Σεπτεμβρίου 2006


«Αποκομμένος απ’ όλους κι απ’ όλα
σε μαγεμένη τροχιά
πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα
τίποτα δε μ’ ακουμπά
στον παράξενο μου χρόνο»

όλη μέρα σιγοτραγουδάω

«Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ’ αγκαλιάσω να μ’ αγκαλιάσεις
να ξεγελιέσαι να ξεγελιέμαι
Σα ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά
μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά
στων προσώπων μας τις ζάρες»

κάπου την έχω τρακάρει αυτή την ψευδαίσθηση του «μαζί»

«Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες
δίχως καβάντζα καμιά
ντύθηκε η μέρα τα γούστα της νύχτας
και η ψυχή μου πηδά
στου απέραντου την ψύχρα»

χωρίς καβάντζα ε;

«Venceremos, venceremos»

Υστερόγραφο: του Νικόλα Άσιμου.

-χρόνια πολλά πριν σ’ένα τρένο για Θεσσαλονίκη που έφτασε 7 το πρωί ξεκινώντας από τις 12 σ’ έναν κρύο σταθμό και σε δρόμους στρωμένους με πάγο-δεν μας ξαναβρήκα φίλε Ν.

Advertisements

Συχνά να σκύβει πάνω σε υπονόμους ψάχνοντας για τα σημάδια.
Δεν είχε ποτέ κάποιον να μισήσει.
Ράγισε το περίβλημα των ημερών του
Που δεν αγαπούσε τις γάτες
Τι απίστευτη αίσθηση αταραξίας.
«Έξω ο καιρός βροχερός, λέω να βγω , να μην βγω»
Πάρε και ένα τραγουδάκι από παλιά να με θυμάσαι.
Σήμερα.
Μα τι είναι σήμερα μια ακόμα μέρα.
Δε θα σε ενοχλεί τίποτα. Το ατάραχο μυαλό σου. Που το δούλευες χρόνια. Να μη σε κουράζει, να μη σε σπρώχνει σε πτώσεις. Που το όρισες εσύ να μη θυμάται.
Πάλι γίνομαι παράξενη. Όχι αυτή τη φορά γράφω στο φως. Λίγα πράγματα έμαθα κι αυτά μισά. Ξέρεις τότε που σου έλεγα ότι θέλω να είμαι ελεύθερη δεν ήξερα τι έλεγα. Σε παρακαλώ πάρε με μαζί σου. Στο φωτεινό κύκλο με τους ακροβάτες μετέωρους. Κι ας έχει αέρα κι ας φοβάμαι. Και εκείνο το περίστροφο που μου είχες πει ότι έχεις χαραγμένο στο μυαλό σου εγώ θα το βγάλω βόλτα. Όχι μακριά, μέχρι το πεζούλι στο βράχο μόνο. Σήμερα το βράδυ θα ακούσω εκείνο το “green eyes” και άσε μου να μου το χαρίσω. Μαζί με το “comfortably numb” που άκουσα τυχαία το πρωί.
Και κάνε μου μια χάρη. Όταν ξαπλώσεις και νιώσεις το μυαλό σου να μην ησυχάζει πρώτη φορά μέσα σε τόσα χρόνια, πες του να βγάλει το σκασμό.
Θα ‘ναι επειδή σε θυμάμαι και σου εύχομαι να μη θυμάσαι εσύ.
Το είχα τάξει να μην αφήσω τις 22 του Σεπτέμβρη χωρίς ανάλογους θριάμβους.
Θα ξαναδιαβάσω τα χαρτιά, θα ξανανοίξω το Λειβαδίτη, τον Morrison και τον Καζαντζάκη. Δε θα βάλω άλλες μουσικές. Ίσως μόνο το “hey you” για εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου..
-Μόλις μείνουν πέντε δευτερόλεπτα στην κάρτα πες το μου..
-Γιατί;
-Θα δεις..
-Μείνανε πέντε.
-Σ’αγαπώσ’αγαπώσ’αγαπώσ’αγαπώσ’αγαπώσ’αγαπώσ’αγ
———————κόκκινα από τα χέρια μου και άσπρα από σένα σε μονό αριθμό————————————————————————————–

