Φεβρουαρίου 2007


Πόσο δύσκολο να είναι τελικά; Να ταιριάξεις τα λόγια μεταξύ τους, να τα βάλεις σε μια σειρά, την δική σου σειρά και να τα πετάξεις στα χέρια του άλλου;
Να έκανα κιόλας την αρχή.. έφερα χαρτί και στυλό. Από κείνα τα χοντρά που λάτρευα από μικρή. Και ξεκίνησα. Αυτό το γράμμα δεν θα το στείλω. Πάνε χρόνια από τότε που έρχονταν στο γραμματοκιβώτιό μου τα δικά σου. Από την νότια άκρη της πόλης, ποτισμένα με τις ώρες της αγρύπνιας σου. “ Ξέρεις κάποτε καθόμουνα για μήνες μέσα στην ηλίθια τρύπα μου..”
Και ξέρω πως έτσι έγινε και ότι για να τελειώσεις τις γαμημένες τις σελίδες σου γινόσουνα χάλια κάθε βράδυ με ζεσταμένη μπύρα. Δεν θέλω να γράφω μου ΄λεγες, γιατί με ρίχνει.
Τόσα χρόνια με αλληλογραφία που παραδινόταν σε χέρια ξένων και τραπεζάκια καφενείων. Όταν σταμάτησε η ροή αυτή ένιωσα σαν να εγκυμονούσα το πιο μεγάλο και βαρύ μωρό του κόσμου. Όλου του κόσμου τα ξημερώματα της Κυριακής, τα πιο βαριά αναμέναν να γεννηθούν ανάμεσα από τα πόδια μου.
Στο λέω αλήθεια όταν έφυγες πέρασα μήνες σε ένα ατέλειωτο μούδιασμα. Θυμάμαι που έλεγες ότι ο οργανισμός έχει μνήμη ενός χρόνου και αν σε έβλεπα τώρα θα σου ‘λεγα πως κάνεις λάθος, παραπάνω είναι.
Θα κουραστώ να σου εξηγήσω πως πείστηκα μόνη μου ότι όλο αυτό τέλειωσε. Και δεν έχω και ιδέα για το πώς τέλειωσε.
Θα σε φιλήσω εκεί που σε φιλούσα πάντα, στους κροτάφους, θα σου χαϊδέψω τον κουρεμένο πια σβέρκο και θα απομακρυνθώ ίσια.
Και ίσια στέκομαι δίπλα στην ίδια ξύλινη μπάρα. Ρίχνω το κεφάλι μου πίσω και γελάω, γελάω τρελά. Θυμάμαι τον Γκιμοσούλη να λέει πως οι άνθρωποι μέσα στα μπαρ γελάνε σαν τους λύκους και σκέφτομαι πόση απόγνωση βγάζει κανείς μέσα στα γραφτά του. Δεν είμαι μόνος, δεν είμαι ο μόνος μου ψιθυρίζει ο Αγγελάκας στ’ αυτί.
Απόψε το βράδυ θα βγω. Είναι ώρα.
Σκίζω στην άκρη να βγουν μισά τσιγάρα. Τρίβω τα μάτια όταν έχει πολύ καπνό και πάντα βγάζω τα γυαλιά όταν περνάει η ώρα. Και θυμάμαι κάτι δυνατές αγκαλιές σε χώρους αποχαιρετισμού, κάτι φιλιά μαφιόζικα και κάτι τραγούδια αφιερωμένα από ανθρώπους που διαλέγουν βινύλια και κοιτάνε θλιμμένα.
Να κρεμαστώ σε ένα λαιμό που ν’ αντέχει.
Να βρέξω μέχρι τον αστράγαλο στη θάλασσα.
Να στροβιλίσω ακροδάχτυλα στον καπνό.
Να ανασάνω βαθιά τον θώρακά σου.
Πώς γίνεται ένα κορμί να στεγνώνει τόσο πολύ ανάμεσα σε δυο χέρια άγνωστα; Σαν ξύλο ξερό έγινες όταν σε τύλιξα. Μόνο μια ανάσα βίαιη πήρες και έμεινες έτσι. Φοβήθηκα. Και σ’ άφησα. Μπορεί να μην ξαναανάσαινες ποτέ αν συνέχιζα να σε κρατάω. Και σ’ άφησα. Με κοίταξες παραπονεμένα. Μπερδεύτηκα. Πόσες κατεστραμμένες κινήσεις; Πόσα μισά νήματα ξεφτίζουν στα ίδια μπαρ; Καμιά φορά θα ‘θελα να κρατήσω τις άκρες τους, να τις δω να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι των αυτοκινήτων και μετά να ελευθερωθούν ψηλά.
Εκεί που το σκοτάδι τα κάνει όλα μπλε.
Να φυσήξει ρε, να φυσήξει δυνατά.

