Σε ένα τραπέζι σκουριασμένο, κάποτε μπλε, πάνω σε τσιμεντένια προβλήτα.
Εκεί κάθομαι και στρίβω τσιγάρο να καπνίσει το μισό ο αέρας.
Ένα ορφανό τσίπουρο στριφογυρνάει στο χαμηλό ποτήρι.
Και σκέφτομαι.
Και δεν θυμάμαι.
Ούτε σχεδιάζω.
Έχει ησυχία εδώ.
Φοράω το μαύρο παλτό που γάριασε από τα πολλά πλυσίματα.
Κι ακόμα ζεσταίνει.
Σήμερα είναι βαρύς ο ουρανός.
Τα δέντρα έχουν φουσκώσει από την ανυπομονησία να ρθει η άνοιξη.
Περίεργο, εγώ γιατί το χειμώνα νιώθω και το καλοκαίρι σκέφτομαι;
Σιγομουρμουράω. Άμα πιάσει να βρέχει θα φύγω, αλήθεια.
Αλλά μέχρι τότε άσε με να σιγομουρμουράω.
Τραγουδώντας.
Έχω χάσει τα σι, τα λα.
Δεν υπάχει μνήμη για κείμενα.
Παρα-ταύτα είμαι καλά.
Το αυτό επιθυμώ και για εσάς.
Απριλίου 17, 2011
Σεπτεμβρίου 25, 2010
Η Αλίκη και ο καθρέφτης της.
Σταγόνες στην κρύα του επιφάνεια.
Εύθραυστη η πραγματικότητά του.
Τρύπια τόπους – τόπους.
Να κάνει ένα βήμα και να βρεθεί στο πράσινο χορτάρι.
Να το πατήσει ξανά και ν’ ακουστεί ο ήχος σαν εφημερίδας που τσαλακώνεται.
Θυμάται που;
Η καθημερινότητα ήταν σατέν.
Απαλή απ΄ τη μια, άγρια απ΄ την άλλη.
Κι ο καθρέφτης να σκονίζεται.
Της Αλίκης.
Που όπου να ΄ναι θα κλείσει τα τριάντα..
Μα ακόμα θυμάται το γρασίδι – εφημερίδα.
Την αίσθηση ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα.
Απαλή, άγρια, θορυβώδης.
Άγνοια Αλίκη μου.
Ο τρόπος να πορεύεσαι τρία εκατοστά πάνω απ’ τα σκουπίδια κουνώντας χαριτωμένα το άσπρο σου – μου χεράκι να διώξεις τη μυρωδιά.
Και να γελάς, να γελάς αμέ, να γελάς, να γελάς.
Απριλίου 10, 2010
Είδα
πως στους ουρανούς εν μέσω των κτιρίων είχαν βάλει συρματοπλέγματα στενά.
πως οι ένοικοι σφίξαν σανίδια πάνω τους και τις νύχτες ανεβαίναν και καθόντουσαν εκεί, με μπύρες και τσιγάρα.
πως όλη νύχτα ισορροπούσα σε ένα τέτοιο σανίδι μα ούτε μια φορά δεν μου ‘πεσε ο καπνός ή το τενεκεδάκι μου.
πως κουβέντιασα ώρες περί κοινών και μηδέ καινών δαιμονίων
πως ακόμα και μετά από τόση ισορροπία το πρωί ήμουν ξανά θολά στεκούμενη.
πως θυμόμουν τις φωτεινές κηλίδες που ρίχναν οι λάμπες του δήμου στην άσφαλτο.
Οίδα
«Πως είναι πάντα σκοτεινά εκεί έξω κύριοι»
πως και τα μεθύσια μου με έρωτες ξεπλένονται
πως
Οι νύχτες κι οι μεγάλες τους ώρες.
Που σημαδεύονται μ’ ένα «δε με θέλησες ποτέ».
Με χαρτιά τσαλακωμένα στο καλάθι.
Με βιαστικά σβησμένα τσιγάρα στο βρώμικο τασάκι.
Με αργές πλύσεις με hexalen πριν τον λειψό ύπνο.
Με γυρισμένο κεφάλι.
Που μόνο ανάποδα ξυπνητά όνειρα έχει να δώσει.
Με αχνά παράπονα στους λαγόνες.
Κι ένα μόνο σπάσιμο στις γραμμές που δεν θα ’ναι δυο χρόνια που φυτρώσαν στις άκρες των ματιών.
Δεν έχω το τέλος που σου αρμόζει μάτια μου.
Μόνο σιγοτραγουδάω γυρνώντας αυτές τις ώρες.
Ένα τρεχαντηράκι βοριάς το ξόρισε..
μμμ…
κι άμα το μαρτυρήσω τζόγια μου
μαρτύρα το και συ..
Σεπτεμβρίου 10, 2009

