Ιουνίου 2007


Έχω ένα κίτρινο χαρτί με λιγάκι τσαλακωμένες άκρες. Πάνω του είναι σημειωμένα χρόνια τα ίδια και τα ίδια. Φορές φορές του βάζω φωτιά μα μόλις αποκάμει από το γλείψιμο της φλόγας ξαναγίνεται όπως ήτανε. Με λιγάκι τσαλακωμένες άκρες.Έχω ένα άσπρο φουστάνι με μεγάλο άνοιγμα στο στήθος. Πάνω του είναι χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι λεκέδες. Φορές φορές το πλένω με καυτό νερό, έτσι που να πονάν τα χέρια μου, μα εκείνο ξαναγίνεται όπως ήτανε πριν. Με λεκέδες κατά τόπους.Θα με πας μια βόλτα; Στους δρόμους της, την νύχτα, στο μπαρ που καλοκαίρι είναι άδειο. Θα μείνω ήσυχη, αρκεί να μου λες ιστορίες.Θέλω να σου χαρίσω τις γάμπες μου κι ας έχουν χρόνια τα ίδια σημάδια από μηχανές και εξατμίσεις. Τα δάχτυλά μου, τα στραβά από ασπρόμαυρα πλήκτρα και στυλό χοντρά, μισοτελειωμένα. Τα μάτια μου με μικρές μικρές ρυτίδες στα πλάγια, έτσι που να φεύγουν τα υγρά ανεμπόδιστα.Έναν κόσμο μισό και μπερδεμένο, τρία φιλιά πικρά να τα θυμάσαι και οξύ, εκκρίσεις απ’ όλες τις οπές, κάπου στο ξανάπα αυτό, θυμάσαι;Μα μέχρι τότε θα χορεύω, θα κρεμιέμαι, θα πιστεύω και θα σέρνομαι.Κι άμα σε πετύχουν τίποτα λέξεις, τσαλάκωσέ τες.

Έτσι κι αλλιώς το χαρτί θα ξαναγίνει όπως ήτανε. Με λιγάκι τσαλακωμένες άκρες.

 Θα μου πεις μια ιστορία που θα λέει για μένα όταν φοράω κόκκινα;

Advertisements

Νότια χιονίζει και βόρεια βρέχει. Κι εδώ στο κενό των δύο κόσμων έχει μια θανατερή ησυχία. Δεν έχει μουσικές, δεν έχει φωνές. Ένα κενό, ούτε ο αέρας δεν καταδέχεται να φιλήσει ιδρωμένους κροτάφους. Πόδια σέρνονται σε έναν ρυθμό που ποτέ κανείς δεν συντόνισε.

Ενορχήστρωσες την ανία σου σήμερα;

Θα φορέσω μπλε σκούρο, θα δέσω τα μάτια μου και θα περπατήσω.Και μόλις βγω από τούτο το κενό των δύο κόσμων θα βάλω την δυνατότερή μου ψευδαίσθηση να δουλέψει.Που να πάω ψυχή μου; Προς Βορρά ή προς Νότο; Για τα νερά τους με έχει πιάσει ένας νόστος βαρύς, γλυκός.

 Σαν να είναι νύχτα και να πετάω. Χαμηλά, ίσα που να αποφεύγω τις κορφές των δέντρων, τις κεραίες στις ταράτσες. Ζεστός αέρας, άρωμα από αλκοόλ που εξατμίζεται αργά, το δέρμα στεγνώνει η πτήση, ο χρόνος απλώνει και μαζεύει ξανά. Κι εκεί πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις ταράτσες αρχίζω ξανά. Να ακούω, να βλέπω, να νιώθω.Και ξέρω πως σαν προσγειωθώ, θα ακούσω, θα δω, θα νιώσω δυο χέρια να φτιάχνουν έναν κύκλο.

Σκούρο μπλε, μωρό μου. Και υγρό.

 Με νιώθεις;

