Άνθρωποι γυρνάν, μεγαλώνουν, ξενυχτάνε γύρω στους πεζοδρόμους της Πανόρμου, βρίσκονται μετά από χρόνια κι είναι Οκτώβρης, σωρεύουν τις υποχρεώσεις, τι γερασμένη λέξη σχεδόν την ακούς να αγκομαχεί κάθε που σηκώνεται απ’ τον καναπέ σαν τους ασθενείς αναμένοντες τον ιατρό με τα γόνατα κλειδωμένα κι είναι Οκτώβρης, ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν έδιναν τόσο ελάχιστα χάδια στην τέχνη της ακοής, απλώς περιμένουν να ακούσουν αυτό που σκέφτονται και η βουή στο μυαλό τους θεριεύει στο οτιδήποτε διαφορετικό κι είναι Οκτώβρης και πως παρήλθε η εποχή των σταφυλιών της Γώγου με τη γόπα να καπνίζει την απόγνωση, οι δρόμοι παραμένουν στητοί, έτοιμοι να λασπωθούν στην βροχή, δυστοκεί ο καιρός κι είναι Οκτώβρης και πότε είναι που θα χαθούμε μες στο αφράτο κόκκινο-

 

          και η ξύλινη μπάρα αχνίζει στην αναμονή όπως λαγόνες σε επερχόμενη αφή

Advertisements