Γρανίτης πάνω στον Σεπτέμβρη.
Γρανίτης ποτισμένος σαρντονέ.
Και πως του πάει η αψάδα στη γεύση, η κρυμμένη πίκρα στους πίσω- πίσω κάλυκες.
Μια όξυνση ή οξείδωση να είναι το παρελκόμενο;
Κι εξακολουθεί ο Σεπτέμβρης κάτω από τον υγρό γρανίτη.
Σχέδια, σχέδια γραμμές σε χάρτες κίτρινους.
Υποσχέσεις σε χρόνους ξεχασμένους, αλήθεια εκείνον τον τετελεσμένο μέλλοντα τον ανακαλεί ποτέ κανείς;
Του χρόνου τέτοια εποχή θα έχουν γεννηθεί παιδιά, θα έχουν πεθάνει ιδέες και θα έχουν ζήσει όλα τα ενδιάμεσα.
Η πραγματικότητα κατά Ρόμπινς.
Είναι όμως όλες εκείνες οι συζητήσεις περασμένα μεσάνυχτα που δεν αντέχεις πια να κάνεις.
Είναι όμως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι ξενυχτισμένα πρωινά που δεν αντέχεις να ζήσεις.
Και κυρίως./
Κυρίως./
Οι κάλυκες οι γευστικοί ή οι θανατηφόροι;
Αυγούστου 20, 2009

Το τέλος ,μωρό μου, είναι μισθοφόρος απλήρωτος.
Κάνει τσιγάρο στη μάντρα λίγο πριν το συρματόπλεγμα του στρατοπέδου.
Μετράει τα ψιλά του αν βγάζουν για μια ακόμα μπύρα.
Και δεν ενδιαφέρεται αν δυο μέτρα πιο κει σκάνε βόμβες.
Το τέλος μωρό μου, στέκεται δυο νότες πάνω.
Ζυγίζει τα χρέη του και βγαίνει πιστωτικό.
Μετράει τα κουπόνια του αν φτάνουν για ένα ακόμα φτηνό γεύμα.
Και σβήνει τις γόπες του στο νωπό χώμα.
Το τέλος ,μωρό μου.
Το τραγουδάνε στις δύσκολες ώρες της νύχτας δ ι ά φ ο ρ ο ι.
Τεντώνουν τις φωνές τους σε μεθυσμένα αχχχ.
Κοιτιούνται στα μάτια.
Όλοι οι φοβισμένοι του.
Αυτοί που ποτέ δεν το αρθρώσαν.
Μη ρωτάς.
Κείνοι που το ‘παν.
Δεν τραγουδάν.
Πίνουν τις τεκίλες ή τις βότκες.
Και στην είσοδο του Waits.
Σκύβουν το κεφάλι ακόμα πιο κάτω.
Το τέλος ,μωρό μου.
Δεν ξεμένει ποτέ, είναι δημοφιλές, κάθε στρατός το θέλει στις τάξεις του.
Πανάκριβο ,μωρό μου
και ερωτεύσιμο.
Ιουλίου 4, 2009
Εδώ στην ησυχία αστοχία να μελαγχολήσεις, λένε.
Posted by Purple Clementine under Construction[3] Comments

Έρημα χρόνια σαν από καιρό ξενοίκιαστα.
Αποβάλλω αστεία με πολεμική ευκολία.
Ετούτα τα βράδια λαχανιάζουνε, στον ήχο της βροντής.
Οι ονειρώξεις συνθετικές, τα βοηθητικά του ύπνου ληγμένα.
Κι ένας μήνας που συντελεί σε απορρίψεις.
Σαν κάτι να ’θελα να τραγουδήσω, με το μπάσο σε υπερ-ένταση.
Πως θα με κοιτούσαν οι προβολείς με τους πυρήνες τους να τρέμουνε.
Ασθματικός ο βήχας του κοινού στην αδιάκριτη αναμονή.
Κι όταν υγράνω τα μάτια στο ηθελημένο ανοιγόκλεισα που ξέρεις πως σηματοδοτεί παράδοση, τότε ναι.
Ο πόλεμος θα τελειώσει ο χρόνος θα νοικιαστεί και τα βράδια, αχ τα βράδια πως θα ησυχάσουν που θα ‘χουν κλείσει στη στροφή την μελωδία. Το τραγούδι μου σαφώς δεν θα το πω, θα φοβηθώ που δεν θα προκαλέσω φασαρία, η γενιά μου, η ασυντόνιστη κι εύκολή μου συγκίνηση.
Κι οι ιστορίες φίλε μου. Πάντα να γράφονται στην ξεφτισμένη διαχωριστική νεκρές δη και μαυρό (τελέσ) φορούσες.
Μαΐου 20, 2009