Η ώρα πέρασε απότομα και ξαφνικά τον βλέπει μπροστά της. Έτσι όπως τον θυμόταν, ελαφρά γερτό προς τ’ αριστερά.. Δεν τη θυμήθηκε. Ή τουλάχιστον δεν φάνηκε κάτι τέτοιο.
Τον κοιτούσε για ώρα ανάμεσα από καπνούς. Όσο περνούσε η ώρα ξεχνιόταν όλο και περισσότερο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Όπως ήταν τώρα. Όπως ήταν παλιά τον θυμόταν. Να κοιμάται, να γελάει να τρώει. Όλες τις βασικές του λειτουργίες. Και πώς άλλαζε το πρόσωπό του την ώρα που έχυνε. Σαν να μην ήταν αυτός. Σαν να είχε πάρει τη θέση του κάποιος άλλος. Κάποιος άσχημος, κάποιος τρομακτικός. Τον εξανάγκαζε την ώρα εκείνη να της λέει «σ’αγαπώ». Και της το ΄λεγε. Με τον καιρό έμαθε πως οι άντρες λένε οτιδήποτε εκείνη την ώρα.. Με τον καιρό έμαθε να τον κοιτάει στα μάτια και να το απαιτεί. «Πες το μου, πες μου σ΄ αγαπώ». Και πάντα την κοιτούσε με μάτια λίγο θολά, έπνιγε το «χύνω» κι έλεγε «σ΄αγαπώ». Και μετά απλωνόταν πάνω της.
Η ώρα περνούσε και το μόνο που θυμόταν από αυτόν ήταν ότι σεξουαλικό μοιράστηκαν. Τίποτα άλλο. Τις άλλες βασικές του λειτουργίες τις διέγραφε. Μα τον κοιτούσε τώρα, ανάμεσα από καπνούς και δεν τον αναγνώριζε. Έψαχνε τα χέρια του, το πρόσωπό του με τα μάτια της σε αγωνία. Πήρε άλλο ένα ποτό να κάνει την αγωνία της απαλότερη.
Εκείνος γελούσε με την παρέα του. Της φάνηκε ότι την κοίταξε κανα-δυο φορές αλλά μετά τράβηξε το βλέμμα του. Προσπάθησε να το σκεφτεί λογικά. Είχαν περάσει τόσα χρόνια ήταν λογικό να μην την θυμάται. Όχι δεν ήταν λογικό. Ξαναθύμωνε. Αυτή τον θυμόταν. Δηλαδή όχι τον ίδιο ακριβώς.. περισσότερο την αίσθησή του. Την απώλεια την ξαφνική, την οργή την κόκκινη, τις χαρακιές τις κοντά στην επιφάνεια. Εκείνο το μήνα που φάνηκε ένα άλλο φεγγάρι που θα σηματοδοτούσε την αλλαγή. Δε θα ήταν πλέον άχρηστη, της το είπε το ίδιο. Και εκείνος αποφάσισε ότι δεν ήθελε. Και της το έκανε σαφές. Και μετά ήρθε η απώλεια.
Πήρε άλλο ένα ποτό. Η αγωνία μεγάλωνε αλλά ήταν όμορφα. Παράξενα όμορφα. Έγειρε πίσω το νέο και βελτιωμένο κεφάλι της. Γέλασε δυνατά. Του τράβηξε την προσοχή. Την κοίταζε με ενδιαφέρον. Της άρεσε. Μια εικόνα σχηματιζόταν αργά στο μυαλό της μα δεν ήταν πλήρης . Κάτι μπερδεμένα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της. Και η φωνή του. «Έτσι δεν είναι καλύτερα;». Και τα χέρια του. Να της χαϊδεύουν το παλιό της κεφάλι.
Τον είδε να διασχίζει το μήκος της ξύλινης μπάρας ενώ τα ηχεία βγάζανε τη φωνή του Morrison παραμορφωμένη. “Oh show me the way to the next whisky bar”. Του γύρισε την πλάτη και πήρε άλλο ένα ποτό.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;», ενώ τα χέρια χαϊδεύουν το παλιό κεφάλι της και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Γύρισε απότομα και τον είδε μπροστά της. Η ώρα πέρασε πολύ γρήγορα. Της χαμογέλασε. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τον θυμηθεί. Μα δεν τον θυμόταν. Όπως ήταν τώρα δηλαδή ή όπως ήταν παλιά;
Έσκυψε ν’αφήσει το ποτήρι της στο πάτωμα απαλά. Σηκώθηκε αργά κοιτώντας σ’ όλη τη διάρκεια αυτού του κύκλου, επίμονα. Θυμήθηκε πώς του άρεσε να τον κοιτάει στα μάτια όσο τον είχε στο στόμα της. Γινόταν τρομακτικός όσο τον έγλειφε και τον κοίταζε και τότε δεν μπορούσε να του ζητήσει να της πει «σ’αγαπώ».
Και τώρα του άρεσε που τον κοίταζε, το έβλεπε. Γινόταν αλλιώτικος. Και εξακολουθούσε να μην τον θυμάται.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;»,με τα χέρια του απαλά τώρα εκεί που πριν λίγο ήταν σκληρά και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Του έκανε νόημα προς τις τουαλέτες. Θα τον θυμόταν σίγουρα το ‘χε βάλει πείσμα. Ή μήπως έπρεπε να την θυμηθεί αυτός ; Ή μήπως τίποτα δεν είχε σημασία απλά το νέο και βελτιωμένο κεφάλι της ζητούσε το γνωστό του άδειασμα, το γνωστό του ξόδεμα;
Την κοίταξε αιφνιδιασμένος αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Την ακολούθησε. Οι τουαλέτες του μαγαζιού χάσκανε 10 βήματα μπροστά και τα περπάτησε με χάρη συνοδευμένη από την Joplin που διέτασσε “cry baby”. Τον ένιωθε πίσω της να ανοίγει το βήμα του να την προλάβει.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;»,με τα χέρια του απαλά τώρα εκεί που πριν λίγο ήταν σκληρά και της φέρανε έναν ξαφνικό πόνο που την έκοψε στα δυο ενώ άδειαζε άδειαζε και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Άνοιξε την πόρτα της αριστερής τουαλέτας-έγερνε κι αυτή αριστερά από τότε (από πότε; Αφού δεν τον θυμόταν!)- και μπήκε μέσα με την πλάτη. Εκείνος ήρθε ξωπίσω της αλλά πριν προλάβει να της μιλήσει έπεσε πάνω του. Τον φιλούσε άγρια του έγλειφε τα γένια του τραβούσε τα μαλλιά πίσω στο σβέρκο.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης–