Έλα βοριά, καλέ βοριά
χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα
να σφραγιστούν οι θύρες

Ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Κι ας βρέχει. Δηλαδή ευτυχώς που βρέχει. Δεν άντεχα άλλο αυτή την αρρωστίλα του χειμώνα που δεν ήρθε ποτέ. Και μετά θυμήθηκα ότι έχω να σου πω καλημέρα πολλά χρόνια. Και δεν ξέρω πως μου ‘ρθε αυτή η σκέψη ή παρόρμηση. Είναι μάλλον που ήπια τον καφέ μου πολύ νωρίς στην ησυχία που λείπανε όλοι. Και που τα παράθυρα στη δουλειά βλέπουνε σε μια πολυκατοικία σαν εκείνη κοντά στην πλατεία που είχαμε βρει το σπίτι. Και πόσο έμοιαζε αυτό με το πρώτο σπίτι που είχα δει στη ζωή μου. Αυτό που όσο χρόνια κι αν έχουν περάσει σκέφτομαι ακόμα σαν σπίτι μου. Με την μεγάλη βεράντα στρωμένη με κόκκινη πλάκα. Τετραγωνικά γεμάτα από λουλούδια και ουρανό της Αθήνας. Την λάτρευα εκείνη την βεράντα.
Αλλά άλλο έλεγα. Πως ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Ε στην λέω.
Καιρός δεν είναι να τις κλείνουμε αυτές τις εκκρεμότητες; Κι ας μου έλεγε ο Ν. πως δεν γίνεται να τα σκεφτόμαστε λογιστικά αυτά τα πράγματα. Χρεώνω την διάθεση και πιστώνω την παρόρμηση. Και έρχομαι σε ισορροπία. Ε Ν.; Και όταν έρθεις κάτω θυμήσου να πιούμε κανα τσίπουρο. Χωρίς γλυκάνισο βρε, το θυμάμαι. Και να τα πούμε όλα αυτά από την αρχή. Ήρεμα και γλυκά. Τις έχω ακόμα τις φωτογραφίες από τα χέρια σου ξέρεις. Και μου έδωσες κι ένα χαμόγελο λίγο πικρό μόλις είδα και τις υπόλοιπες που είχες τραβήξει. Δεν το είχα καταλάβει αλήθεια σου λέω. Αλλιώς θα φρόντιζα να σε κοιτάω με λιγότερη ένταση.
Να αφήσουμε κεφάλι σε χέρια στεγανά. Να ξεδιπλώσεις τα αχ σου στα μάτια μου. Να σκουπίσω τις σκληρές άκρες απ’ τα γένεια σου μετά που θα ξυριστείς απ’ το λευκό του νιπτήρα. Κάνω την εκποίηση και αναρωτιέμαι πως θα ‘σαι γυμνός απ’ όλες σου τις ντροπές. Τις οπλές σου στους ώμους μου. Πιάνω απαλά τα σημάδια στους κροτάφους σου. Κρύβουν μια ιστορία από πίσω. Από αυτές που τις λες το πρωί. Την ώρα αυτή. Που είναι σαν να κοιμηθήκαμε μαζί. Να σηκωθήκαμε με τα χείλια να τραβάνε ανυπολόγιστα καφέ πικρό με 2 τσιγάρα. Να καθόμαστε στον ίδιο καναπέ που τράβηξε ιδρώτες λίγες ώρες πριν. Με τα μαζεμένα αγγίγματα. Που βρίσκεις πιο εύκολο να μιλήσεις για τις ουλές απ’ όλα τα τρεξίματα της παιδικής σου ηλικίας. Να ακούσουμε λίγο Μέντελσον και μετά Λένον. Να τεντώσουμε πόδια, να ακουστούν ήχοι και μετά να φύγω για δουλειά με μισό χαμόγελο.
Ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Εσένα; Σε ποιον ήθελα να την πω;
Δεν έχει να κάνει.