Περσίδες κλειστές με κάτι χαραμάδες να περνάει λίγη σκόνη και λίγο φως του ήλιου. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Ιδρώνει. Σε λίγες μέρες έχει τα γενέθλιά του. Κλείνει τα 16. Ξεφυσάει και σκουπίζει τον ιδρώτα από το λαιμό του. Το νιώθει πως βρωμάει. Κλείνει τα μάτια. Χτες, σαν δώρο γενεθλίων ο μαλάκας ο αδερφός του τον πήγε σε μια συναυλία. Λες και μπορούσε μια συναυλία να τον εξιλεώσει για έναν ολόκληρο χρόνο βασανιστηρίων. Τον μισούσε κι ένιωθε το μίσος να τον ιδρώνει παραπάνω. Στα τελειώματα των 15  του αυτός, στα 18 ο αδερφός του. Μόνο που εκείνος ήταν ψηλός, αδύνατος. Και είχε και γκόμενα. Ενώ ο ίδιος δεν είχε καμιά ελπίδα. Τα κορίτσια. Λιγώθηκε στη σκέψη και ίδρωσε παραπάνω. Τα κορίτσια θέλουν τους ψηλούς. Τους ωραίους. Κι αυτός δεν ήταν. Ούτε ψηλός, ούτε ωραίος. Τα κιλά κρεμόντουσαν από πάνω του. Γύρισε μπρούμυτα στο κρεβάτι. Τα σεντόνια μύριζαν ωραία. Η Ελένη τα είχε αλλάξει πριν δυο μέρες. Μουρμούριζε πως αν έπεφτε καθαρός να κοιμηθεί θα κρατούσαν ωραία μυρωδιά παραπάνω. Μα αυτός δεν ήθελε να μυρίζουν ωραία. Η μυρωδιά των φρέσκων σεντονιών του έφερνε πόνο στο στομάχι. Και άμα πονούσε έτρωγε πολύ, να κάνει τον πόνο να σωπάσει. Η πλάτη του ήταν μουλιασμένη και η μαύρη μπλούζα κιτρινισμένη στις μασχάλες. Φορούσε τα ίδια ρούχα από χτες. Από τη συναυλία. Μυρίζαν ιδρώτα. Μυρίζαν κι άλλα πράγματα. Κι άμα έκλεινε τα μάτια ίσα για να γλαρώνει τα θυμόταν όλα. Δίπλα του στη συναυλία καθόταν εκείνη. Μεγαλύτερή του πόσο όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Την είδε που ήρθε με την παρέα της και έκατσαν δίπλα σ’ αυτόν. Την άκουσε να γελάει. Το πρόσωπό της δεν ήταν καθαρό. Μόλις ξεκίνησε η συναυλία, όλοι στην αρένα χοροπηδούσαν, μα στις κερκίδες καθόντουσαν. Εκείνη άναψε ένα τσιγάρο που μύριζε περίεργα. Τον ζάλισε και γύρισε να την δει καλύτερα. Τώρα που είχε πέσει το σκοτάδι και ο αέρας βάραινε από αδρεναλίνη, ζέστη και ταγγισμένη μπύρα. Είχε ξαπλώσει στο πορτοκαλί, πλαστικό κάθισμα, με τα χέρια της ριγμένα στα πόδια της. Είχε γείρει το κεφάλι της αριστερά, στον ώμο της φίλης της. Και το μπλουζάκι που φορούσε είχε ανοίξει και μπορούσε! Μπορούσε να δει το αριστερό της στήθος! Δεν φορούσε σουτιέν, αχ την έβλεπε! Μετακινήθηκε ανήσυχα στο κάθισμά του, ίσα που χωρούσε, ξεχείλιζε από τα πλάγια, ο αδερφός του τον έσπρωξε, κάνε πιο κει ρε μαλάκα, κολλήσαμε. Του έριξε μια ματιά, δεν είχε όρεξη να του αντιμιλήσει, είχε όρεξη να δει την κοπέλα δίπλα καλύτερα.Τώρα είναι διπλωμένος στο πλάι, στα σεντόνια που νοτίσανε και του ‘χει σηκωθεί. Από χτες το βράδυ έχει παίξει με την εικόνα της κοπέλας τέσσερις φορές. Δεν έκανε τίποτα άλλο, δεν βγήκε από το σπίτι, ο φίλος του τον περίμενε στο ίντερνετ καφέ για λιώσιμο και αυτός τον ξεφορτώθηκε με μια πρόχειρη δικαιολογία.