παρωδίες

παρωδίες

Εδώ δεν γεννιούνται τοπωνύμια. Από αυτά που σε προσπερνάν από δεξιά, σε τυφλώνουν με άρρωστα νέον και μένεις να τα ακούς σαν παιδικό τραγουδάκι, σαν άρρωστη εφηβεία.

Σε κάθε ταξιδάκι αλκοολικό, σε κάθε ξενύχτι οριακό σου μένει να πεις μια ιστορία. Να εντυπωσιάσεις τα μάτια που δεν διάλεξαν να αράξουν. Και δεν έχεις. Γιατί τα τοπωνύμια σου μείναν ορφανά, γιατί οι γειτονιές σου δεν ήταν ιστορικές, γιατί μόνο ιστορίες ακραίων προαστίων με γράμμα μόνο (ι) κι όχι παντρεμένο (ει) μπορείς να απαγγείλεις.

Και κακές οι μισές αλήθειες αγάπη μου.

Η τέχνη ήταν πάντα των τρελών και των καταραμένων μνήμη. Και τούτα είναι των μοναχών συνεννοήσεις.

Ας ξαναγυρίσουμε στις ιστορίες του ληστή, της νεκρής κόρης και της ενοχικής ερωμένης..

σχοινοβάτης και βροχ�ς

Την ώρα των τελευταίων τραίνων, τη στιγμή των μαύρων τακουνιών ελλοχεύουν οι λανθάνουσες νευρώσεις.

Κι είναι η ίδια ώρα που μετρονόμος από μαύρη λάκα σου καθορίζει το βήμα του μανέ.

Tο μετέωρο του σκοινοβάτη την ίδια ώρα που χαμογελά πως η ζωή είναι performance.

Μια σειρά από παροξύτονα που πάντα μπέρδευες την κλητική τους.

Και πότε;

Την ώρα που χαράζονταν αποτυχίες στην γραμμή σου.

Η υπο-κλίση των απέθαντων καρπών του δέντρου της αταραξίας.

Πως γίνεται να έχει φτάσει την ώρα που αγγίξαν την γη, σίγουροι πως τελειώσαν, σίγουροι πως το τελευταίο τραίνο σιώπησε, ο μετρονόμος ξεκούρδισε, ο σκοινοβάτης έδεσε το χέρι σε πτώση και τα παροξύτονα κοιμήθηκαν.

Οι καρποί. Γεννήθηκαν γέροι, πεθάναν ατάραχοι.

Κι εμένα άσε με να σκηνοθετώ φωτογρα-φές.

δρόμοι

 

Πως μοιάζουν ίδιες οι νύχτες κυ(η)ρίως στολισμένες.

Πως αλλάζουν όμοια οι μέρες κομψευόμενα εορτάζουσες μέχρι χτες,  με ξεφτισμένα τα μαύρα φουστάνια στον ποδόγυρο σήμερα.

Γυρνάν στις κεντρικές λεωφόρους, ξεβαμμένο κολ στέγνωσε στα μάγουλα, ανακατεμένα μαλλιά.

Πως μοιάζει πάντα η φιγούρα της γιορτής με τσαλακωμένο καπέλο οργανοπαίκτη.

Και κείνα τα τακούνια, αχ εκείνα τα τακούνια. Να στρίβουν βιαίως τις άκρες στα σανίδια.

Στροφές.

Μοιάζουν ίδιες, αλλάζουν όμοια.

Οι νύχτες κι οι μέρες μας στην πόλη.

Εκείνα τα πορτοκαλί διαχωριστικά των δρόμων, εκείνη η μυρωδιά των ληγμένων χημικών  παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους, εκείνα τα λουλούδια στα πεζούλια με γερμένο το κεφάλι πατημένα από μπότες βαμμένα στο κόκκινο, εκείνες οι φωνές άστον ήσυχο ρε, ο ήχος από το γκλομπ που σκίζει τον αέρα πως μοιάζουν όλα ίδια στα χρόνια. Και πάλι θα γυρίσουν οι μήνες και θα ‘ρθει η ώρα που θ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφησεις και τότε; Τότε καλέ μου εσένα που δε σ΄ έμαθε η μάνα σου να ζεις στα ηλιοσκαλοπάτια τι θα κάμεις; Το τί θέλει τόνο. Τόνο. Μεγάλο και σκούρο. Σαν την πίκρα που μένει και ούτε τα καλύτερα ενυδατικά δεν κρατάνε την υγρασία στα χείλια. Πορεία συγκέντρωσης, συγκέντρωση πορείας. Ας παίξουμε με τις λέξεις, τις αφές, τα βλέμματά μας. Λίγο σαν να είσαι στο δρόμο κι εκεί που το μόνο που βλέπεις είναι ψηλές – ψηλές πολυκατοικίες ξαφνικά φυτρώνει ένα περιβόλι με πρασινάδα ζωηρά νοτισμένη, αγριοτριανταφυλλιές  που ορμάν έξω από φράχτες και ησυχία, αχ πόση ησυχία. Και λες, αυτό τώρα είναι η ζωή; Ή το διάλειμμά της; Αυτό τώρα είναι η εξαίρεση;

Καλέ μου οι λέξεις λήξαν. Κι έρχεται η ώρα που λέγαμε.

 

Κι εμβόλιμα σ’ όλα αυτά ήρθε και η ώρα του δικαστηρίου, εκείνου που ΄λεγα στις 18/07/07.

