απουσία του;
Κοιμήσου ψυχή μου.
Κι όταν ξημερώσει θα σου πω τα υπόλοιπα.
Στον ήλιο, στο φως, στη βεράντα να μη φοβάσαι.
Θα πιούμε καφέ και μόλις στρίψω τσιγάρο θα με ρωτήσεις.
Τι νέα υπάρχουν, αν είδα κανέναν, τι κάνει η μάνα μου.
Θα σου πω κι εγώ αν είναι καλά τώρα ο Χ. Θα σκύψεις το κεφάλι και χαμηλόφωνα θα μου απαντήσεις πως όταν παίρνει την αγωγή είναι καλά. Υποφερτά.
Θα ρωτήσεις αν εγώ είμαι καλά. Και θα σου πω ναι, τις παλιές συνήθειες τις έχω κόψει, μόνο που ακόμα καπνίζω και πίνω, αλλά θα το δουλέψω κι αυτό. Θα σου χαϊδέψω το κεφάλι «γιατί κουρεύτηκες μωρέ», θα μου πεις «ε περάσαν τα χρόνια μπέμπα μεγαλώσαμε». Δε θα στεναχωρεθώ καθόλου, στο υπόσχομαι. Κι ούτε θα σε ρωτήσω που χάθηκες. Κι όχι φασαρίες και δράματα. Καμία θεατρικότητα πια. Θα πάμε βόλτα σ΄ όλα μας τα μέρη που στοιχειώναν με τα χρόνια. Τους σταθμούς των τρένων και των ΚΤΕΛ, το πέτρινο πεζούλι στο Λυκαβηττό, την Κριστίν στον Υμηττό, τους μεγάλους ανοιχτούς δρόμους. «Γιατί άφησες τα μαλλιά σου να μακρύνουν μπέμπα;» Αμήχανα θα σε κοιτάω και θα παίζω με μια κόκκινη μπούκλα. «Για να έχεις κάτι να χαϊδεύεις όταν γυρίσεις μωρέ».

Σήμερα ξύπνησα νύχτα. Είχα όρεξη να δω ήλιο. Μα είναι ακόμα σκοτεινά έξω. Μέσα είναι περίεργα. Περαστικά αγγίγματα, κρυφά φιλιά. Κούραση. Θέλω μια βόλτα να είναι Κυριακή και να έχει ήλιο και κρύο. Χρόνος κλείνει κι ακόμα θυμάσαι. Χρόνος; Ή μήπως χρόνια;
Δεν πειράζει σου λέω. Κυλάει γρήγορα. Να, πλησιάζει πάλι χειμώνας. Και θα ‘ρθει Δεκέμβρης να μπω και επισήμως στα 26.
Πολλές εικόνες και μπλέκομαι. Ιδέες. Τι κάνω εδώ μέσα, πόση έκθεση θ’ αντέξω μέχρι να τα κάψω όλα;
Και για να μη φοβάμαι λέω να το προλάβω. Να με δώσω εγώ.
Ψέμματα λοιπόν.Καλογραμμένα αλλά ψέμματα.

Αυτόν τον καιρό δεν αντέχω καμία τρυφερότητα. Στους τσακωμούς ναι. Στα χάδια είναι που μπουκώνω τελείως. Σαν μην ξέρω τι να πω, τι να κάνω και σπασμωδικά και νευρικά μένω να κοιτάω με ορθάνοιχτα μάτια. Σαν το πεντάχρονο που του τάξαν κούκλα και τελικά ξεχάσαν να του τη φέρουνε.
«Δεν πειράζει αγάπη μου, την άλλη φορά.»
Πειράζει ρε. Τώρα την ήθελα.

Τρεις γυναίκες πριν τα τριάντα κάθονται στο μπαρ.
Δύο άντρες μετά τα σαράντα κάθονται στο μπαρ.
Οι γυναίκες κοιτάνε τους άντρες που κάθονται ώρες και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα. Τους φαίνεται γελοίος ο τρόπος που τις κοιτάνε. Κι έχουν δίκιο. Είναι γελοίος.
Κοκκινομάλλα: Ρε μαλάκες αυτοί κάθονται σαν να περιμένουν κάτι.. δεν ξέρω τι..α! τον Γκοντό.
Καστανομάλλα: Χαχαχαχα ας τους πει κάποιος ότι ΔΕ θα ‘ρθει.
Η μελαχρινή που έχει ζαλιστεί περισσότερο από τις άλλες και νωρίτερα έχει αναφέρει κυνικά ότι «χάνει τη μπάρα κάτω από τα χέρια της» , γυρνάει και τους κοιτάει με ύφος Γκάρφιλντ.
«Γαμιέται ο Μπέκετ».

Επόμενη σελίδα: »