Έσφιξε τα δόντια του, μύριζε τον ιδρώτα του και το χέρι του απλώθηκε χαμηλά. Την ξανάδε μπροστά του, να ‘χει μάτια γλαρωμένα, να γελάει σιγανά και συνεχόμενα. Κι είναι σίγουρος πως κι εκείνη τον είδε. Τον είδε να την κοιτάει. Δεν μπορούσε να κρατηθεί, να είναι πιο κρυμμένο το βλέμμα του. Μα έλεος, φαινόταν το στήθος της πως θα μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από κει; Ξάφνου εκείνη ανακάθισε. Κούνησε το κεφάλι της, σήκωσε τα μαλλιά της ψηλά, γκρίνιαξε στην παρέα της ότι είχε γίνει μούσκεμα. Κι εκείνου του σηκώθηκε αμέσως. Τότε ήταν που γύρισε, τον κοίταξε και έκατσε πιο ίσια στο κάθισμά της. Δίπλωσε το ένα πόδι κάτω από το άλλο και άπλωσε το δεξί της χέρι στο λαιμό της. Τον κοίταξε ξανά, ήταν σίγουρος πως τον κοίταξε. Κάλυψε τον καβάλο του με την τσάντα του, ρεζίλι θα γινόταν αν τον έβλεπε ο μαλάκας ο αδερφός του.Έσκυψε στο αυτί της φίλης της, κάτι της είπε και γελάσαν. Οι υπόλοιποι της παρέας τους, τους είπαν να κάνουν ησυχία κι εκείνες ξαναγελάσαν. Και μετά ήταν που φιληθήκαν. Στο στόμα! Τις είδε που πλησιάσαν τα κεφάλια τους και αγγίξανε τις γλώσσες τους! Κάτω χαμηλά του, γινόταν πανηγύρι. Κοίταξε ανήσυχος τριγύρω μην τον δει κανείς. Ο αδερφός του τραγουδούσε school is out for the summer. Στριμώχτηκε προς την πλευρά της, κόλλησε τον γοφό του πάνω της, φορούσε ένα λεπτό ύφασμα για παντελόνι και αλήθεια μα το θεό του τριβόταν στο πόδι!Γύρισε ανάσκελα στο κρεβάτι, ο ιδρώτας έσταζε από τους κροτάφους του, το χέρι του τον πονούσε από τη συνεχόμενη γυμναστική από χτες το βράδυ πάνω κάτω, πάνω κάτω.Εκείνη τον κοιτούσε σίγουρα. Με την άκρη του ματιού της, κάποιος από την παρέα της, της έδωσε με χαμηλωμένο χέρι ένα ακόμα τσιγάρο που μύριζε περίεργα. Το πήρε και φωτίστηκε το πρόσωπό της με την πρώτη ρουφηξιά. Είχε γυρίσει ολόκληρος και την κοίταζε, δεν μπορούσε να κρατηθεί. Μα εκείνη χάιδευε την αρχή του στήθους της, έβαζε το χέρι της, μεγάλωνε το άνοιγμα της μπλούζας, έβγαζε το χέρι της, ξανάκλεινε η μπλούζα. Τα δάχτυλά της αφήναν κόκκινα σημάδια στο δέρμα της. Την κοίταξε στο πρόσωπο, δεν μπορούσε να το διακρίνει. Έβλεπε μόνο μια γλώσσα να ξετρυπώνει από το στόμα της. Ο αδερφός του είχε σηκωθεί όρθιος, χειροκροτούσε get your foot out of that grave, την ξανακοίταξε σφίγγοντας την τσάντα του στον καβάλο. Είχε πια απλώσει και το άλλο χέρι της στον δικό της καβάλο. Τραγουδούσε σιγανά και που και που γελούσε με τα χέρια της να φέρνουν βόλτες στο κορμί της. Τα κιλά τρεμουλιάζαν πάνω του, ο ιδρώτας τον έλουζε ολόκληρο, όλο το στάδιο χόρευε και τότε ανάψαν τα φώτα. Ο κόσμος όρθιος χειροκροτούσε, εκείνη γέλαγε δυνατά και η φίλη της την αγκάλιασε.Το δωμάτιό του μύριζε, μύριζε ο ίδιος. Το χέρι του ιδρωμένο συνέχιζε.Στην έξοδο του σταδίου, ο κόσμος στριμωχνόταν, γελούσε, τραγουδούσε. Πάνω τους αιωρούνταν  σταγονίδια λερωμένα με σκόνη. Ο αδερφός του φλυαρούσε για τη συναυλία κι αυτός έψαχνε εκείνη μες στο πλήθος. Ένα κύμα κόσμου τους χώρισε στα δυο και τους ξαναένωσε απότομα. Τον έσπρωχναν από παντού, έχασε τον αδερφό του και τότε την μύρισε. Ήταν μπροστά του, κοντή, πιο κοντή από αυτόν, χέρι χέρι με έναν άλλο. Μπροστά της η φίλη της έφερνε βόλτες άλλο ένα τσιγάρο που βρωμούσε. Μύρισε βίαια τον αέρα, μπήκε μέσα του μια παρέα από μυρωδιές, ζαλίστηκε κι άλλο. Δεν άντεχε, τώρα θα έχυνε σίγουρα, τα σεντόνια ήταν μούσκεμα, η μπλούζα του κολλούσε παγωμένα πάνω του και το χέρι του συνέχιζε.Την ένιωθε να κολλάει πάνω του, πήρε την απόφασή του σε μια στιγμή. Την άρπαξε από τους ώμους και κόλλησε τους γοφούς του στη μέση της.