Καλημέρα μωρό μου.

Μ’ ένα διαρκή εν δυνάμει πονοκέφαλο. Καθαρίζω τις πολύχρωμες πιπεριές στο παλιό ραγισμένο πιάτο. Και σκέφτομαι πόσο γελοίο είναι να μυρίζουν τα χέρια σου ώρες ολόκληρες μετά από ένα μαγείρεμα και να μην κρατάει παρά λίγα λεπτά μόνο η δική σου μυρωδιά. Βάζω ένα ποτήρι κόκκινο. Φτηνό κρασί, από αυτά που μένουν στα ντουλάπια για το φαί ή για κάτι ώρες σαν τώρα, που θες να πιεις αλλά να βασανίσεις όχι να κατευνάσεις την γεύση σου. Ξέρω πως όταν τελειώσω με τις κατσαρόλες θα έχει τελειώσει και η όρεξή μου.
Και μετά θ’ ανάψω τσιγάρο, θα κοιτάξω κάπου μακριά, αυτή η αδυναμία εστίασης με τρέχει. Θα μαζέψω τα πόδια ψηλά κάτω από το λαιμό και θα παίξω αφηρημένα με τις άκρες των μαλλιών. Θα μου μυρίσει φαγητό και θα βιαστώ να λουστώ με σαμπουάν μπύρας. Σαν εκείνο που είχα όταν ήμουνα μικρή.
Και το βράδυ αργά θα κοιμηθώ με κάτι ανοιχτό. Παράθυρο, ραδιόφωνο κάτι. Να μπαίνει αέρας. Να παγώνει το διπλανό μαξιλάρι. Άραγε αν σηκώσω τα σεντόνια θα δω σημάδια σου στο στρώμα; Μπορεί και ναι αν και έχουν περάσει χρόνια από τότε που σκόρπισες για τελευταία φορά. Με σοκολάτες, με ιδρώτα, με κρασί ή με σπέρμα; Εγώ μόνο με αίμα τα δικά σου στρωσίδια έκαψα.
Σωροί χαρτιά στα συρτάρια. Και θυμάμαι πάντα την Μπλανς κάτι τέτοιες ώρες. Να την συνοδεύουν άσπρες μπλούζες. Πόσο ακόμη; Θα ξεγελάς τον χρόνο; Τους ανθρώπους; Τις επιθυμίες σου;
Θέλω να είναι καλοκαίρι, βράδυ σε ένα σπίτι με μεγάλη βεράντα. Να διπλώσω τα πόδια μου στον καναπέ να μείνεις να κοιτάς την γωνία των 90 μοιρών. Να σε πιάσω να αλληθωρίζεις και ύστερα να έρθεις προς το μέρος μου. Ξέρω την έχουμε ζήσει ήδη αυτή την στιγμή. Αλλά έμεινε στο απυρόβλητο. Αλλά αυτή την φορά να μην ορίσεις τα χέρια σου να σταματήσουν εκατοστά πριν τον αστράγαλό μου. Και να μη μείνεις να κοιτάς λεπτά ατέλειωτα, να στρίβεις τσιγάρα και να ξεχνάς να βάλεις φίλτρο, να θες να το πεις και να συγκροτείς την παρόρμησή σου. Αυτή τη φορά θέλω να μου αφήσεις σημάδια στους γοφούς, να μπερδεύεις τα πόδια σου στην αγωνία να με φτάσεις. Και να δεις που θα σ’ αφήσω.
Να σε ορθώσω στα χέρια μου, στο στόμα μου.
Ομολόγησες πως δεν μπορείς να συγκεντρωθείς όταν με κοιτάς. Τώρα πως περνάς τις νύχτες σου μες στον άσκοπα ξοδεμένο ιδρώτα; Σου λέω στον ώμο μου θα ήταν πιο χρήσιμος.

Και ακούω σιγά να παίζει το ίδιο παλιό τραγούδι του Αυγούστου.

