Τα Κορίτσια που δεν καλόμαθαν πώς να βάφουν το στόμα με τις οδηγίες χρήσης, ολόκληρες Σούζι να στροβιλίζονται στην πίστα με το παλλόμενο φως, σαν ήταν μικρές διαβάζαν μόνο τις πίσω σελίδες ωροσκοπίου και γυρνούσαν μια τούφα στα δάχτυλα, σαν ήταν μεγάλες πιάσαν δουλειά στις συνοικιακές καφετέριες, βίντεο κλαμπ και ψησταριές, ή στους πάγκους και στα ταμεία κρεοπωλείων/ Μετά τελείωσε το βάσανο, το σχολείο που βαριόντουσαν τόσο τις ώρες του μεσημεριού, μαθαίναν πώς να ξανθαίνουν τα μαλλιά και να μακραίνουν τα νύχια, παντρευτήκαν γρήγορα το γιο του ιδιοκτήτη, τον οδηγό της μηχανής, τον γκόμενο του σχολείου που ποτέ δεν έμαθε να μετράει, ξέρει όμως πώς να κάνει παιδιά/ Στα κορίτσια αυτά, τα λαϊκά αρέσουν και ο καφές είναι η διασκέδαση, σαν κάθονται στις πάνινες πολυθρόνες με τα καροτσάκια των κοιμισμένων μωρών τους πλάι ακόμα ξανθαίνουν τα μαλλιά και καπνίζουν σφιγμένα Μάλμπορο Λάιτς αποκλειστικά, κουβεντιάζουν για το καινούριο μαγιό που θα αγοράσουν ή πόσο πονάει η μέση στις ώρες της ορθοστασίας στο σούπερ μάρκετ ή πως γιατρεύονται οι θηλές/ Και μένουν κάτι ώρες να κοιτάνε αφηρημένα το χρόνο που πέρασε τόσο απλά και τα ξημερώματα που ξυπνάν από ένα θόρυβο σαν κάτι να ταξίδεψε με το μυαλό τους αλλά όχι, είναι μόνο ο γιος του ιδιοκτήτη, ο οδηγός της μηχανής, ο γκόμενος του σχολείου που ποτέ δεν έμαθε να μετράει αλλά ξυπνάει νύχτα ακόμα για να πάει στη δουλειά, ιδρωμένος ξυπνάει κι ιδρωμένος γυρνάει και τα κορίτσια θα τον περιμένουν με την τσίχλα να περιστρέφεται στο στόμα όπως κάποτε περιστρεφόταν το παλλόμενο φως πάνω απ΄ την πίστα και το δάχτυλο γύρω από μαλλιά, Σούζι μπες στην πίστα σαν άγριο παγόνι/

Να ανοίξεις τα περιθώρια της εντύπωσης λοιπόν.

Έτσι ώστε να πνιγείς στο χρώμα.

Τα μικρά πλάσματα που εδρεύουν στα πιο άγρια σκοτάδια.

Τα στερεώνουν.

Να μεγαλώσεις τα όρια της αντανάκλασης.

Έτσι ώστε να γευτείς το χρώμα.

Τα μικρά πλάσματα έχουν φωτεινές σκιές.

Τις εδραιώνουν.

Να βουτήξεις τους χρωστήρες σου μέσα στο ακέραιο, στο συμπαγές και στο διάφανο, δεν είδες ακόμα τις παλάμες μου πως τρέχουν;

Έτσι χτίζονται για να γκρεμιστούν μετά οι έρημες ανάσες, με τα μπλε ανεστραμμένα χρώματα της λαχτάρας να στάζουν ως τα πόδια των περαστικών. Συντροφεμένα από επίθετα και χαρακτηρισμούς τα δάχτυλα παλεύουν να στρίψουν στη γωνία πριν τελειώσει το τζάμι και κατηφορίσουν αυτοκτονικά στο γκρι πλακάκι. Γνώριμες οι τούφες στο μαξιλάρι που παγώνει. Μα ακόμα πιο γνώριμοι οι θύσανοι της ανάγκης που στροβιλίζονται στο μωβ. Και καμιά φορά μέσα σ’ αυτά τα καλοκαιριάτικα βράδια κάνει ένα κρύο, ένα κρύο.. τόσο που ζυγίζει το ίδιο πια, το ίδιο όπως πάντοτε. Καλοακονισμένη η νεύρωση γυαλίζει χαμόγελα, ήρθα σου ψιθυρίζει με γνήσια λαγνεία και σου τοποθετεί τα στομωμένα εργαλεία στο χέρι. Εκείνο με τα δάχτυλα που κατηφόρισαν. Μάλλον είναι που δεν έπιασαν ποτέ τα αστεία για κείνα τα σημάδια ψηλά στο μπράτσο. Πιάστηκε στο φράχτη ρε και γρατζουνίστηκε, θες τίποτα;

Ήσυχες οι φωνές των καρπών στο σκοτάδι.

Ακίνητοι οι σπασμοί, βουβή η καλή θέληση.

Σπάει η νύχτα αργά κι ο κηδεμόνας ασάλευτος στο πλάι του κρεβατιού.

