Αύγουστος 2006


Ζέστη, ζέστη. Ιδρώτας στην ανυπαρξία σου.
Στο καφενείο, εδώ στο παρκάκι, κυρίες παραγγέλνουν παγωτά με ομπρελίτσες.
Σκόρπιες κουβέντες και κόσμος, κόσμος πολύς.
Τι άσχημο μέρος για μουσική.
Μεγάλα κομμάτια κάτω, όπως της σκακιέρας αλλά κόκκινα.
Ποντάρω στο κόκκινο λοιπόν γιατί το μαύρο έχει να το κάτσει η μπίλια κάτι γύρους τώρα.
Τελειώνουν τα λεφτά και που να ψάχνεις για ξεχασμένα κέρματα τώρα.
Του-του-του νάιτ.
Έτσι λέω.
Αυτο-πυρπολήθηκε Αυτο-κτόνησε Αυτο-αναιρέθηκε
Μεγάλες στιγμές περνούν. Και δε μένουν οι ρουφιάνες ούτε για τσιγαράκι, αυτό το τελευταίο του δρόμου.
Μια μέρα, λίγες ώρες σαν τρείς.
Κοίτα που πήγε βράδυ κι ακόμα τριγυρνάω στα στενά πάνω από την πλατεία. Και θυμάμαι: κάπου εδώ στη Μεθώνης ένα ξεχασμένο μεθύσι. Πάλι ξημερώματα ήτανε. Και τριγυρνάω και τριγυρνάω. Και δεν το βρίσκω. Σταματάει κάποιος με μηχανή.
«Κοπέλα είσαι καλά;»
«Τσου», του κάνω με παιδικό παράπονο.
«Να σε βοηθήσω»
«Τσου», του κάνω και του βγάζω τη γλώσσα.
Γελάει.
«Έλα, ανέβα να σε πάω μια βόλτα»
Λάμπω. Παιδικό χαμόγελο σαν να σε κερνάνε τυρόπιττα Κυριακή πρωί.Νεύω καταφατικά και πηγαινοέρχεται η κοτσίδα μου. Καβαλάω τη μηχανή. Και με πάει βόλτα. Φτάνοντας Καλλιδρομίου τον ακουμπάω στον ώμο. Γυρίζει.
«Αυτό ήταν;», με ρωτάει χαμογελαστά.
Νεύω ξανά και πηγαινοέρχεται η κοτσίδα μου. Ξεκαβαλάω και ξεμακραίνω.
«Θα μου πείς το όνομά σου;», φωνάζει.Και ορκίζομαι οτι χαμογελάει.
«Τσου» του κάνω με παιδικό πείσμα.
Και ορκίζομαι οτι χαμογελάει.