Της σήκωσε βιαστικά τη φούστα και τραβήχτηκε ψάχνοντας για προφυλακτικό. Τον σταμάτησε και δεν έφερε αντίρρηση. Τον ξανατράβηξε. Και επιτέλους μπήκε. Την πονούσε και τον ενθάρρυνε. Ο τοίχος πίσω της κρύος και τα χέρια του τη σφίγγανε στους γοφούς, την έσπρωχνε απότομα. Του γρατζουνούσε την πλάτη, τον δάγκωνε στον ώμο και τον περίμενε. Τον κοιτούσε να θυμηθεί. Και το πρόσωπό του άρχισε να αλλάζει. Μετά από δώδεκα φορές που είχε μπει και ξαναβγεί από μέσα της. Όπως παλιά.. Η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει , κάτι θυμόταν από αυτό το αγριεμένο πρόσωπο με τα σκούρα γένια που άλλαζε τρομακτικά καθώς άρχισε να βαριανασαίνει.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης να της λέει ότι δεν θέλει αυτό το σκοπό και δεν της επιτρέπει να τον θέλει ούτε κι αυτή και τα χέρια του να απλώνονται εκεί χαμηλά στη ρίζα του σκοπού–

Μετά τον κοιτούσε που θα έχυνε και είχε αρχίσει να της θυμίζει πολλά.
Του τράβηξε το κεφάλι απότομα να το σταθεροποιήσει στα μάτια της, στην αγωνία της.
«Πες μου σ’αγαπώ»
Την κοίταξε ξαφνιασμένα αλλά τα σκοτάδια είχαν διαλυθεί και οι καπνοί το ίδιο. Δεν προλάβαινε να αλλάξει κάτι. Θα έχυνε και δεν μπορούσε να το προλάβει.
«Σ’αγαπώ», της είπε ξεψυχισμένα και με μια αγωνία που μεγάλωνε, η απορία του γινόταν σιγουριά αλλά δεν μπορούσε πια. Ξεφύσηξε στον τελευταίο του κύκλο, καi άρχισε σιγά – σιγά να γλιστράει προς το πάτωμα κρατώντας την ακόμα σφιχτά τα χέρια του στους γοφούς της.. Την κράτησε εκεί εγκλωβισμένη, ενώ ίδρωνε και απλωνόταν πάνω της, ενώ η ανάσα του επανερχόταν. Η μνήμη του όμως;

