Είδα

πως στους ουρανούς εν μέσω των κτιρίων είχαν βάλει συρματοπλέγματα στενά.

πως οι ένοικοι σφίξαν σανίδια πάνω τους και τις νύχτες ανεβαίναν και καθόντουσαν εκεί, με μπύρες και τσιγάρα.

πως όλη νύχτα ισορροπούσα σε ένα τέτοιο σανίδι μα ούτε μια φορά δεν μου ‘πεσε ο καπνός ή το τενεκεδάκι μου.

πως κουβέντιασα ώρες περί κοινών και μηδέ καινών δαιμονίων

πως ακόμα και μετά από τόση ισορροπία το πρωί ήμουν ξανά θολά στεκούμενη.

πως  θυμόμουν τις φωτεινές κηλίδες που ρίχναν οι λάμπες του δήμου στην άσφαλτο.

Οίδα

«Πως είναι πάντα σκοτεινά εκεί έξω κύριοι»

πως και τα μεθύσια μου με έρωτες ξεπλένονται

πως

Οι νύχτες κι οι μεγάλες τους ώρες.

Που σημαδεύονται μ’ ένα «δε με θέλησες ποτέ».

Με χαρτιά τσαλακωμένα στο καλάθι.

Με βιαστικά σβησμένα τσιγάρα στο βρώμικο τασάκι.

Με αργές πλύσεις με hexalen πριν τον λειψό ύπνο.

Με γυρισμένο κεφάλι.

Που μόνο ανάποδα ξυπνητά όνειρα έχει να δώσει.

Με αχνά παράπονα στους λαγόνες.

Κι ένα μόνο σπάσιμο στις γραμμές που δεν θα ’ναι δυο χρόνια που φυτρώσαν στις άκρες των ματιών.

Δεν έχω το τέλος που σου αρμόζει μάτια μου.

Μόνο  σιγοτραγουδάω γυρνώντας αυτές τις ώρες.

Ένα τρεχαντηράκι βοριάς το ξόρισε..

μμμ…

κι άμα το μαρτυρήσω τζόγια μου
μαρτύρα το και συ..

Advertisements