Ωωωω τι σκοτεινιά αγάπη μου..
Χαρούμενα υφέρπουσα και πάντα ήσυχη χορεύοντας.
Ανάμεσα από το άνοιγμα του καλοκαιρινού μου φουστανιού, μα είναι μόλις Μάης και Μάηδες πριν καφενεία κλειστά.
Στο ενδιάμεσο των εποχών ο χρόνος σαλεύει.
Ο ήλιος βρίσκεται πάντα κλεισμένος έξω απ’ τις γρίλιες και τα πεζοδρόμια ανατριχιάζουν στη σκιά.
Ωωωω τι θάρρος αγάπη μου..
Λυπημένα αντρειωμένο και πάντα θορυβώδες αποσύρεται.
Οι φυγές, οι περίπατοι ανάμεσα στις βροχές, το στυλό που εκπνέει τους Μάηδες. Και τα ποτηράκια να ιδρώνουν αγωνίες.
Ωωωω τι ασπρόμαυρα αστέρια αγάπη μου..
Φιγουράρουν με κρότο και κρύβουν πως αγοραστήκαν φτηνά από ένα υπαίθριο παζάρι του Λονδίνου αγκαλιαστήκαν με φόρα από τη Siouxsie και γδυθήκαν μπροστά σ΄ ένα πεντόλιρο, φυγή εκ των έσω και πάντα μπροστά στον κόσμο οι υγρασίες γ α μ ώ τ ο πουτάνα θεατρίνα είπε η Γώγου και η σκοτεινιά και το θάρρος και τ΄αστέρια μου απ’το άνοιγμα του φουστανιού μου προβάλλουν
γελώντας.
Απριλίου 8, 2009
Ξεπεσμένη αριστοκρατία, τα ορφανά σου θέλω
Posted by Purple Clementine under Construction[4] Comments

παρωδίες
Εδώ δεν γεννιούνται τοπωνύμια. Από αυτά που σε προσπερνάν από δεξιά, σε τυφλώνουν με άρρωστα νέον και μένεις να τα ακούς σαν παιδικό τραγουδάκι, σαν άρρωστη εφηβεία.
Σε κάθε ταξιδάκι αλκοολικό, σε κάθε ξενύχτι οριακό σου μένει να πεις μια ιστορία. Να εντυπωσιάσεις τα μάτια που δεν διάλεξαν να αράξουν. Και δεν έχεις. Γιατί τα τοπωνύμια σου μείναν ορφανά, γιατί οι γειτονιές σου δεν ήταν ιστορικές, γιατί μόνο ιστορίες ακραίων προαστίων με γράμμα μόνο (ι) κι όχι παντρεμένο (ει) μπορείς να απαγγείλεις.
Και κακές οι μισές αλήθειες αγάπη μου.
Η τέχνη ήταν πάντα των τρελών και των καταραμένων μνήμη. Και τούτα είναι των μοναχών συνεννοήσεις.
Ας ξαναγυρίσουμε στις ιστορίες του ληστή, της νεκρής κόρης και της ενοχικής ερωμένης..
Φεβρουαρίου 4, 2009

Την ώρα των τελευταίων τραίνων, τη στιγμή των μαύρων τακουνιών ελλοχεύουν οι λανθάνουσες νευρώσεις.
Κι είναι η ίδια ώρα που μετρονόμος από μαύρη λάκα σου καθορίζει το βήμα του μανέ.
Tο μετέωρο του σκοινοβάτη την ίδια ώρα που χαμογελά πως η ζωή είναι performance.
Μια σειρά από παροξύτονα που πάντα μπέρδευες την κλητική τους.
Και πότε;
Την ώρα που χαράζονταν αποτυχίες στην γραμμή σου.
Η υπο-κλίση των απέθαντων καρπών του δέντρου της αταραξίας.
Πως γίνεται να έχει φτάσει την ώρα που αγγίξαν την γη, σίγουροι πως τελειώσαν, σίγουροι πως το τελευταίο τραίνο σιώπησε, ο μετρονόμος ξεκούρδισε, ο σκοινοβάτης έδεσε το χέρι σε πτώση και τα παροξύτονα κοιμήθηκαν.
Οι καρποί. Γεννήθηκαν γέροι, πεθάναν ατάραχοι.
Κι εμένα άσε με να σκηνοθετώ φωτογρα-φές.
Δεκεμβρίου 24, 2008

Πως μοιάζουν ίδιες οι νύχτες κυ(η)ρίως στολισμένες.
Πως αλλάζουν όμοια οι μέρες κομψευόμενα εορτάζουσες μέχρι χτες, με ξεφτισμένα τα μαύρα φουστάνια στον ποδόγυρο σήμερα.
Γυρνάν στις κεντρικές λεωφόρους, ξεβαμμένο κολ στέγνωσε στα μάγουλα, ανακατεμένα μαλλιά.
Πως μοιάζει πάντα η φιγούρα της γιορτής με τσαλακωμένο καπέλο οργανοπαίκτη.
Και κείνα τα τακούνια, αχ εκείνα τα τακούνια. Να στρίβουν βιαίως τις άκρες στα σανίδια.
Στροφές.
Μοιάζουν ίδιες, αλλάζουν όμοια.
Οι νύχτες κι οι μέρες μας στην πόλη.