Να κρατάει τις δεύτερες σαν μετρονόμος από μαύρη λάκα.

Με επιπλέον δυνατότητες ετούτο το μοντέλο, διφωνίες και τριφωνίες με έναν τόνο για βοήθημα μοναχά.

Δεν έχει άλλες εικόνες το βιβλίο που σου διάβαζαν.

Στερημένος οράσεως μένεις.

Μα πάντα θα τίκτει και θα αναγεννά

Τις ίδιες εκείνες τις παιδικές με το μαύρο φόρεμα στο πράσινο μαγεμένο δάσος.

Στο σχεδόν άδειο δωμάτιο με μια βότκα σε χαμηλό

να ιδρώνει απεγνωσμένα

και τον Buckley να απλώνει ελαφρύ βιμπράτο στην Pleasant Street.

Πως η ευτυχία είναι θραύσματα σε χρώμα λεμονί.

Και πως τα μονοπάτια είναι τελικά τόσο εγωισμένα υποκειμενικά.

Η συγκέντρωση έρχεται πιο εύκολα

η σκοπιά γερμανικό των μέσα, τις ώρες που θαρρείς πως αποκοιμιέσαι

Πόσο μικρός να ξαναγίνεις για να αντιληφθείς

την μέγιστη διαφορά

(πρώτο)βαλλόμενος

(από)χαρακτηριζόμενος

του πεσόντων λοιπόν

και αοράτως χαρακτηριζομένων.

Στεκόμουνα στην άκρη του λιμανιού προς το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να πιάσει το νερένιο. Και πάνω που ακράγγιζα φαινόταν ένας γλάρος με νότια φωνή κι έλεγε, έλεγε μέχρι που η μέση διπλωνόταν ξανά. Από πίσω μακριά το λαούτο κουρδιζόταν και μέσιαζε η νύχτα μέχρι που να καπνίσω. Η μοναξιά γίνεται πιο μπλε lheure bleu που λεν κι αλλού και τα δάχτυλα των ποδιών μου μουδιάζαν στα νερά. Κι η βάρκα αμπογιάτιστη ξέφτιζε σαν ξημέρωνε ξανά. Τα τείχη του κάστρου γυαλίζαν αφού τα έγλειφε μια υγρασία μωβ. Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν ήταν πιο θαμπά, η (δια)ταραχή πιο (δι)πολική.

Τώρα θα σταθώ στην ίδια άκρη του λιμανιού να χαιρετήσω με ένα αναγνωριστικό βλέμμα το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να την πιάσουν οι παλάμες σου. Ο γλάρος θα βολτάρει στα ακκόρντα του λαούτου σκιαγμένος να κρώζει πίσω, μακριά. Η νύχτα θα μεσιάζει, θα ξημερώνει από το πιο βαθύ σκοτάδι και τα δάχτυλά μου θα ξεκουραστούν μέσα στα φορεμένα σου παπούτσια της εκδρομής. Άραγε η Ευδοξία θα έχει μπογιατιστεί να φεγγίζεται στα τείχη; Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν θα μου ‘ναι πιο αδιάφορα, η ταραχή πιο ερωτική

Και αλήθεια, ποτέ άλλοτε τα χέρια μου δεν πιάναν Έτσι και Τόσο το νερένιο.

Τρίτες και απτάλικα

Και να πάει, πώς να πάει.

Ο ρυθμός πίσω στα δεκάξι ή μπροστά στα δέκατα έκτα;

Το κρυσταλλένιο είδωλο που μου χάρισες, ομοίωμα βαλσαμωμένης παιδικότητας.

Όργανα και κλειδιά, άνθρωποι και χειρονομίες

Κλειδωμένες.

Κρυστάλλινες.

Να πάει, πώς να πάει.

Σαν σκύβω στον καθρέφτη παρατηρώ τα χρώματα γύρω απ΄τις κόρες που αλλάζουν και συγκρατώ μέσα μου όλες τις φορές που ήταν υπεύθυνα.

Μετά χαϊδεύω την αριστερή μου θηλή, εκείνη που παλεύει να με γυρίσει πίσω στα δεκάξι μα σαν μεσιάζει η νύχτα καταλαβαίνω πως είναι μπροστά στα δέκατα έκτα.

Κόρες και θηλές ή μήπως ουλές θηλυκές.

Καμιά φορά νιώθω πως από κει γεννάται η αράχνη.

Και θέλω να το γλεντήσω μ’ έναν απτάλικο σαν εκείνον γύρω απ΄ τις ξύλινες καρέκλες – επανάσταση στα δέκατα έκτα (να ξεφύγω δεν μπορούσα καθώς γύριζα απ΄ την Προύσα)

Τα πρωινά που γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Σκέφτομαι πως ήρθε ένας μήνας των λουλουδιών. Και θα ΄θελα αλήθεια να στολίσω το τζάμι με πρασινάδα που δεν μυρίζει, δεν μεγαλώνει παρά μόνο στέκει φουντωμένη και ηλεκτρική να αντανακλά το ασθμαίνον φως της λάμπας που εξοικονομεί.