O Λάμπρος έκλεισε πίσω του την πόρτα του ακριβά νοικιασμένου του loft κάπου στο Γκάζι. Χρόνια τώρα πλήρωναν οι γέροι του για να μπορεί ο ίδιος να χαίρεται την ησυχία του. Και φυσικά μια γυναίκα του καθάριζε κάθε βδομάδα. Αλλά όποτε υπήρχε γκόμενα στη ζωή του αναλάμβανε αυτή. Και να μην ήθελε την έπειθε. Ε τι την κυκλοφορούσε αν δεν ήταν σε θέση να παίξει το ρόλο της;
Ο Λάμπρος έδινε πολύ σημασία στους ρόλους. Εξάλλου και ο ίδιος ηθοποιός ήταν. Έτσι δήλωνε τουλάχιστον. Κάπου είχε ακούσει και μια φράση του Ίψεν και την επαναλάμβανε συνέχεια σε πρόθυμα και μη αυτιά. Εδραιωνόταν έτσι στις παρέες, κουλτουριάρικες και μη.
Πάτησε το κουμπί να ξεκλειδώσει το αμάξι του. Κοίταξε τριγύρω συνομωτικά πριν μπει, γιατί δεν ξέρεις και ποτέ από πού θα σου την πέσουνε. Η γειτονιά αυτή τα τελευταία χρόνια μάζευε πολλούς πούστηδες. Έτσι τους έλεγε ο Λάμπρος. Αλλά μόνο όταν ήταν μόνος του. Στις παρέες του, κουλτουριάρικες και μη τους αποκαλούσε gay. Δεν ξέρεις και ποτέ ποιος σε ακούει.
Τους σιχαινόταν. Εδώ που τα λέμε τι να μην σιχαθείς από αυτούς; Αλλά ο Λάμπρος είχε γενικά ένα θεματάκι με οτιδήποτε ξέφευγε από τα δικά του θεωρήματα. Ας πούμε σιχαινόταν και τους μετανάστες ή αλλιώς ξεβράκωτους κακομοίρηδες. Αλλά ούτε και αυτό το έλεγε. Δεν ξέρεις και ποτέ ποιος κάθεται πίσω σου στο μπαρ που μαζεύονται οι παρέες σου, κουλτουριάρικες και μη.
Απόψε το βράδυ θα συναντιόταν με μια παρέα κουλτουριάρικη. Εδώ που τα λέμε κάποιοι από αυτούς ήταν και αριστεροί. Οπα! Να και άλλη μια κατηγορία που ο Λάμπρος σιχαινόταν ίσως μάλιστα παραπάνω και από τη δεύτερη. Κι αυτό γιατί βρωμούσαν. Εντάξει όχι όπως οι μετανάστες ή αλλιώς ξεβράκωτοι κακομοίρηδες, αλλά είχαν κι αυτοί μια μυρωδιά..περίεργη σαν μουχλιασμένο στρώμα ένα πράγμα. Να μην επαναλάβουμε ότι φυσικά ούτε για αυτό μιλούσε ποτέ.
Οδηγώντας άκουσε από το ραδιόφωνο ένα τραγούδι για μια Ελένη. Νευρίασε και το έκλεισε πατώντας τόσο δυνατά το κουμπί που παραλίγο να ξεκολλήσει. Τώρα τι ήταν αυτό; Ο ψυχολόγος του του είχε πει να αναλύει πάντα τις ξαφνικές του μεταπτώσεις, γιατί προφανώς κάτι υπήρχε εκεί που έπρεπε να λυθεί. Όχι βέβαια ότι χρειαζόταν ψυχολόγο, αλλά αφού όλοι είχαν, εκείνος στην απέξω θα έμενε; Άσε που μέτραγε και πολύ στις γκόμενες. Κάτι παθαίνανε, σε θεωρούσανε πολύ ώριμο «συναισθηματικά για να κατανοήσεις πλέον και το δικό τους εσωτερικό κόσμο».
Ελένη , Ελένη.. α είχε μια γκόμενα παλιά που την λέγαν Ελένη. Γάμησε τη τώρα που τη θυμήθηκε.. Μια ξενέρωτη αγγελοκρουσμένη ήταν. Και ούτε που ήξερε να καθαρίζει. Αν και απ’ ότι θυμόταν ο λόγος που δεν της ξανατηλεφώνησε ποτέ ήταν ότι την πρώτη και τελευταία όπως φάνηκε, φορά που βγήκανε, η Ελένη μίλησε σε ένα φίλο της που καθόταν στο μπαρ. Και εκείνος ο φίλος της ήταν πολύ χαριτωμένος..τόσο χαριτωμένος που σίγουρα ήταν πούστης. Ναι ρε φίλε άκου να δεις, είχε βγεί μαζί του και έχανε την ώρα της να μιλάει με έναν πούστη. Κοίτα να δεις..
Έδιωξε την σκέψη της με μιας. Έπρεπε να συγκεντρωθεί.. ανάμεσα στα μουχλιασμένα στρώματα που θα συναντούσε απόψε ήταν και ένας σκηνοθέτης.. και έπρεπε να του κολλήσει μπας και τον πάρει στην επόμενη παράσταση που θα ανέβαζε. Γιατί είχαν περάσει 2 χρόνια από την τελευταία φορά που ο Λάμπρος ανέβηκε στη σκηνή. Βλέπεις διάλεγε που θα εμφανιστεί. Ο ρόλος έπρεπε να του προσδίδει αντρισμό, ομορφιά, κάτι τέλος πάντων. Δεν ήταν δυνατόν ο Λάμπρος να παίξει Οθέλλο ας πούμε, όπως του είχαν προτείνει. Μα Οθέλλο; Δηλαδή τι; Έναν μαύρο; Δεν υπήρχε περίπτωση.
Μόνο που τώρα το μουχλιασμένο στρώμα θα ανέβαζε Μέγα Αλέξανδρο. Και αυτός ήταν ένας ρόλος για τον Λάμπρο. Ας ελπίσουμε μόνο πως δε θα του καρφωνόταν να ανεβάσει κάτι πρωτοποριακό, ας πούμε να αποκαλέσει τον Μέγα Αλέξανδρο ιμπεριαλιστή του κερατά. Να κάτι τέτοια κάνανε και ο Λάμπρος θύμωνε τόσο πολύ που χρειαζόταν 2 συνεδρίες για να επικοινωνήσει με τον ψυχολόγο του.
Έφτασε Ερμού και πάρκαρε στην πλατεία των Ασωμάτων. Ξεκίνησε με τα πόδια μέχρι μέσα στου Ψυρρή, στο μικρό μπαρ που μαζεύονταν οι παρέες του, κουλτουριάρικες και μη. Τον είχε πιάσει μια περίεργη διάθεση.. Κοιτούσε γύρω του και έβλεπε ανθρώπους, κτίρια. Τον εκνεύριζαν όλοι. Ούτε ένας κανονικός δεν κυκλοφορούσε. Τα ζευγάρια δεν ταιριάζαν μεταξύ τους, ξεβράκωτοι κακομοίρηδες πουλούσαν τριαντάφυλλα και πούστηδες κρατιόντουσαν από το χέρι κρυφά. Θυμήθηκε την Ελένη να χαριεντίζεται μ’ εκείνον τον χαριτωμένο.. Θυμήθηκε τον χαριτωμένο να της λέει «τα καλύτερα απορρυπαντικά είναι τα 45άρια» και την Ελένη να ρίχνει πίσω το κεφάλι της και να γελάει. Και ο Λάμπρος να τους κοιτάει με μίσος, να σκέφτεται πόσο εύκολα θα μπορούσε να τους χτυπήσει τα κεφάλια του ενός με του άλλου, το κρακ που θα ακουγόταν όταν θα τους τα τσάκιζε
-ΜΠΑΜ.
O Λάμπρος στράφηκε τρομαγμένος πίσω. Στο ερειπωμένο καφενείο της γωνίας το τζάμι είχε σπάσει. Πλησίασε χωρίς να πολυθέλει. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι του στην κωλότσεπη. Είχε ένα σπρέι πιπεριού εκεί. Του είχε φανεί χρήσιμο στο παρελθόν. Τότε που ο βρωμιάρης ξεβράκωτος Πακιστανός πήγε να του καθαρίσει τα τζάμια της μπέμπας του.. Του έριξε κατευθείαν στη μούρη και μάλιστα βγήκε από τη μπέμπα και τον κλώτσησε παρακεί , μην του ακουμπήσει και την πόρτα.. Ο ψυχολόγος του τον είχε κοιτάξει λίγο περίεργα όταν του το ανέφερε. Γάμησε τον γι’ αυτό ποτέ δεν του ξανάπε τίποτα πιο βαθύ. Έτσι ήταν καλύτερα και για τους δυό τους. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι ο ψυχολόγος του ήταν χαριτωμένος. Και μετά απόδιωχνε τη σκέψη. Γιατί αν ο ψυχολόγος του ήταν χαριτωμένος , ο ίδιος τί ήταν που το σκεφτόταν;
Προχωρούσε. Έφτασε στην πόρτα. Ακούμπησε το ένα χέρι του στην κάσα και το άλλο το κράτησε σφιγμένο στο πλάι με το σπρέι ανοιχτό έτοιμο να ψεκάσει..
«Είναι κανείς εδώ;»
Από τις σκιές κάτι κουνήθηκε. Το εσωτερικό του μαγαζιού φωτιζόταν ελάχιστα και ο Λάμπρος διέκρινε μια παλιά τηλεόραση στημένη σε ένα χαμηλό τραπεζάκι, τόνους σκόνη και τίποτα άλλο.
Οπισθοχώρησε ελαφρά, εξακολουθώντας να σφίγγει το σπρέι.
Πισωπατώντας έκανε να απομακρυνθεί. Και τότε μύρισε. Μουχλα; Μουχλιασμένο στρώμα;
Η οθόνη της τηλεόρασης άναψε ξαφνικά. Γύρισε μαγνητισμένος. Έβλεπε μια άδεια σκηνή θεάτρου. Μια γυναίκα βγήκε από τις κουίντες, στάθηκε στη μέση της σκηνής και άρχισε να μιλάει με γεροτνίστικη, παραμορφωμένη φωνή. «Τάφε μου, κλίνη μου αιώνια..»
Ο Λάμπρος ανατρίχιασε. Όρμηξε στο καφενείο βγάζοντας ανάσα μαζί με κραυγή. Έπεσε στα γόνατα μπροστά στην οθόνη και άρχισε να ψεκάζει τη γυναίκα.. Έπρεπε να σταματήσει, να σταματήσει, τον τρέλαινε η φωνή της, ήταν σαν τη φωνή της Ελένης, σαν τη φωνή της μάνας του όταν φώναζε τον πατέρα του πούστη και την Βουλγάρα καθαρίστρια βρωμιάρα κακομοίρα, σαν τη φωνή του πατέρα του εκείνο το βράδυ που ο Λάμπρος σήκωσε κρυφά το τηλέφωνο και τον άκουσε να μιλάει σε μια άλλη γλώσσα με έναν άντρα, να γελάει και να βγάζει βογκητά και λαχανιάσματα, να σταματήσει, να σταματήσει.
Άρχισαν να τρέχουν σάλια, το δεξί του χέρι κρέμασε στο πλάι, το αριστερό συνέχισε να ψεκάζει την οθόνη, το σπρέι γέμισε την ατμόσφαιρα. Άρχισε να βήχει.
Και τότε η γυναίκα σταμάτησε το μονόλογο. Έδωσε μια και βγήκε από την οθόνη. Γέμισε το χώρο μπροστά του. Έκανε μια υπόκλιση.
«Χάρηκα. Αντιγόνη.»
Του άπλωσε τα χέρια. Ο Λάμπρος προσπάθησε να σηκώσει το αριστερό- αυτό με το σπρέι. Η γυναίκα του το έπιασε. Ήταν σαν να ακουμπούσε βελόνες, χιλιάδες βελόνες. Του το τράβηξε απότομα και το έφερε στο στόμα της. Ο Λάμπρος άρχισε να σέρνεται στις πατούσες του. Η γυναίκα τράβηξε πιο δυνατά. Και συνέχισε μέχρι που του ξεκόλλησε το χέρι από τον ώμο. Το σπρέι έκανε έναν μεταλλικό θόρυβο καθώς έπεσε στο πάτωμα. Αίμα άρχισε να πετάγεται καμπυλωτά από ψηλά. Ο Λάμπρος δεν είχε φωνή, ούτε ανάσα. Έκλεισε τα μάτια, ακούγοντας τη γυναίκα να τραγανίζει το χέρι του και να ρουφάει τα δάχτυλα με λαιμαργία.

