Ιουλίου 2008


Προεξοφλώ κάθε τέτοια φορά την απώλεια

πονούσε τόσο και παλιά[;]

ποια είναι αυτή

στα άσπρα και γκρι πλακάκια που ζυγίζει τα βήματα

μ’ ενοχλούν οι διορθωμένες εντυπώσεις όλα είναι όπως τα θυμάσαι κι όχι όπως τα ακούς ξανά και ξανά μες στο κεφάλι σου

βότκα, βότκα μ΄ ευλογίες εργατών παραγόμενη που θυμούνται σαν παιδιά τους παππούδες τους να ζεσταίνουν σαμοβάρια

καπνός τυλιγμένος από κορίτσια με τσόκαρα κι έτσι, να απλώς έτσι είναι η επιβίωση

πως έρχεται πιο κοντά η φωνή μες στο μυαλό μου πως ξεχωρίζει η εικόνα μου

Κι είναι μόνο μεσημέρι και αρνούμαι να δω το βράδυ να έρχεται

γελάω δυνατά και τα τζιτζίκια απ΄ έξω σταματάν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα το πιάνουν απ΄ το σπαραγμό-ιντερλούδιο±17 ήσυχα πως για μια ακόμη φορά δεν συνεχίστηκε

προσπαθώ να σταματήσω το μούδιασμα

να αντιληφθώ με τα δάχτυλα πως βρέθηκα ξανά στη θέση του «αγάπα με ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ»

και θυμάμαι τον Πέτε από τη Δανία να μου μιλάει I was in the safe house and I was telling to my instructor that I kept begginher to love me, I was actually sayinthat my friend, Please LOVE ME κι εγώ κουνούσα το κεφάλι πάνω και κάτω στον ζεστό ήλιο του Μέστρε κι εκείνες οι μπύρες Πέτε, εκείνες οι μπύρες που ποτέ δεν ήπιαμε στην Πιάτσα Σάντα Μαργκαρίτα

τώρα [ανα]-κατασκευάζω την ανάγκη σου

βάζω ακόμη άλλο ένα, σταματάω να μιλώ στην ξεκάθαρη εικόνα μου

και πια δεν έχει σημασία αν θα συμβεί στ’ αλήθεια

εγώ την ζω

ζω

την

απώλεια που ήρθε να με κεράσει βότκα για τα καλορίζικα.

(πως το ‘πες αυτό με τις νίκες;

έτσι.)

Advertisements

Η λαδί σου πολυθρόνα/
στέκει ασάλευτη στον ζεστό αέρα./
Στο ζεστό σκοτάδι/
Περιμένει στη χαύνωση
Να ρθείς με το σπαθί σου να
απελευθερώσεις μάγια ιστούς και στοιχειά
Κυκλωμένη στο ζεστό χαυνωτικό ιστό.\
Ξέρει πως την αράχνη την κινητοποιεί το αντίθετο του μουδιάσματος.\
Κι αποφασίζει πως τούτη τη φορά
θα επιμένει να στέκει.\
Στο πράσινο στο χρυσό στο λαδί της/
Στην ήσυχη βολή της..\\
Ας βρίσκεται στην κίνηση η σωτηρία.\
Ας βουίζουν οι αισθητήρες ζωής- προσοχή- προσοχή μαλακό έδαφος ολισθαίνει η αντοχή των παρορμήσεων κι απόμεινε μόνο μόνο ολομόναχο και ευθύ το φως της κόψης σου\\
Είναι μήπως το σπαθί που λέγαμε ή η λάμψη του που απομακρύνει και δεν απομακρύνεται φύλακας των ιστών και των στοιχειών
Μα τα μάγια περιμένουν κι η αράχνη ξέρει πως όσο υπάρχει η λάμψη\
Υπάρχει κι η ίδια
και τα παιδιά της\
τα μάγια\
Υπάρχω κι εγώ
στέκω ασάλευτη
στον ζεστό αέρα.

Μέσα στις λεπτές άσπρες φέτες της θέρμανσης εμμένουν οι μνήμες.

Ξεπροβάλλουν κάτι τέτοια βράδια που οι άμυνες χαλαρώνουν σαν σκοινί στα πέντε μέτρα απ΄ την ακτή για να προφυλάσσονται οι ριψοκίνδυνοι που κολυμπάν μ΄ αέρα.

Κάνουν επίθεση σαν καλά γυμνασμένες τίγρεις που μπορούν μ΄ ένα πρόσταγμα να περάσουν το φλεγόμενο στεφάνι δίχως να καψαλίσουν γούνα.

Κάνω λάθη, σβήνω και διορθώνω άμεσα, ευλογημένη διαγραφή.

Τυφλώνομαι από το εκτυφλωτικό της οθόνης, ζαλίζομαι από το σκύψιμο πάνω απ΄ τα γράμματα.

Σε είδα όπως ήσουν πριν σε μάθω

κι όμως τα πιο πολλά λάθη που κάνω είναι πάνω που σε περιγράφω.

Που σε περιγράφω.

Ας αγγίξω λοιπόν τις λεπτές φέτες της θέρμανσης.

Εκείνων τη φωτιά

Όπως και των στεφανιών

Την ξέρω.