Και σκέφτομαι πως η εξοικονόμηση είναι η καινούρια λέξη της γενιάς μας. Μα μάλλον οι περισσότεροι εκπρόσωποί της την πήραν πιο μεταφορικά απ’ ότι χρειάζεται, είναι φαίνεται που στα σχολεία την ώρα των Κειμένων ήταν περισσότερο ξύπνιοι απ’ ότι χρειαζόταν.

Κι εγώ μην φανταστείς, εξοικονομώ. Μόνο που καμιά φορά με πιάνει μια αντίδραση και γεμίζω με λακκούβες νερού τα γκρι πλακάκια. Ψόφιες επαναστάσεις που θα ’λεγε και το Γιωργί. Πριν ξεκινήσει τη θητεία, πριν ξεκινήσει τις πτώσεις, πριν ξεκινήσει τα χάπια, πριν τα σταματήσει όλα αυτά με ένα συνδυασμό αλά Χέμινγουει. Ψόφιες επαναστάσεις. Ξέρεις την πρώτη φορά που μου το ‘πε ήταν που αρνήθηκα να φιλήσω το χέρι του παπά στα βαφτίσια του αδερφού του Νικόλα. Μου χάιδεψε το κεφάλι, έγειρε ένα μισό χαμόγελο και μου ‘πε “ άσε τις ψόφιες επαναστάσεις ρε”.

Κι άμα εξακολουθώ να τις κάνω που και που είναι που μου τη δίνει η εξοικονόμηση ενέργειας έτσι όπως την μεταφράζει η γενιά της μαύρης τρύπας δηλαδή η δική μου. Κλείνονται, κλείνονται, καμώνονται πως ισορροπούν και σπρώχνουν κάτω απ’ το μαξιλάρι τις αξόδευτες ενέργειες. Καταλαβαίνεις έτσι; Ξέρεις καμιά φορά έτσι όπως σε κοιτάω μου θυμίζεις το Γιωργί. Δεν στο ‘χω ξαναπεί έτσι;

Και εκείνου του άρεσε πολύ ο Μάης.

 

 

(Απόσπασμα από αυτό που ελπίζει να γίνει πολύ «Πιστεύετε στα φαντάσματα ρε;» στο ρόλο η ίδια)

Εικοσιεπτά οι θεάσεις, οι ήλιοι κάψανε, κάψανε, ξεφλούδισαν, ουλές εκεί που περπατήσαν οι απόγονοι της αράχνης. Εννιά οι λέξεις που σφιχτές σαν μέταλλα στολίζουν λαιμούς και αυχένες. Τρία τα σημεία βαθιά στα δέντρα που σε τραβάει το νερό καθώς στεγνώνει στα κοίλα των κλειδώσεων. Και ένα, ένα, ένα που μετράει σαν όλα. Εκείνα που μετρηθήκαν, λειψά στο ζύγι του τύπου που πρωί πρωί απλώνει την πραμάτεια του στην κρεαταγορά, απλώνει την λερωμένη του ανάσα στα μαλλιά της ξημερωμένης πουτάνας της Ευριπίδου και με νύχια κομμένα κοντά σημειώνει τα νούμερα του τζόκερ 27-3-9 και τυχερός αριθμός το ένα, το ένα το ένα που μετράει σαν όλα.

 

 

 

 

Για τις εποχές που αλλάξαν χωρίς έστω μια ειδοποίηση, έστω ένα μήνυμα. Χαρτόνια και τέμπερες, ξυλομπογιές και ασημόσκονες ενωθήκαν και φτιάξαν ένα αμάξι που τραμπαλίζεται χρόνια τώρα καθώς οι ρόδες του παρουσιάζουν γωνίες. Και έχει μέσα επιβάτες κεφάλια μαριονέτας με κομμένους ξεφτισμένους σπάγκους. Στο σκονισμένο του κασετόφωνο παίζουν πάντα τραγούδια λαικά κι οι ροδέλες της ταινίας ανεμίζουν γυαλίζοντας στον ήλιο. Γονυκλιθέντα τα ηλιοτρόπια στολίδια στο πίσω τζάμι κι ένα αρκουδάκι χνουδωτό κοιτάζει με ένα μόνο κουμπί για μάτι τα χωράφια που περνάν αδιάφορα στα πλάγια του δρόμου. Κι οι εποχές αλλάξαν χωρίς προειδοποίηση. Καμιά φορά, τώρα πια, οι σπάγκοι από τα χέρια της μαριονέτας οδηγού μπλέκονται στο τιμόνι και τότε στρίβει απότομα τινάζει τις μαριονέτες επιβάτες, κάποιες γελάνε κάποιες κλαίνε και κάποιες αποφασίζουν πως είναι η καλύτερη στιγμή για να τις καταπιεί η νύχτα έξω από την τετράγωνη καμπίνα, ο δρόμος και τα χωράφια τα έτοιμα θερισμού.

Κι η μαριονέτα οδηγός γελάει αχ πως γελάει!

 

 

την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

 

Next Page »