Τα πρωινά που γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Σκέφτομαι πως ήρθε ένας μήνας των λουλουδιών. Και θα ΄θελα αλήθεια να στολίσω το τζάμι με πρασινάδα που δεν μυρίζει, δεν μεγαλώνει παρά μόνο στέκει φουντωμένη και ηλεκτρική να αντανακλά το ασθμαίνον φως της λάμπας που εξοικονομεί.

Και σκέφτομαι πως η εξοικονόμηση είναι η καινούρια λέξη της γενιάς μας. Μα μάλλον οι περισσότεροι εκπρόσωποί της την πήραν πιο μεταφορικά απ’ ότι χρειάζεται, είναι φαίνεται που στα σχολεία την ώρα των Κειμένων ήταν περισσότερο ξύπνιοι απ’ ότι χρειαζόταν.

Κι εγώ μην φανταστείς, εξοικονομώ. Μόνο που καμιά φορά με πιάνει μια αντίδραση και γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Ψόφιες επαναστάσεις που θα ’λεγε και το Γιωργί. Πριν ξεκινήσει τη θητεία, πριν ξεκινήσει τις πτώσεις, πριν ξεκινήσει τα χάπια, πριν τα σταματήσει όλα αυτά με ένα συνδυασμό αλά Χέμινγουει. Ψόφιες επαναστάσεις. Ξέρεις την πρώτη φορά που μου το ‘πε ήταν που αρνήθηκα να φιλήσω το χέρι του παπά στα βαφτίσια του αδερφού του Νικόλα. Μου χάιδεψε το κεφάλι, έγειρε ένα μισό χαμόγελο και μου ‘πε “ άσε τις ψόφιες επαναστάσεις ρε”.

Κι άμα εξακολουθώ να τις κάνω που και που είναι που μου τη δίνει η εξοικονόμηση ενέργειας έτσι όπως την μεταφράζει η γενιά της μαύρης τρύπας δηλαδή η δική μου. Κλείνονται, κλείνονται, καμώνονται πως ισορροπούν και σπρώχνουν κάτω απ’ το μαξιλάρι τις αξόδευτες ενέργειες. Καταλαβαίνεις έτσι; Ξέρεις καμιά φορά έτσι όπως σε κοιτάω μου θυμίζεις το Γιωργί. Δεν στο ‘χω ξαναπεί έτσι;

Και εκείνου του άρεσε πολύ ο Μάης.

 

 

(Απόσπασμα από αυτό που ελπίζει να γίνει πολύ «Πιστεύετε στα φαντάσματα ρε;» στο ρόλο η ίδια)