Τον βρήκε η αστυνομία μετά από μέρες. Ένας γείτονας παραπονέθηκε για τη μυρωδιά. Βρωμούσε λέει, σαν μουχλιασμένο στρώμα..

Στα τρία τελευταία δάχτυλά μου μπλεγμένο το λαστιχάκι σου με το ασημένιο στολίδι. Ξημερώματα. Απόψε με πήγαν μέχρι την Καστέλλα από εθνική με μια κόκκινη μηχανή. Φύσαγε καυτός αέρας, το μαύρο μου κράνος τρανταζόταν κι επέμενα να φοράω το αντιανεμικό.
Και τώρα ξημερώματα. Τα καινούρια μου λάστιχα περνάνε από σημαντικές λακκούβες. Και γουστάρουν. Βρώμικη. Τι; Ότι για άλλη μια νύχτα δε θα κοιμηθώ πριν τις 5. Παρηγόρησέ με, πες μου κάτι να παλέψω τη γνωστή παράνοια, τους δαίμονες κάτω από το δέρμα.
Πάλι άδειοι οι δρόμοι κι οι Placebo τραγουδάνε «don’t go and leave me and please don’t drive me blind”. Και μετά έρχονται οι Tindersticks “let’s pretend”.
Βγάζω δαχτυλίδια, αλλάζω μουσικές. Θα περάσει κι η νύχτα κι η αρρώστια χωρίς να σε ξυπνήσω. Και το πρωί θα σηκωθώ, θα βάψω τα μάτια μου και θα ζήσω ξανά.
Ψάχνω, σηκώνω. Βλέπω άσπρες άκρες από ανύπαρκτα γράμματα που κανείς ποτέ δεν έγραψε και κανείς δε θα λάβει. Τίποτα δε λέγεται σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. «Αγρύπνια»
Μαύρη, κλειστή μένει. Εικόνες ασφάλτου. Φώτα που τρέχουν μπλε και από μακριά η φιγούρα του πρώτου λεωφορείου της καινούριας μέρας. «Σταθμός Καλλιθέας – Αγ.Δημήτριος». Το 119 φιλαράκι. Σκαλισμένο, άδειο και ολόφωτο ξεκινάει.
Στο μεταξύ εκκρεμότητες. Μισοτελειωμένες υποθέσεις. Λοιπόν αποφασίζω : οι υποθέσεις αυτές πέθαναν και δεν τους πρέπει διάλογος. Δε γίνανε- τέρμα.
Άσπρο – μαύρο φωτογραφίες από μια πόλη που δεν εμφανίστηκαν ποτέ και σφραγίδες ιδιοτήτων χωρίς μελάνι.
Και τώρα που όλα γυρίσαν δεν είσαι εδώ να τα καμαρώσεις. Να μου πεις ότι τελικά υποτίμησες. Βλέπω τριγύρω μαύρα διάφανα σακουλάκια. Άλλο ένα κακοστριμμένο τσιγάρο και οπα. Σήκω να σε δω. Μη μου σκιάζεσαι. Θα σε χειροκροτώ μέχρι αίματος.
Οι ηλίθιες διαφωνίες δεν έχουν θέση. Οι συμφωνίες μεταξύ συνομωτών πάλι, ακόμα την παλεύουν.

