Οκτώβριος 2007


                     img_1705.jpg

Είχε που λες μάτια μου,

ένα φεγγάρι παγωμένο γύρω- γύρω και κάτι σύννεφα ίσα να το κρατάνε στη σωστή θερμοκρασία.

Το σπίτι μετά από μια δόνηση τράβαγε όσο να πεις το βλέμμα.

Τι λες;

Πως και δεν βρέθηκε κανείς να το μετακινήσει μες στο χρόνο,

να το πάει μπρος σ’ έναν καινούριο χειμώνα,

να το ξεπλύνει απ’ την σκόνη της δόνησης;

Αχ μωρέ ψυχή μου,

είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά τι θαρρείς; 

Λειψοί οι άνθρωποι, λοιψές και οι επιθυμίες τους.

Advertisements

image0297.jpg

Βράδυ Παρασκευής αφού νυχτώσει θα ανοίξει ο Δρόμος για Καλαμάτα.Θα περάσει μέσα από ξεχασμένες διαδρομές, θα στριφογυρίσει μέσα από μαύρα θλιμμένα δέντρα.Θα γλείψει ανάποδες ασφάλτινες στροφές, θα στρίψει τσιγάρα για μερικά χιλιόμετρα.Θα τραγουδήσει μέσα από ξεχασμένους δίσκους ετών, θα βραχνιάσει στα δύσκολα σημεία.Θα κοιταχτεί στα μάτια φίλων από χρόνια, θα γελάσει με ντεσιμπέλ ανεβασμένα, θα πιει τσιπουράκια το βράδυ του Σαββάτου κι ίσως, ίσως λέω να ρίξει στροφές ανάτασης.Πρωί Κυριακής θα σκαρφαλώσει σε βουνά να ζαλιστεί από το αραιό οξυγόνο και να φωνάξει στα απέναντι βουνά πως είναι ελεύθερος πια κι αυτή η ελευθερία ήταν τόσο ακριβή που ακόμα που και που τις Κυριακές ματώνει.Βράδυ Κυριακής αφού νυχτώσει ο δρόμος θα αναποδογυρίσει. Και θα ‘χει ανάσα μυρωμένη και δάχτυλα μαύρα στις άκρες από το σκάλισμα στις στάχτες.

Ελεύθερος;

Ε ναι ρε, τι λέμε.

Ελεύθερος.

Ξέρεις ρε πόσο μέτρησε αυτό;

Που να ξέρεις.

Άντε γεια μας..

dscn0496.jpg

Σειρές της γραφομηχανής

               περιθώρια λαθών στατιστικών και όχι

ένας έντονος χορός στα δυό μόνο “και μη σε νοιάζει πια για μένα” κι ένα τσάκισμα στη φωνή θα ‘ναι απ’ τα τραγούδια ή απ’ τα καπνά που να σε γράψω με κεφαλαία ψυχή μου πες μου, που να σε φωτίσω με νέον λάμψεις να μου καμαρώνεις από ψηλά κρεμάμενος κι απ’ τα χρόνια θαμπωμένος να σου παράγω κρότους, άκρες από μεταξωτές κορδέλες και στιχάκια καρφωμένα στις άκρες των χειλιών “και μη σε νοιάζει πια για μένα” ήχοι και φωνές λίγο μόνο μουντές μέσα σ’ έναν καπνό πράσινο κοίτα, άλλαξα χρώμα ξανά και σε θυμάμαι αλήθεια, λίγο δύσκολα πια αλλά σε θυμάμαι όχι ξεχωριστά τα κομμάτια σου αλλά ούτε και όλον και μόνο μπροστά στην μάντρα σου δυο μισά λυγισμένα να γελάμε, να γελάμε έλα χόρεψέ μου, ψυχή μου να φωτίσει ένας κόσμος αλύγιστος

μέσα σ’ ένα καπνό πράσινο

                 περιθώρια λαθών

αχ είναι κάτι ξημερώματα που με θλίβουν τα ξερά σου κομμάτια τα κλεισμένα σε φάκελο

και γίνομαι ξανά η συγνώμη η ατομική σου

                         christiania1_bike.JPG

Γέλα μου, γέρο και τρελέ μου.

Πέμπτη η νύχτα και κέντρο η πόλη.

Από μια μέρα μακριά κάνω συνείδηση δις – λειτουργίας.

Κι αν το ροκ δεν πέθανε ποτέ

Τα ξύλινα δόντια μέσα στο πιάνο του σαπίσαν

Κι απόμειναν θαμώνες των μαύρων υπογείων

Της Πέμπτης

Του κέντρου

Με ξεπλυμένα δοχεία οφθαλμών

Και μόνιμα λερωμένα παντελόνια

Τώρα κάνουν χάζι νεαρά μπουκάλια χωρίς αλκοόλ

Τους μακρυμάλληδες εραστές με τα χαλαρά στο λαιμό μπλουζάκια

Και γελάνε κρυφά πίσω απ’ τα φρεσκοφυτρωμένα λευκά δοντάκια τους

Ποιος συνηγορεί με τους θαμώνες/

Μόνο ένας αλλοπαρμένος χρόνος που πέρασε και λέρωσε τα παντελόνια τους.