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης να της λέει ότι δεν θέλει αυτό το σκοπό και δεν της επιτρέπει να τον θέλει ούτε κι αυτή και τα χέρια του να απλώνονται εκεί χαμηλά στη ρίζα του σκοπού να τον ξεριζώνουν με το ανάποδο της παλάμης και ώρες μετά το νοσοκομείο τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Περίμενε να ηρεμήσει την ανάσα της. Έγειρε πίσω το νέο και βελτιωμένο της κεφάλι- οι γιατροί ήταν περήφανοι για την πρόοδό της- και με το αριστερό της χέρι έψαξε στο παπούτσι της για τη μικρή κοκάλινη λεπίδα.. Τη βρήκε μετά από δύο βόλτες. Την πέρασε πίσω από την γερτή αριστερά πλάτη του στο άλλο της χέρι. Εκείνος ανέπνεε βίαια ακόμα. Έγλειψε τα χείλη του να τα υγράνει πριν της μιλήσει. Δεν τον άφησε.. Του τέντωσε το κεφάλι πίσω κρατώντας τον από τα μαλλιά στη ρίζα του σβέρκου.
«Έτσι είναι καλύτερα».
Το δεξί της χέρι του άνοιγε ήδη δρόμο εκεί χαμηλά σ’ αυτό που συντέλεσε στη δημιουργία του σκοπού.
Μια φυσαλίδα αίμα στην άκρη των σκούρων χειλιών. Μια αγωνία στα μάτια του πια.
Και η λεπίδα άνοιγε δρόμους, εκεί, χαμηλά.
«Έτσι είναι καλύτερα».

Συσκότιση.
Αργείς χαρακτηριστικά και κουραστικά.
Άλλο ένα έγκλημα επιλογών έγινε τετελεσμένο.
Θα σου πω μια ιστορία για ένα αγοράκι που καταμαρτυρούσε την πολυπόθητη ελευθερία του. Και για ένα κοριτσάκι που εκλιπαρούσε για αγκαλιές. Το κοριτσάκι έγινε αληθινά ελεύθερο και το αγοράκι πνίγηκε σε δανεικές αγκαλιές. Και το βρήκαν τα χρόνια περιπάτων νεκρό.
Και τώρα;
Τώρα μικρό μου κοιμήσου.
Αύριο δε θα ξαναξυπνήσεις.
Το θυμάσαι που τραγουδούσαμε «one of these mornings you are gonna rise up singing”?
Ε δεν ήρθε ποτέ.
Μ’ ακούω να γελάω. Γιατί όσο και να ψάξεις δε θα βρείς πουθενά εδώ τα σημάδια σου. Και θα ιδρώνεις στην προσπάθεια. Αλλά είναι σαν το τρέξιμο επιτόπου : πάλι στο ίδιο κενό σημείο μεταξύ των μη εφαπτόμενων σωμάτων βρίσκεσαι.

«Κοιτάζουν τα ποτήρια τους αμίλητοι οι θαμώνες»

«Μου φαίνεται σαν να ΄ναι χτες μα πάνε τόσα χρόνια»

Μελωδίες και τον φώναξα επιτέλους. Μου είπε ότι θα έρθει και τον πιστεύω. Αυτή τη φορά θα είναι πάλι όπως παλιά. Θα γελάμε, θα τραγουδάω εγώ πρώτη εκείνος δεύτερη, θα στρίβω τσιγάρα να τα κρατάει με το τρίτο και το τέταρτο δάχτυλο.

Δυστοκία.
Σφηνωμένες στο μυαλό εικόνες που πια είναι κίτρινες. Όχι δεν γίνομαι κατανοητή αλλά δεν πειράζει. Για τώρα δηλαδή.
Στις 22 του σακατεμένου Σεπτέμβρη λοιπόν.
Άντε γειά μας..
Και του χρόνου αναίμακτα.