Βρίσκω κλειδιά που δεν ξέρω καν αν αντιστοιχούν σε πόρτες-κίτρινες εφημερίδες με ανάξια λόγου σχόλια «ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ»- τίποτα δεν εφευρέθηκε- τσιγάρα που τ’ άναβε σκοτεινιασμένος να καίνε στον τάφο της- ακούρδιστο το πιάνο μου- επίμονος βήχας- για άλλη μια φορά ημικρανίες κι η ταχύτητα κόβεται λίγο πριν τα 180- στραβές ζάντες γάρ- κοιμάται κανείς ήσυχος- όταν τελειώσει με την ψυχή του.

Έχει δρόμο ακόμα; Δε θα μπει σε τάξη αλλά υπάρχει μια παράξενη αρμονία σαν από παλιά. Πίροι ξεκούμπωτοι -ατέλειωτα ούζα –λιωμένες 90άρες στο ίδιο κομμάτι και πριν μασήσει το τελευταίο μέρος στο φτύνει στα μούτρα “I ‘ve been mistreated mistreated mistreated”
Fade out ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ.

Η Φαίη έστρωσε τη φούστα στους γοφούς της. Γύρισε και κοίταξε την πίσω μεριά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της. Δεν ήταν και πολύ ικανοποιημένη από αυτό που έβλεπε, αλλά δεν γινόταν κι αλλιώς. Έπιασε μια μεγάλη μερίδα λίπους από τον αριστερό γοφό της. Αν έλειπε αυτό το κομμάτι θα ήταν πιο ωραίο το αποτέλεσμα. Αναστέναξε. Πώς γίνεται να χαθούν 10 κιλά μέσα σε 2 το πολύ 3 μέρες;
«Ξέχνα το» , διέταξε τον εαυτό της. «Είσαι μοναδική» , είπε μεγαλόφωνα. Σε λίγο θα το πίστευε κιόλας.

Μάζεψε την τσάντα της ρίχνοντας βιαστικά μέσα τσιγάρα, κινητό και κλειδιά. Την τελευταία στιγμή έβαλε και ένα προφυλακτικό. Πού ξέρεις; Μπορεί να στεκόταν τυχερή απόψε. Θα έβγαινε με τη Νότα. Η Νότα μάζευε τουλάχιστον τρία τηλέφωνα αντρών κάθε φορά που βγαίνανε. Από αυτούς όλο και κάποιος θα περίσσευε για αυτήν.
Δεν το συνειδητοποίησε, αλλά ένα κακό χαμόγελο στόλισε τα στενά της χείλη. Τη ζήλευε τη Νότα. Ώρες – ώρες τη μισούσε κιόλας. Η Νότα.. η Νότα ήταν αδύνατη. Ήταν ψηλή. Και δούλευε σε μια μεγάλη εταιρεία ενώ είχαν τελειώσει και οι δύο την ίδια σχολή γραμματέων. Ήταν άδικο λοιπόν εκείνη να δουλεύει τηλεφωνήτρια , ενώ η Νότα ήταν ρεσεψιονίστ. Έπαιρνε και καλύτερα λεφτά. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό είχε και καλύτερο πόστο από την ίδια. Ρατσισμός!

Έκλεισε την πόρτα πίσω της , ενώ δάγκωνε μια σοκολάτα. Τι πείραζε μια σοκολατίτσα; Έτσι θα έπαιρνε λίγο ενέργεια. Γιατί η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε μια νευρικότητα και έπρεπε να ηρεμήσει λίγο. Μόλις θα έβλεπε τη φίλη της ήταν σίγουρη ότι θα την κοιτούσε υποτιμητικά. Σαν να ήξερε ότι είχε φάει. Και να τη λυπόταν. Πώς τολμούσε να τη λυπάται; Αυτή τα είχε όλα έτοιμα. Δε χρειάστηκε ποτέ να λιμοκτονήσει για να χωρέσει σε ένα ρούχο , ούτε άκουσε ποτέ της σχόλιο από άντρα «καλή είσαι τις πίτσες μόνο να έκοβες». Ένας άγριος θυμός την κατέλαβε ξαφνικά.

΄Εφαγε την υπόλοιπη σοκολάτα μέχρι να μπει στο αυτοκίνητο. Το ραντεβού ήταν κατευθείαν στο μπαρ που πηγαίνανε πάντα για αρχή κάπου στην Πανόρμου.
Μπήκε στο μαγαζί 20 λεπτά αργότερα και είδε τη Νότα να κάθεται ήδη και έναν τύπο να της ανάβει το τσιγάρο.
«Σκρόφα», σκέφτηκε. «Ούτε καν καπνίζεις». Μετά φόρεσε ένα λαμπερό χαμόγελο και πλησίασε. Η Νότα σηκώθηκε και της έγνεψε χαρούμενα να πάει κοντά. Ο τύπος δίπλα της την κοίταξε ενοχλημένα.

Το βράδυ κυλούσε με τον συνηθισμένο τρόπο. Η Νότα διασκέδαζε γνωρίζοντας κόσμο , που και που αγκάλιαζε τη Φαίη και τη σύστηνε. Τα σαγόνια της Φαίης πονούσαν από τα διαρκή χαμόγελα. Ο λαιμός της την τραβούσε από τα τσιριχτά γέλια. Πονούσε παντού. Είχε ιδρώσει από την προσπάθεια να είναι ευχάριστη μα για άλλη μια φορά ήταν μάταιος ο κόπος της. Κανείς δεν της έδινε σημασία όταν η Νότα ήταν στην τουαλέτα. Όσο περνούσε η ώρα η Φαίη θύμωνε όλο και περισσότερο.

Έκατσε στο κάθισμα του μπαρ κάνοντας ότι δεν πρόσεξε το ηχηρό πλατς από την επαφή του λίπους των γοφών της με το δέρμα του καθίσματος.’Αναψε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου της. Κύματα κόκκινης οργής τη θόλωναν και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Μπορεί να έφταιγαν και οι βότκες που είχε πιει ή τα σφηνάκια που κερνούσαν τη Νότα κι εκείνη τα πάσαρε στη Φαίη γιατί δεν ήθελε να πίνει. Έκανε δίαιτα πάλι.
Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη απέναντι από το μπαρ. Είδε μια χοντρή που φαινόταν 40 χρονών αντί για τα 28 που γιόρτασε πριν 2 μήνες. Μια γυναίκα με ιδρωμένο πρόσωπο , που ασφυκτιούσε μέσα σε πολύ στενά ρούχα.

