Η Τζένη απόψε τραγουδάει στους πειρατές της. Ξάφνου σηκώνεται και πετάει την καπνισμένη γόπα στους αφρούς πάντα πίσω από το μαύρο καράβι. Αργοσέρνει τα ψηλοτάκουνα και τον καρώ ποδόγυρο, με ελαφρά γερμένο το κεφάλι.

Είσαι γυναίκα,

λέει,

εκ γενετής φτιαγμένη να περιμένεις το μεγάλο. Πάντα με βαμβάκι στην χάντρινη ταλαιπωρημένη τσάντα μην τυχόν και ανοίξει η μύτη του παιδιού.

Η Τζένη των πειρατών αέρινα τυλιγμένη, ολόγιομα καμμένη, κακώς ψαλιδισμένα στις άκρες φιγούρα κοριτσίστικου περιοδικού.

{Πως γίνεται πάντα προχείρως η μετάφ(ρ)φαση}

Η Τζένη έχει σγουρά μαλλιά, βραχνή καπνισμένη φωνή και πολλά λιμάνια στο μυαλό της. Ανάμεσα στα πόδια της έχει αιματώματα-σημάδια χαμένων βραδιών. Και στις άκρες των δαχτύλων της σκλήθρες από ένα μαύρο πιάνο.

Και γελάει, πως γελάει στον μικρό ήχο της ανάσας τους.

Εκείνοι, οι κύριοι του καραβιού πως θαρρούν κάθε φορά πως την έχουν χαράξει στο ξύλο του στήθους τους.

Μεθυσμένη Τζένη- Μεθυσμένη Τζένη.

Σώσε μόνο τους ποιητές που σου τάξανε αθανασία και τους άλλους.

Τάισέ τους στους πειρατές σου.

Εκείνους που ζωγραφίζουν την φύση σου κι ύστερα σωπαίνουν στο τραγούδι το ψευδό σου.

Και θ’ ακούσετε ν’ αποφασίζω: όλοι

Advertisements