Ξύλινοι, ξεβαμμένα κόκκινοι τροχοί, μεγαλειωδώς αναπολούν γερμένοι στον τοίχο.

Κι ο ουρανός αδημονεί για νερό και πονάει γι’ αυτό.

Όπως γυναίκα για το αίμα του μήνα.

Που δεν έρχεται.

Στο μεταξύ, σειρήνες στρογγυλεύουν τον ύπνο, τα όνειρα προκύπτουν επώδυνα.

Και το περίφημο αστικό τοπίο ξεδιπλώνει τις κεραίες του και πονάει γι΄ αυτές.

Όπως γυναίκα για την απόρριψη.

Κι εξακολουθούν οι εξατμίσεις τον πολύτιμο χρόνο τους.

Στολίδια, σημαίες, χειροκροτήματα κατεβάζουν τους πάλαι ποτέ προνομιούχους απ΄ τη σκηνή.

Για να εγκαθιδρύσουν το μονοπώλιο των νικη- θανόντων.

Κάνει μια ησυχία, στη χώρα του εδώ – εδώ.

Κι εκεί που βρίσκεσαι σαν να νιώθω τη μυρωδιά του ξύλου.

(της μπάρας;)

Του ξεβαμμένα κόκκινου τροχού που λίγο θέλει και θα ξεκινήσει την κατηφόρα.

Προς τις ατέλειωτες ρίμες που θα κολλήσουν στα χείλη των εύκολα (ξε) γελασμένων.

Advertisements