Την πλημμύρισε η αυτολύπηση. Της ήρθε να δώσει μια και να αδειάσει το ποτό της στα μούτρα του ηλίθιου που τόση ώρα χάιδευε τη Νότα και ταυτόχρονα έλεγε αστεία και κορόιδευε γιατί εκείνη έφαγε λίγα φυστικάκια. Λίγα έφαγε μόνο ήταν σίγουρη. Είπε μια κατάρα από μέσα της και εκτονώθηκε λίγο. Λίγο όμως.

Σηκώθηκε με κόπο. Ζαλιζόταν πολύ. Αποφάσισε να πάει μέχρι το περίπτερο στη γωνία να πάρει κάτι να φάει. Μια σοκολάτα ήταν ότι έπρεπε. Έκανε νόημα στη Νότα από μακριά ότι θα γυρίσει. Την είδε να της γνέφει ενώ ξεκαρδιζόταν στα γέλια με κάτι που της είπε ο ηλίθιος που τις κερνούσε όλο το βράδυ. Είδε τον ηλίθιο να ακουμπάει τη Νότα στη μέση. Αν ακουμπούσε την ίδια στο ίδιο σημείο , θα έπιανε ένα βουνό λίπους.
Μια αναγούλα την έπιασε και βγήκε από το μπαρ τρέχοντας. Δε φόρεσε το παλτό της. Εδώ έξω ήταν καλύτερα. Αισθάνθηκε καλύτερα. Άρχισε να κουνιέται προκλητικά και κάποιος από ένα αυτοκίνητο της σφύριξε. Προσποιήθηκε ότι άκουσε κάτι όμορφο και πρόστυχο μαζί. Κουνήθηκε περισσότερο.
Έστριψε στη γωνία της Σούτσου και κάποιος την έπιασε από το χέρι. Γύρισε προκλητικά. Εδώ ήταν σκοτεινά, μπορεί να την περνούσε για όμορφη.
«Θέλεις κάτι μωρό μου;», του είπε με σιγανή, τάχα ροζ φωνή.
«Μάλλον εσύ θέλεις» , της είπε εκείνος.
«Με λένε Αναστάσιο, Φαίη».
«Πού ξέρεις το όνομά μου;», τον ρώτησε απορημένα αλλά παιχνιδιάρικα. Ταυτόχρονα τον πλησίασε και τρίφτηκε χαμηλά πάνω του.
«Σε ξέρω. Και ξέρω ότι είσαι έτοιμη», της έσπρωξε το κεφάλι χαμηλά.
«Και ξέρω ότι θα σ΄αρέσει πολύ αυτό. Σοκολάτα δεν έψαχνες»;
Η Φαίη έπιασε τον εαυτό της να γονατίζει. Μέσα στα νερά του πεζοδρομίου. Τα γόνατα της ανατρίχιασαν από την επαφή με το κρύο. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Τα χέρια της , ανεξέλεγκτα άρχισαν αν του λύνουν τη ζώνη σπασμωδικά. Εκείνος γελούσε, γελούσε ασταμάτητα. Η Φαίη του κατέβασε το παντελόνι λαχανιάζοντας. Ο ιδρώτας πάγωνε στα μάγουλά της μαζί με το μεικαπ που έτρεχε. Σάλια της τρέχανε . Της μύριζε σοκολάτα. Η πιο γλυκιά σοκολάτα που είχε φάει ποτέ. Του ξέσκισε το σλιπάκι και όρμηξε πάνω του. Τον πήρε στο στόμα της λαίμαργα. Τον ένιωσε να μεγαλώνει πολύ. Μα πολύ . Η γεύση του ήταν υπέροχη και με το ζόρι συγκρατιόταν να μην τον δαγκώσει.
Ο πούτσος του μεγάλωνε. Η Φαίη άρχισε να πνίγεται μα της κρατούσε το κεφάλι σταθερά. Η ζαλάδα της την έπνιξε..ασφυκτιούσε , αγκομαχούσε μα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε τόση γλύκα. Μετά άρχισε ο πόνος. Σαν να την έκοβαν ξυράφια βαθιά στο λαιμό της.

Η Νότα βρήκε τη Φαίη μετά από λίγη ώρα. Ο ιατροδικαστής είπε ότι της είχαν ξεσκίσει το στομάχι, τον οισοφάγο και το φάρυγγα εσωτερικά. Σαν να είχε γυρίσει μια κάλτσα μέσα- έξω. Και το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο της Φαίης ήταν πασαλειμμένο με ένα σκούρο υγρό, παράξενα ίδιο με σοκολάτα.

Στυλό και χαρτί στο ξύλο για παρέα.
Η τρίτη γουλιά θα είναι και η οριστική.
Για το γέλιο ή το θάνατο της συζήτησης.
Αυτές μένουν τελικά.
2 με 3 απορίες αλλά δεν είσαι εδώ να μου τις λύσεις.
Σκουπίζω το κραγιόν μου.
Στολίζω τα αυτιά μου με τα ρημάδια του κόκκινου γάμου σου.
Και επαρκώ.
Smirnoff, cointreau, cranberry και lime.
Η ατάκα αυτού του Σεπτέμβρη.
Που για άλλη μια φορά δεν θα κάνει τη διαφορά.
Η μπαταρία αδειάζει και πάλι θα τραβάς δανεικό ρεύμα.
Και εκεί που θα το περιμένεις λιγότερο θα κάνει εμφάνιση η χαμένη σου ζωτικότητα.
Απαιτώντας.
Συνομωτεί ο νους σου με τον καιρό.
Τελειώνει , τελειώνει μοναχικέ μου αλλά όχι μοναδικέ μου.
Μου.

Πεζούλια που δεν σκαρφαλώσαμε ποτέ-στρέμματα καπνού να καπνίσουμε και ωκεανοί ποτού να πιούμε-ακολουθίες συνειρμών να στήσουμε-στιγμές να σταθούμε αγκαλιά πριν χωριστούμε-φιλιά αντί για χαιρετισμοί-θυμωμένα αντίο.

Μας περιμένουνε. Έχω χρόνο. Όχι από εκ-βιασμό. Αλλά γιατί έτσι είναι τελικά. Χρόνια μετά τα σημάδια σκαρφαλώσανε από τους μηρούς στα μπράτσα αλλά ίσως τελικά να μην φτάσουν ποτέ στο μυαλό.