As I drink too much
As I scream out of lust
At the moon

As I fail to please
What the moon won `t ease
I can `t sit still from running wild

As I wipe my past
As demons are crawling under my skin

Λοιπόν εγώ τώρα γύρισα από ένα χωριό κάπου στον Όλυμπο. Τέσσερις μέρες όπου έζησα πολλά. Σεισμούς, ανέμους, χιόνια, φωτιές. Και τσίπουρα. Πολλά τσίπουρα. Τι έχασα; Τον Θανάση για πέντε λεπτά. Παραλίγο και θα πίναμε τσίπουρα παρέα. Και θα τραγουδούσαμε βεβαίως. Ε ναι θα τραγουδούσαμε.
Τι άλλο έχασα; Την πραγματικότητα. Αφέθηκα στον σουρεαλισμό που ναι μεν με χαρακτήριζε αλλά τόσο πολύ; Άντε να συνεννοηθώ τώρα με τους κατοίκους της πόλης. Έχασα κάποια μέρη του κυνισμού μου. Και βρήκα ένα ποτάμι μέσα μου. Άκουσα κουβέντες για μένα που από τη μια ήταν αποθεωτικές και από την άλλη εγκυμονούσαν ένα βάραθρο.
Και έκανα την δική μου υπέρβαση. Όταν μου σφήνωσε την φυγή μου ανάμεσα στα πόδια μου γιατί λέει “ εκεί την έχω έτσι κι αλλιώς”, τον άκουσα και δεν μίλησα. Και ας ήθελα να του πω πως ναι, είναι αλήθεια, πάντα με κυνηγάει αυτή η εσώτερη κατάρα αλλά αυτή την φορά ήμουνα σε θέση να την ξεπεράσω. Δεν το είπα. Αλλά πιστεύω πως το κατάλαβε.
Είδα όμορφα μάτια, ωραίους ανθρώπους. Άκουσα τόσες συζητήσεις μεθυσμένες και μη, περπάτησα σε δάσος και αμπέλια. Έκατσα να δω το φως από τα φύλλα της ελιάς. Έγραψα ένα τραγούδι. Και διάφορα άλλα, αλλά όλα από κάπου βαθιά μέσα που δεν είχε προσεγγιστεί ξανά. Με φίλησε ένα παιδί και με γλύτωσε από καταιγίδες. Και μου είπανε ότι θα καβαλούσα έναν αετό με μεγάλη ευκολία και θα πετούσα με δύναμη και επιτυχία.
Και κατάλαβα επιτέλους ότι μπορώ να ερωτευτώ.
Και γύρισα με μια παρόρμηση να κατεβάσω αυτή την σελίδα και όλα όσα περιέχει, μια που ούτως ή άλλως δεν τα έχω κρατήσει πουθενά αλλού.
Και είδα ότι ο Στέφανος, ο Έρωτας που περνάει από το στομάχι, ο Marquee, η Cherryfairy, η Epsilon, o Fuzzy Burlesque, o Deuced η Thrills and chills και ο Fingo μου απευθύναν πρόσκληση να γράψω πέντε πράγματα που δεν ξέρουνε για μένα. Τουλάχιστον αυτούς πρόλαβα να δω. Να με συγχωρέσουν όσοι τους έχασα στα μονοπάτια των διαδοχικών σελίδων. Τι θέλετε λοιπόν να μάθετε για μένα; Πέντε πράγματα ε; Χμμ..
Ένα που ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτέ ολόκληρο παραμύθι.
Δύο που ερωτεύτηκα στα 13 και για δυο ολόκληρα χρόνια έστηνα διαλόγους στο μυαλό μου που παραβιάστηκαν βίαια στα 15 με την φωνή του Axl Rose να τραγουδάει με θυμό. Από τότε όταν ερωτεύομαι με απεχθάνομαι που γίνομαι τόσο κακιά, καταθλιπτική και επί σβέρκων κρεμάμενη.
Τρία που θυμάμαι στίχους τραγουδιών και ποιημάτων ανελέητα αλλά ξεχνάω βασικές πληροφορίες επιβίωσης.
Τέσσερα που λατρεύω τα ξυράφια, τις αράχνες και το νερό και ελπίζω πως κάποια στιγμή θα γίνουν όλα μαζί ένα μαύρο σημάδι χαμηλά στην κοιλιά μου.
Πέντε για τους κάδους σκουπιδιών που αναποδογυρίζω με καλή παρέα και ενίοτε να καταφέρω να τους βάλω και φωτιά.
Έξι που όταν πίνω παίρνω όπως μου είπανε “αυτό το πυρόκαυλο βλέμμα”. Και δεν το ξεπερνάω καθόλου αν ξεκινάνε να με φιλάνε ψηλά στον λαιμό.
Και εφτά που τρελαίνομαι για αγκαλιές αλλά μόνο όταν θέλω εγώ.