Της Πέμπτης.

Του κέντρου.

 Γέρο μου.

Πεθύμησα ένα ταξίδι στο χειμώνα Ενδοχώρα με κρύσταλλα στις οροφές των καφενείων Ζεστός ελληνικός δεν πεινάω καθόλου μόνο να πίνω καφέ και να μου στρίβεις τα τσιγάρα θέλω Σε δωμάτιο που κρατάει κρύο με χοντρές κουβέρτες πάντα παγωμένα πόδια ε; Και περπάτημα στις άκρες των δρόμων ίσια κάτω γκρεμός Σαν να ξαναγίνομαι 5 χρονών στην ορεινή Κορινθία το βρυσάρι με τις νεράιδες που σου παίρνουν την μιλιά την λάμια που βγαίνει τις νύχτες των γάμων και τρώει τους άντρες μιας που την ίδια την αφήσαν στο δικό της να περιμένει άραγε η εγκατάλειψη να έχει μυρωδιά γιατί χρώμα έχει σίγουρα πως μπερδεύονται οι ειρμοί με ρακάκι στις άκρες των χειλιών δεν μπορώ να χτενίσω κι αφήνω να στεγνώνουν μπερδεμένες κι αυτές έβγαλα ένα μαύρο δακτύλιο στον παράμεσο σαν να ντύθηκα ξαφνικά για το μαύρο γάμο και μήπως θα το μάθω σαν θαφτείς; Τούτη η πόλη μας τρώει τον ύπνο και οι δρόμοι της πια δεν κάνουν γωνιές Μύθοι, λαλιές και περπάτημα πολύ, πολύ ειδικά τη νύχτα μα δεν υπάρχει μια γωνιά, μια γωνιά;   

                                  koritsaki.JPG

Αρχές χειμώνα κι οι τελευταίες συναυλίες γίνονται με συνοδεία έναν αέρα κρύου.

Κάπου στο κέντρο μιας αρένας ένα ξανθό κοριτσάκι στροβιλίζεται μόνο του, 

οι γεννήτορες το φωνάζουν να ησυχάσει  μα αφήστε το παιδί να χορέψει,  

να αψηφήσει το κρύο,  

τον χειμώνα που ‘ρχεται δρασκελώντας τα κοιμώμενα πάθη μας.

  Είμαστε θηρία λυπημένα ασυντρόφευτα. 

Παρηκμασμένες οι αισθήσεις, 

άφετε τα παιδία. 

Οι άκρες στραφήκαν προς τα κάτω,

είπανε. 

Δυσκίνητα,

βγάζω και τραβώ μνήμες από το κοντά. 

Να κοιμηθώ,

 να ησυχάσω,

ακόμα πιο τεράστιο να ακουμπήσω σε βλέμματα. 

Απλώς,

στρέφω προς τα κάτω. 

Και φωτο-γράφω το ξανθό παιδί. 

Στροβιλίζεται. 

Κάθε πρωί θα ξεπλένω τα μάτια και τα δάχτυλα/απ’ τις σκόνες της νύχτας και του δρόμου/ θα σχηματίζω γράμματα με την άκρη τους στο τζάμι/ και θα εύχομαι να απαλύνει η ανάσα.  

                         ejarxeia.JPG

Από-χορώντας από τις ομάδες

Τα πρωινά εγείρεσαι και εγείρεις.

Και μια πικρίλα στο φάρυγγα

Είναι από τις φωνές του χορού.

Χορός.

Χωρισμός.

Ξεκινώντας πατάς τις πευκοβελόνες που άλλοι λιώσαν πριν από σένα.

Κι είναι σαν να ακούς τον τελευταίο βαθύ τους.

Πότε θα ‘ρθουν τα φρέσκα καπνά να τα ρολάρεις με την γλώσσα.

Όποτε αποφασίσει η τελευταία στροφή της νύχτας να εμφανίσει μπροστά στις ρόδες σου κράσπεδο.

Και τότε θα γείρεις το κεφάλι προς τ’ αριστερά

Και αμφιταλαντευόμενος μόνο όσο κάνει 0 + 1

Δεν θα στρίψεις το τιμόνι

Θα χαλαρώσεις τον αυχένα να λυθεί σε ένα ξέφρενο γέλιο προς τα πίσω

Και θα αφήσεις τα χεράκια σου απ’ τον μαύρο κύκλο

Να γελάσουν κι αυτά

Ελεύθερα

Από-χορώντας.

Χορεύοντας./

Επόμενη σελίδα: »