Στην πλατεία-μία είναι η πλατεία κυκλοφορούν φαντάσματα. Με περιμένεις; Placebo και Depeche Mode. Άντε και λίγο Cure. To ξέρεις δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. ”Baby I forgot to take my meds”

Τον Παύλο αν τον ρωτούσες ποιος ήταν θα σου απαντούσε με το πλήρες ονοματεπώνυμό του και με ύφος στεγνό και αξιοπρεπές. Και θα σου έκανε μια σκληρή, σφιχτή και κρύα χειραψία. Τις συστάσεις τις θεωρούσε πολύ σημαντικές. Γενικώς θεωρούσε τους καλούς τρόπους σημαντικούς. Ήταν πάντα αρκούντως σοβαρός ,σχεδόν παγωμένος όταν σου μιλούσε. Είχε εμμονές. Το ήξερε. Αλλά δεν μπορούσε και χωρίς αυτές.
Όταν η γυναίκα του-για εκείνον δε θα ήταν ποτέ πρώην- έφυγε από το σπίτι μια Κυριακή, ο Παύλος ταρακουνήθηκε για δεύτερη φορά στην ενήλικη ζωή του. Η πρώτη ήταν στην παιδική του, όταν ένα βράδυ έβρεξε το κρεβάτι του. Ακόμα το θυμόταν και ανατρίχιαζε από την αηδία.
Η γυναίκα του-ποτέ πρώην-έφυγε λοιπόν μια Κυριακή. Χωρίς δράματα, χωρίς εντάσεις. Απλά τον κοίταξε λυπημένα, σήκωσε μια ταλαιπωρημένη καρό βαλίτσα και έφυγε. Ο Παύλος στην αρχή σκέφτηκε διάφορες λύσεις. Μα όλες περιλαμβάνανε το δεδομένο ότι έπρεπε να λερώσει τα χέρια του. Και του Παύλου δεν του άρεσε να λερώνεται. Σιγά – σιγά συνειδητοποιούσε ότι είχε μέσα του οργή. Καλά κρυμμένη για χρόνια.
Τις πρώτες μέρες στεκόταν στην ίδια παλιά πολυθρόνα και κοιτούσε την πόρτα. Την περίμενε. Όταν θα γύριζε θα τη χτυπούσε. Όχι πολύ. Εξάλλου το είχε ξανακάνει. Δεν σήμαινε τίποτα κακό αυτό. Τη συνέτιζε λίγο όταν ξέφευγε. Γιατί ξέφευγε. Δεν εννοούσε να καταλάβει ότι όλα έπρεπε να γίνονται με έναν τρόπο. Το καθάρισμα , το μαγείρεμα , το σιδέρωμα. Ακόμα και το χαλάκι της εισόδου είχε τον τρόπο του. Πάντα με τη λερωμένη άκρη προς τα μέσα. Αυτό ήταν και η αφορμή του τελευταίου χαστουκιού που της έριξε. Δεν τη χτυπούσε. Τη συνέτιζε. Εξάλλου ήταν γυναίκα του. Αυτός την είχε διαλέξει , την είχε φέρει στα μέτρα του και ζούσε μαζί της για τόσα χρόνια με τον τρόπο του.
Πώς γινόταν λοιπόν να του φύγει; Δεν καταλάβαινε. Δεν της έλειπε τίποτα. Αλλά πάντα της περίεργη ήτανε. Οι μόνες φορές που την είχε ακούσει να μιλάει σε μεγαλύτερη ένταση από τον ίδιο- και εννοείται ότι ούτως ή άλλως μιλούσαν χαμηλόφωνα στο σπίτι τους- ήταν μία όταν απέβαλλε και άλλη μια φορά που της ζήτησε να κάνει μπάνιο προκειμένου να κάνουν σεξ και εκείνη αρνήθηκε με τη λογική ότι είχε κάνει πριν μια ώρα. Ένα ελαφρύ χαστούκι στα οπίσθια και σηκώθηκε γρήγορα να πλυθεί.
Και όλα καλά. Ο Παύλος αδυνατούσε να δει που είναι το πρόβλημα. Ακόμα και στη δουλειά του τίποτα δεν γινόταν αν δεν το ενέκρινε ο ίδιος. Κι ας ήταν η θέση του πιο κάτω και από τη ρεσεψιονίστ. Τόσα χρόνια στην εταιρεία, ούτε καφέ δεν αγόραζαν αν δεν τους το έλεγε εκείνος. Και τώρα η ίδια του η γυναίκα τον άφηνε; Έτσι χωρίς μια εξήγηση; Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τίποτα. Όταν την είδε με τη βαλίτσα έμεινε άφωνος.
Περνούσε όμως ο καιρός και ο Παύλος ετοιμαζόταν όλο και περισσότερο. Δεν θα ήταν πλέον άφωνος όταν εκείνη ξαναγυρνούσε. Γιατί θα ξαναγυρνούσε. Πού αλλού να πήγαινε; Δεν είχε κανέναν. Δεν υπήρχε περίπτωση να είχε κανέναν.
Οι εμμονές του μεγάλωναν. Ακόμα και η αδερφή του σταμάτησε να τον επισκέπτεται τα βράδια. Δεν τον άντεχε που τη διέταζε να βγάλει τα παπούτσια της το πρώτο λεπτό που έμπαινε στο σπίτι.
Ο Παύλος ξυπνούσε τα πρωινά, πήγαινε στη δουλειά του, γυρνούσε, μαγείρευε και έτρωγε. Μετά καθόταν και κοιτούσε την πόρτα. Δύο εβδομάδες πέρασαν και η πόρτα δεν άνοιγε.
Και εκείνη την Κυριακή που συμπληρώθηκε ο μήνας ο Παύλος μόλις είχε τελειώσει το καθάρισμα του σπιτιού. Έκανε σχολαστικά το απαραίτητο τρίτο μπάνιο της ημέρας. Φόρεσε τις καθαρές του παντόφλες και καταπιάστηκε να τραβάει την πολυθρόνα μακριά από την πόρτα. Θα έβαζε στην θέση της τον καναπέ. Θα ίδρωνε λίγο και σιχαινόταν τον ιδρώτα του, αλλά ο καναπές έπρεπε να αλλάξει θέση. Εκεί καθόταν όταν έφυγε η γυναίκα του και εκεί έπρεπε να τον βρει.
Αγκομαχούσε σιγανά- μην τον ακούσει και η γειτόνισσα καθώς έσπρωχνε. Και τότε άκουσε ένα τρίξιμο. Η πόρτα. Άνοιξε. Στράφηκε έτοιμος. Με το δεξί του χέρι σφιγμένο. Καλά ίσως αυτή τη φορά να μην ήταν ένα απλό χαστούκι ή μια ξυλιά στα πισινά. Ίσως να ήταν γροθιά. Στην κοιλιά. Στο πρόσωπο μπορεί να έκανε σημάδι. Δεν τα άντεχε τα σημάδια.
Η ρόμπα του άνοιξε καθώς γυρνούσε. Στην μισάνοιχτη πόρτα στεκόταν μια γυναίκα. Απροσδιόριστη η μορφή της. Σαν τη γυναίκα του αλλά όχι ακριβώς.. Μισοέκλεισε τα μάτια σε μια προσπάθεια εστίασης. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα. Μια μυρωδιά τον κύκλωσε. Χώμα και κάτι άλλο. Ούρα; Του ήρθε μια αναγούλα. Έφερε το χέρι στη μύτη του και την έτριψε με μανία.
Άνοιξε το στόμα του αλλά η μυρωδιά έγινε γεύση. Το στομάχι του άρχισε να συσπάται. Σκέφτηκε “ όχι εδώ , θα λερώσει το χαλί “ μα δεν πρόλαβε. Γύρισε στο πλάι και άδειασε το στομάχι του προσέχοντας την τελευταία στιγμή να το κάνει στη ρόμπα του για να περιορίσει τη βρωμιά.
Η γυναίκα τον πλησίασε και τον κύκλωσε με τα χέρια της.
«Καθαρέ μου Παύλο..»
Εκείνος προσπάθησε να απομακρύνει τα χέρια της.. Μύριζαν απαίσια. Και τότε την κατάλαβε.
«Μμαμμά;»
Του χαμογέλασε απόμακρα.
«Αν έτσι το θες.»
Έχασε τον έλεγχο. Διπλώθηκε στα δυο και συνέχισε να αδειάζει το στομάχι του. Κατάλαβε τρομοκρατημένος ότι ο πρωκτός του είχε χαλαρώσει. Η κύστη του το ίδιο. Θα λερωνόταν. Πολύ.