Εφτά αλήθειες γιατί μ’ αρέσει το εφτά και μισώ το πέντε. Παραβιάζω το παιχνίδι αλλά δεν θα γινόταν και αλλιώς.
Και σε εφτά δίνω την σκυτάλη.
Στο αγρινόμου που έτσι γουστάρω να τον λέω.
Στον Houli_v που έτσι γουστάρω να τον διαβάζω.
Στον Greek schizo που έτσι γουστάρω να τον νιώθω.
Στην Little Pat που έτσι γουστάρω να πίνω καφέ το χάραμα κι ας μην έχει συμβεί ακόμα.
Στην Reservoir dogs που έτσι γουστάρω να την βλέπω να τραγουδάει Cave.
Στον Πολύκαρπο που έτσι γουστάρω να παίρνει το σοβαρό του.
Και τέλος σε όσους διαβάζουν τώρα το κείμενο, δεν έχουνε εμφανιστεί ποτέ και ήρθε η ώρα να το κάνουν ανώνυμα ή όχι. Βρέχει μάσκες!

Πικρό, πικρό το στόμα. Παρέβην τας αρχάς και πολλά τα καπνά. Μια γεύση νικοτίνης και το οξύ λιγοστό πια. Πως θα σου γλείψω τα γένεια τώρα που δεν έχω πια υγρά; Πώς θα περάσω τα εσωτερικά σου χωρίς να αφήσω σημάδια; Μόνο τα νύχια μου μείνανε πια. Και σκοπεύω να σου γρατζουνίσω την πλάτη μέχρι να εξαυλωθείς.
Ήμουνα ήρεμη. Σχεδόν κατατονική. Μέχρι που άκουσα το τραγούδι. Τις πρώτες νότες. Και ήρθε ένα τεράστιο κύμα και με κουκούλωσε σαν αυτά που βγαίνανε στο χωριό μια φορά τον χρόνο και πάντα Αύγουστο.

Τα είχε όλα το τραγούδι αυτό ρε μικροσκοπική ύπαρξη. Και κιθάρα και νανούρισμα και στρουμπουλά χέρια δίχρονων και απελπισία από αυτές που σου αφήνουν το κεφάλι βαρύ και την καρδιά με χαμένους ενδιάμεσους χτύπους. Και εικόνες από τρένα για βόρεια μες στο χειμώνα και μόνο Άσιμος από παλιές κασέτες, κρύο. Και ξημερώματα νότια αυτής της πόλης σε μπερδεμένα σεντόνια, λεκιασμένα με σπέρμα και μόνο η κιθάρα και η φωνή.

Ίσως να ξανάρθεις λοιπόν.
Αλλά το κύμα αυτό σαν ήμουνα μικρή πάντα το κατάφερνα.
Τώρα δεν ξέρω.
Ξέρω μόνο πως μετράνε τα φύλλα που σαπίζουνε στο πλάι των υπονόμων.
Πως γυρνάει το μέσα σου σαν σε ακουμπάω χαμηλά στην κοιλιά.
Πως οι ρόδες αφήνουνε πάντα σημάδια στα λευκά πουκάμισα.
Πως οι κίτρινοι λεκέδες στις άκρες των δαχτύλων είναι από κινήσεις προσέγγισης που μείνανε στην μέση.
Πως το σάλιο που ξεραίνεται στις άκρες των χειλιών πάει χαμένο γιατί θα ήταν πιο όμορφο να στολίζει τα πόδια σου.

Το ήθελα αυτό το τραγούδι. Και είναι το δώρο μου για την αποτυχία μου.
Πειράζει να σου λερώσω τα μάγουλα με δαχτυλιές;
Αν σου πω την σύσταση της συνταγής;
Έλα μωρέ..
Σοκολάτες, τσι-γάρα, κρασιά και γέλια. Πολύχρωμα γέλια. Θυμάσαι εκείνη την κούκλα που δε μου δώσανε όταν ήθελα; Ε τώρα είναι σαν να την πήρα.