 Την Παρασκευή το πρωί εκδικαζόμαστε, αστείο δεν είναι;

 

Πορεία συγκέντρωσης, συγκέντρωση πορείας.

Πορεία συγκέντρωσης, συγκέντρωση πορείας.

Πορεία συγκέντρωσης, συγκέντρωση πορείας.

 

 

Προσπαθώ μα δεν μπορώ να τα πω καλύτερα κι ούτε να τα σκεφτώ σε ευθεία.

Από το μπαλκόνι βλέπω χωμάτινους δρόμους, παρατημένα ελαστικά που εφάρμοσαν σε πόδια γρατζουνισμένα, γκρεμισμένες αποθήκες σηματοδότες οργασμών που στοιχειώσαν και τον παλιό εθνικό δρόμο. Αυτόν που μάθαν να σκίζουν φορτηγά με γυμνά ολογράμματα γυναικών στο προσκέφαλο των οδηγών. Και στο βάθος ουρανός και Θερμαικός πνίγονται συναμετάξυ τους. Ξέρω πως έχω κάνει καιρό. Και δρόμο έκανα μα αλήθεια σου λέω μόνο απ’ τους σωρούς των καπνισμένων στα πόδια μου μπορώ να τον μετρήσω. Μπερδεύω δωμάτια ξενοδοχείων, πλατείες πόλεων. Και τελεύει; Μπορεί. Μα μπορεί και να ‘χει τόσο χρόνο μπροστά του που να ξεγελιέται πως θα ζήσει για πάντα. Ετούτη τη φορά ο  αέρας αγρίεψε, οι βροχές δυνάμωσαν κι η πόλη σου τραγουδάει στην παραπάνω οκτάβα.

Και κάτω απ’ το μπαλκόνι οι δρόμοι νοτίζονται, ο κόλπος σκουραίνει  κι εγώ μπλέκω αφηρημένα τις άκρες των μαλλιών μου πως ξανοίξαν πάλι προς το φούξια, εγώ τις ήθελα σαν τον Θερμαικό αυτές τις ώρες. Σκούρες μωβ.

Η Τζένη απόψε τραγουδάει στους πειρατές της. Ξάφνου σηκώνεται και πετάει την καπνισμένη γόπα στους αφρούς πάντα πίσω από το μαύρο καράβι. Αργοσέρνει τα ψηλοτάκουνα και τον καρώ ποδόγυρο, με ελαφρά γερμένο το κεφάλι.

Είσαι γυναίκα,

λέει,

εκ γενετής φτιαγμένη να περιμένεις το μεγάλο. Πάντα με βαμβάκι στην χάντρινη ταλαιπωρημένη τσάντα μην τυχόν και ανοίξει η μύτη του παιδιού.

Η Τζένη των πειρατών αέρινα τυλιγμένη, ολόγιομα καμμένη, κακώς ψαλιδισμένα στις άκρες φιγούρα κοριτσίστικου περιοδικού.

{Πως γίνεται πάντα προχείρως η μετάφ(ρ)φαση}

Η Τζένη έχει σγουρά μαλλιά, βραχνή καπνισμένη φωνή και πολλά λιμάνια στο μυαλό της. Ανάμεσα στα πόδια της έχει αιματώματα-σημάδια χαμένων βραδιών. Και στις άκρες των δαχτύλων της σκλήθρες από ένα μαύρο πιάνο.

Και γελάει, πως γελάει στον μικρό ήχο της ανάσας τους.

Εκείνοι, οι κύριοι του καραβιού πως θαρρούν κάθε φορά πως την έχουν χαράξει στο ξύλο του στήθους τους.

Μεθυσμένη Τζένη- Μεθυσμένη Τζένη.

Σώσε μόνο τους ποιητές που σου τάξανε αθανασία και τους άλλους.

Τάισέ τους στους πειρατές σου.

Εκείνους που ζωγραφίζουν την φύση σου κι ύστερα σωπαίνουν στο τραγούδι το ψευδό σου.

Και θ’ ακούσετε ν’ αποφασίζω: όλοι

Άνθρωποι γυρνάν, μεγαλώνουν, ξενυχτάνε γύρω στους πεζοδρόμους της Πανόρμου, βρίσκονται μετά από χρόνια κι είναι Οκτώβρης, σωρεύουν τις υποχρεώσεις, τι γερασμένη λέξη σχεδόν την ακούς να αγκομαχεί κάθε που σηκώνεται απ’ τον καναπέ σαν τους ασθενείς αναμένοντες τον ιατρό με τα γόνατα κλειδωμένα κι είναι Οκτώβρης, ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν έδιναν τόσο ελάχιστα χάδια στην τέχνη της ακοής, απλώς περιμένουν να ακούσουν αυτό που σκέφτονται και η βουή στο μυαλό τους θεριεύει στο οτιδήποτε διαφορετικό κι είναι Οκτώβρης και πως παρήλθε η εποχή των σταφυλιών της Γώγου με τη γόπα να καπνίζει την απόγνωση, οι δρόμοι παραμένουν στητοί, έτοιμοι να λασπωθούν στην βροχή, δυστοκεί ο καιρός κι είναι Οκτώβρης και πότε είναι που θα χαθούμε μες στο αφράτο κόκκινο-

 

          και η ξύλινη μπάρα αχνίζει στην αναμονή όπως λαγόνες σε επερχόμενη αφή