Η ανάμνηση τον τρέλανε. Ήταν αυτός, μικρός, είχε βρέξει το κρεβάτι του και η μαμά του τον ανάγκασε να γλείψει τα σεντόνια.

«Όχι μαμά δε θα το ξανακάνω!»

Τον βρήκε η αδερφή του μετά από λίγες μέρες. Κοιμόταν μέσα σε μια λίμνη από τα ίδια του τα υγρά- αίματα, ούρα, κόπρανα. Δε συνήλθε ποτέ.

Γύρισα. Ψάχνω μες στην τσάντα μου για τα τεφτέρια μου , να μεταφέρω εδώ αυτά που θυμάμαι. Κάτω από αντηλιακά σκεπασμένα με άμμο και μικρές πέτρες από την Εγκρεμνή βρίσκω κάτι σκόρπια φύλλα. Θα τα γράψω λοιπόν με το συνήθη τρόπο μου. Ανοργάνωτα , μπερδεμένα και με μια ανάσα.

Ξημερώματα 4ης Αυγούστου

Το παιδί των δώδεκα χρόνων κοιτάει με κλεφτή περιέργεια τον άντρα με τα μακριά μαλλιά που έχει στήσει αντίσκηνο απέναντι. Τρώει ένα παγωτό και με λαιμαργία τον χαζεύει. Τον άντρα με τα πιο παράξενα μάτια στον κόσμο. Και βλέπει ενώ κοιμάται να επισκέπτεται τον άντρα με τα πιο παράξενα μάτια στον κόσμο, ένα κορίτσι ντυμένο στα μαύρα. Βλέπει τα χέρια της. Να μπλέκονται μ’ εκείνα του άντρα με τα δέρματα στο λαιμό. Απλώνονται τα χέρια της –παράξενα λευκά χαϊδεύουν τα μαλλιά του άντρα με τα πιο παράξενα μάτια στον κόσμο. Και αργά το βράδυ τους ακούει. Ανάσες , μισές κινήσεις. Μια ησυχία. Και μετά βλέπει τα τσιγάρα τους να τους φωτίζουν τα πρόσωπα. Εναλλάξ. Πάλι τα χέρια της του χαϊδεύουν το πρόσωπο , την πλάτη , του στρώνουν τα μαλλιά. Το παιδί νιώθει κάτι παράφορο. Πίσω από το άσπρο σκονισμένο αμάξι κάτι άγριο συμβαίνει. Σηκώνεται να πάει τουαλέτα. Δεν ξέρει πως να καθησυχάσει αυτό το αντάριασμα. Και τους βλέπει. Κλεφτά. Η μάνα του ανησυχεί. Πίσω από το σκονισμένο αμάξι υπάρχει η ζωή σαν φαντασίωση που ποτέ δεν υλοποιείται.

Λευκάδα 5μισι το πρωί

Τραβάω μια γραμμή στην ύπουλη πιθανότητα για έρωτα. Βγαίνω στη βεράντα λίγο πριν το ξημέρωμα. «Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη». Εγώ σκαλίζω σ’ ένα χαρτί να μην ξεχάσω. Τις εικόνες , τα λόγια. Σκηνοθετώ τη ζωή μου και μ’ αρέσει. Ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα από μια φίλη που θέλει να δει αν είμαι καλά. Καλά είμαι φιλενάδα. Τον Γάλλο μου δεν τον αγκάλιασα με κολώνες. Ήπια λίγο παραπάνω αλλά ήταν όλα στην υγειά μου αυτή τη φορά.