Πάει καιρός που με είπε κοριτσάκι του.
Και τώρα αλήθεια σου λέω, δεν πειράζει καθόλου.
Και τραγουδάω κι εγώ πάνω από τη δική σου φωνή.
“και δε μου καίγεται καρφί αν εσύ περνάς αν εσύ περνάς και δε μου ξαναμιλάς”
Και σουφρώνω χείλια με παράπονο και νάζι μαζί.

Στη Μ.Α.

Να ‘ναι βράδυ, νωρίς. Να με χορέψεις ένα βαλς γρήγορο. Να λαχανιάσουμε και μετά να με αποθέσεις στον καναπέ, να σου σκουπίσω τον ιδρώτα και μετά να με ξανατραβήξεις από το χέρι για ένα ακόμα χορό.
Το βαλς εκείνο, των χαμένων ονείρων, που τώρα δεν θυμάμαι συνθέτη.
Εδώ που είμαι, δυσκολεύομαι να σου γράψω, μα θαρρώ πως πια θα έχεις μάθει και αργεντίνικο τάγκο να μου δείξεις κι εμένα.

Είναι βράδυ, νωρίς. Ξετυλίγω περιτυλίγματα από σοκολάτες που μου κάνανε δώρο σήμερα. Τεντώνω τα πόδια μου να ξεκουραστούν από τη μέρα. Πιάνω τα μαλλιά μου ψηλά, τα δένω με μια κοκκάλινη λαβίδα και θρυμματίζω κομμάτια σοκολάτας με δάχτυλα λερωμένα.

Να μου βάλεις λίγο κρασί, κόκκινο από αυτό που παλιά σιχαινόμουνα. Να μου θυμίσεις πόση αγωνία κρύβανε τα βήματα μου πίσω σου “πάταγα εγώ στραβός μες στα νερά κι εσύ κοντά μου”.

Χαμογελάω μισά κι ανοίγω την βρύση. Το κεφάλι μου βρεγμένο, κολλημένες σταγόνες στις ψιλές ρυτίδες.

Χέρια τυλιγμένα
Ξεβάφω πορτοκαλί νύχια, καθισμένη στην πορσελάνη της μπανιέρας
Σκέφτομαι δυο εικόνες αφηρημένα
Στημένη σκηνή στην Μήλο
Ιδρώτας μεσημέρι, σ’ έχω
Μπορείς να με τελειώσεις χωρίς να νιώσω την ίδια γαμημένη αίσθηση πως κλαίω χωρίς κανένα ορατό σημάδι υγρών;
Σηκώνομαι και χτυπάω απότομα σε ταβάνι. Από μαύρο ύφασμα.
Εκείνο το μωρό που κλαίει βάλτε του κάποιος μια θηλή στο στόμα να ησυχάσει.
Και σήμερα φοράω μαύρα.
Κι έχω ένα κεφάλι θολό.

Είναι σκοτάδι μάτια μου πάντα σ’ αυτή την πλάση

Έτσι όπως περνούν οι χειμώνες.
Και ξεκουράζεσαι από λαγόνες σε λαγόνες.
Τίναξε χέρια
Πιάσε τα δικά μου
Διάλεξε από ποικιλία καπνού
Πιες από γλυκάνισο συγκεκριμένο
Και φίλα με χωρίς να ανοίξεις υποδοχή.
Σε δίχτυ, αρπάγη, φτιαγμένη μόνο.
Ένα κάτι πιο πάνω.
Εκεί που ο αέρας είναι πιο αραιός.
Μη νοιάζεσαι, εγώ θα ξαγρυπνήσω στην ανάσα σου.
Να είναι ήρεμη, συνεχής. Κι αν κάποτε βαρύνει, θα μπλέξω τα δάχτυλά μου στις άκρες των μαλλιών σου.
Και θα σου πω να ξυπνήσεις.
Είναι ώρα να γυρίσουμε γρανάζι.
Κι ανταμώσαμε στο καφενείο του σταθμού
Με τα σημάδια από καύτρες στο πλαστικό τραπέζι
Τα ποτήρια του κονιάκ φιλήθηκαν
Κι ήταν πάλι σαν νύχτα
Φιλμ

“Την πίκρα που ’χω μες στο στόμα πιες

Επόμενη σελίδα: »