«Το σώμα έχει μνήμη ενός χρόνου», σε θυμάμαι να μου λες πριν πολλά χρόνια. Τότε που μου χάρισες εκείνη την κασέτα με τίτλο «Red or black?», βαμμένη με νερομπογιές. Ήταν τότε που έδινα πανελλαδικές και ήταν ο τρόπος σου να μου πεις οτι θα σου λείψω τότε που έφευγα για Πάτρα.
Χρόνια μετά λοιπόν , τείνω να πιστέψω οτι είχες δίκιο. Μνήμη ενός χρόνου. Αν δηλαδή για μεγάλο χρονικό διάστημα το κουράζεις, σου δίνει ένα χρόνο προθεσμία και μετά στα σκάει στα μούτρα..Οπότε οι εμετοί που με βασανίζουν από χτες μάλλον αυτό είναι. Ή αλλιώς μια ψιλοδηλητηρίαση. Από τα μαζεμένα των τελευταίων 3 χρόνων.
Χάνομαι λοιπόν. Για λίγο ή για πολύ δεν ξέρω. Μου πέσανε βαριά. Όλα. Οι καταχρήσεις κυρίως. Όλων των επιπέδων. Και οι δικές μου και των άλλων.
Έμαθα πρόσφατα οτι είμαι καταδικασμένη να κάνω λάθη εξ΄υποθέσεως. Αυτός που μου το είπε, πρόσθεσε απλά οτι έχω το υπόβαθρο να καταλάβω τι εννοεί. Κοντοστάθηκα ξαφνιασμένη. Φαίνεται οτι έχω και υπόβαθρο και μοίρα ανάλογη.
Με ειρωνεύομαι. Ταλαντεύομαι. Χάνομαι. Για λίγο ή για πολύ, θα δείξει.

Μικρές σταγόνες κόκκινες πάνω στην άσπρη κρύα πορσελάνη από εκείνο το μπουκάλι που έσπασε ένα ανώμαλο Σεπτέμβρη και αγκαλιά με την ξύλινη πόρτα τώρα απλώνεις κομμάτια πάνω στο πρόσωπο πόσα χρόνια περάσαν κι ακόμα τα ίδια θυμάσαι βάζα άδεια και υγρά και γυαλιά στις πιο σκοτεινές γωνιές κάτω από τους καναπέδες να πέφτεις πάνω τους και να μην ξέρεις τι σε έκοψε και νάτες πάλι οι σταγόνες να΄σαι ξανά φιλώντας την κατρακύλα να σημειώσω κάπου τα χρωστούμενα και να αλλάξω τον πάτο της παλιάς μου ντουλάπας γέμισε πάλΙ

Συνεχής ύπνος έχει να συμβεί πάνω από βδομάδες.Κούραση του μυαλού.Αρχή ύπουλης ημικρανίας.Άστοχα σχόλια και προτάσεις χωρίς αντίκρυσμα.Στρίβεις , στρίβεις και όλο πάνω στον ίδιο τοίχο πέφτεις.Αυτόν που πρωτοαντίκρυσες στα 17 κι από τότε αγνοείς ηθελημένα. Και πώς γίνεται λοιπόν πάντα να είναι εκεί;Κάτι μικρά στιχάκια σε στοιχειώνουν..»on the road again».Όλα καλά «ωραίε μου εαυτέ», οι συνεχείς δοκιμές θα ανατρέψουν τελικά την πορεία.Ήρθε η ώρα λοιπόν.Του τοίχου και της γλίστρας.Πέφτω, πέφτω..Και προσγειώνομαι στη χώρα του Ποτέ.Και βλέπω και τη Βασίλισσα Ντάμα Κούπα.Και το γάτο με το αιώνιο χαμόγελο και τις απαντήσεις πριν καν τεθεί η ερώτηση.Όλα και όλοι οι παλιοί φίλοι είναι εδώ.Και μερικοί καινούριοι.Κάνω μια αριστερή και είμαι πάλι στο ίδιο παγκάκι του παλιού σταθμού.Τρένα αναχωρούν, ένα ζευγάρι αποχαιρετιέται κι εκείνη κλαίει.Στρίβω τσιγάρο, ξαναφοράω το μαύρο μου παλτό και δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω.Όχι άλλες στάσεις.Τώρα βλέπω προορισμό και για πρώτη φορά είναι καθαρό.Όταν έρθω, σκοτεινή και λερωμένη, μη με κακοχαρακτηρίσεις. Είναι από το δρόμο μωρέ..και θα με πάρεις αγκαλιά;

Επόμενη σελίδα: »