Έκρηξη.

Έκρηξη.

Για τον ιδανικό άντρα ρωτάς Charty ε; Για να δούμε λοιπόν.

Σαν ήμουνα 6 χρονών, πίστευα οτι ο ιδανικός άντρας ήταν ο μπαμπάς μου.

Σαν ήμουνα 16 χρονών, πίστευα οτι ο ιδανικός άντρας ήταν τούτος εδώ.

                                                        

Και τώρα που είμαι 26 χρονών, πιστεύω οτι ο ιδανικός άντρας είναι τούτος εδώ.

                                                      

Και τώρα που ο χρόνος άπλωσε σαν δερμάτινο σχοινάκι, θυμάσαι αυτό  το σχοινάκι που έδενες τις πέτρες μου λέω, πες μου πως μαζεύεις τις άκρες του να τις ενώσεις σε έναν κάθε άλλο παρά τέλειο κύκλο. Και μετά πες μου πως ανασαλεύουν ανάμεσα απ’ τα πόδια σου στη θέα ανάμεσα απ’ τα πόδια μου. Και μετά πες μου πως σταματάει το έρημο μυαλό σου στην ίδια γαμημένη στεγνά εικόνα. Και μετά βγάλε το σκασμό. Γιατί δεν θα είσαι σε τίποτα χρήσιμος πια.

Ένα νανούρισμα θα σου σιγοτραγουδήσω στο ροζ αυτάκι σου.

Που θα λέει για τους δρόμους της πόλης την νύχτα.

Την ώρα που οι οικογενει-άρχες στριφογυρίζουν στα ιδρωμένα σεντόνια τους.

Χωνεύοντας το λάδι απ’ το χωριό που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα αρνούνταν ότι κατάγονται.

Εκείνη την ώρα μωρό μου, θα βγαίνουν οι φίλοι στους ίδιους δρόμους.

Θα παραμερίζουν τα κάγκελα από την είσοδο μιας πολυκατοικίας της Βαλτετσίου.

Θα κάνουν τσιγάρο.

Θα μαζεύουν τα κοκκινόμαυρα σίδερα.

Και θα τα ανεμίζουν πάνω από το μπλε δέρμα.

Αυτός μωρό μου, είναι ο κόσμος μας.

Σου υπόσχομαι πως θα έχω εξασκηθεί στο τρέξιμο.

Κι επειδή μπορεί τώρα να μας ακούνε σσσσςςςςς..

Κοιμήσου μωρό μου..

Με τις μπότες, για να είσαι έτοιμος να φύγουμε σαν σε ξυπνήσω.

                                  

Λίγο πριν χαράξει στην πλατεία, με τα σκυλιά να κοιμούνται σε άδειες καρέκλες.

-Τον άκουσες τον τελευταίο δίσκο των Placebo;

-Όχι.

Μοιράστηκαν τα ακουστικά.

 I know we’re broken,

I know we’re broken.

 Κούνησαν κεφάλια στο ρυθμό.

Χαμογελάσαν.

Γελάσαν.

Μια αγκαλιά.

-Μην τραβιέσαι. Δεν το νιώθεις σωστό αυτό;

Ναι.

 Before our innocence was lost

 You were always one of those

Blessed with lucky sevens

And the voice that made me cry  

My, oh my           

Ξημέρωσε ένα  άρρωστο φως, του Αυγούστου, της γιορτής, των ανεβασμένων βαθμών. Μέσα στο αμάξι.

-Δεν σε πάω σπίτι.

Χαμογέλασε. Στο βουνό, πίσω από τους ήχους μιας λειτουργίας. Κλεμμένα, κρυφά. Φιλιά, κορμιά, ιδρώτας. Τέλος. Τσιγάρα να γδάρουν λαιμούς.

-Σταμάτα.

-Τι;

-Μην αρχίσεις να σκέφτεσαι.

 Leave me dreaming on the bed See you right back here tomorrow for the next round Keep this scene inside your head As the bruises turn to yellow The swelling goes down And if you’re ever around In the city or the suburbs of this town Be sure to come around I’ll be wallowing in sorrow Wearing a frown Like Pierrot the Clown 

Ξέρεις πως σ’ εσένα δεν χρειάζεται να εξηγήσω. 

I was alone, Falling free, Trying my best not to forget 

Επόμενη σελίδα: »