Ανάβω τσιγάρο και συνεχίζω. Λευκάδα 5μισι το πρωί. Μετά από μια νύχτα στα συνηθισμένα σήμερα αποφάσισα να κάνω διακοπές. Και ρωτάω αν υπάρχει κάποιο μαγαζί που να μην παίζει μια από τα ίδια. Και υπάρχει αλλά είναι λέει πάντα άδειο. Δε γαμιέται, θα πάω. Και πήγα. Και πέρασα όμορφα. Και όταν έκλεισε το μαγαζί , ο μπάρμαν με πήρε από το χέρι και με πήγε πιο δίπλα σε μια καλύβα δίπλα σε μια πισίνα. Εκείνη την ώρα που οι mainstream τουρίστες κοιμόνταν εμείς αγρυπνούσαμε με Edith Piaf και Waits. Τα παιδιά που είχαν το μαγαζί τελικά ήταν γνώριμοι από το χειμώνα της Αθήνας και τα μαγαζιά της Πανόρμου. Πελάτες κάποιοι Έλληνες και ξένοι ανώνυμοι. Ο Otto από την Ολλανδία , ο Fred από τη Σκωτία και ο Andy ο μελαγχολικός. Όταν με ρωτάνε τι θα πιω τους λέω έναν ουρανό και ο Σωκράτης ο μπάρμαν χαμογελά και βάζει 2 τεκίλες.
Περνάνε ώρες , περνάνε σφηνάκια κι όλοι είμαστε φίλοι. Ο Andy ο μελαγχολικός μου λέει ότι είμαι πριγκίπισσα. Γελάω. Του λέω ότι I was born to be a star. Ο Fred με ρωτάει “and what the fuck happened next”. Γελάω και τον κερνάω άλλη μια τεκίλα. Ο Andy ο μελαγχολικός μου λέει “don’t listen to him girl. You are just like Greta Garbot: you don’t need publicity”. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ώρα ήμουνα η Γκρέτα. Γελάμε. Ο Otto έχει μεθύσει. Ζει εδώ και 4 χρόνια στην Ελλάδα, οδηγώντας ένα σκάφος. Του φωνάζω : Hey Otto from Holland: don’t pay the ferryman my friend. Don’t pay the fucking ferryman”. Με κοιτάει και μετά η μνήμη του ξυπνάει. Γελάει και μου λέει “I hope I didn’t’t”. Γυρνάω και φέρνω το Γάλλο μου στο νοικιασμένο χωρίς ούτε μια γρατζουνιά. Τα μπλόκα δε με πιάνουν. Είπαμε είμαι πριγκίπισσα. Παίρνω τηλέφωνο σ’ εκείνο το ξεχασμένο και δεν είσαι διαθέσιμος. Δε γαμιέται και πότε ήσουνα;
Βγαίνω λοιπόν στη βεράντα. Στρίβω άλλο ένα και σου μιλάω για τον “μπαμπάκα” και τον Gallagher. “I‘ll try to make the skies blue for ever; If I can”. Έτσι είναι . Μεγάλη κουβέντα αυτό το “if”. Σου λύνει πολλά.
Και τώρα ακούω τις γάτες ακούω τα αυτοκίνητα. Εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη. Κι εγώ φιλαράκι διακοπές. Βάφω τα μάτια μου, φοράω δέρματα στα πόδια , δεν κλείνω ποτέ τα μάτια μου , βγάζω την ανάσα από τη μύτη και βουτάω. Θα σε συνήθιζα πολύ εύκολα. Λίγο νεράκι και πάμε παρακάτω. Τι λέγαμε; Α ναι για το πώς οι άνθρωποι ευχαριστιόμαστε τις στιγμές. “Do you mind darling? No baby feel free to tell me to take my sorry ass away from here”.
Όχι δε λέγαμε αυτό. Λέγαμε πως ξημερώνει , πως πάλι ξεχάστηκα και πως πάλι δε θα είσαι εδώ να σου μουδιάσω τον ώμο. Στην αυγή της Λευκάδας λοιπόν. Και ναι τελικά είναι ωραία στον Παράδεισο.
Κι αν με ξεγελάει χρόνια η πουτάνα τη λατρεύω. Και δε μ’ αρέσουν τα παραμύθια. Όσο κι αν το κοριτσάκι μέσα μου εκλιπαρεί κι άλλα. Δε θα κοιμηθώ στα χέρια σου με τίποτα . Γιατί ξέρω ότι το πρωί θα λείπουν. “Million miles away” το ‘παμε . Χώμα και ύπνος.

Million miles away

Σήμερα το βράδυ θα ζωγραφίσεις έναν ιππόκαμπο μαύρο στο πόδι σου.
Να τον έχεις για παρέα όταν οι άνθρωποι κουράζονται.
Η ισορροπία του μαζί τρεκλίζει επικίνδυνα.
Αδειάζω. Δεν τρώω. Καπνίζω πολύ και πίνω μετρημένα.
Μαζεύω ήλιο και σκαρφαλώνω σε γκρεμούς.
Δεν εκπλήσσομαι.
Η υψοφοβία μου θεριεύει.
Δε θα σε ξαναπώ μωρό μου.
Είσαι εκεί που βρέθηκες για λίγο.
Τα χέρια μου σε σφίγγουν στο λαιμό.
Τα πόδια μου στη μέση.
Στα κάνω κάτι τέτοια.
Όταν δεν μπορώ να σου μιλήσω.
Και δεν το ξέρεις.
Επαναλαμβανόμενα παίζει “at the mercy of Maria”.
Χωρίς ρούχα, χωρίς αντιστάσεις.
Για το παρόν κοιμάμαι μόνη.
Είμαι η Μαρία.
Άκαπνη στο λέω.
Εδώ είναι τόπος για συντροφευμένες μοναξιές.

Χρόνια έχω να περπατήσω στη βροχή. Τότε που ξανάνοιξαν οι ουρανοί της Πάτρας και βγήκαμε να αγκαλιαστούμε κυκλικά κάτω από το φως της λάμπας του δήμου. Θυμάσαι; Προσπαθώ να μη θυμάμαι. Μετά κοιταχτήκαμε , βγάλαμε τα παπούτσια μας , πιαστήκαμε από το χέρι. Βρήκες το σπιρτόκουτο , δεν πήραμε ποτέ εκείνο το καράβι για Βενετία.
«Είμαι πεύκο στην ακρογιαλιά» / «Είμαι ελαφρύς» / «Είμαστε οι λίγοι , οι εκλεκτοί και οι τυχεροί»
και εν κατακλείδι “why do you look so sad?”

Επόμενη σελίδα: »