Προεξοφλώ κάθε τέτοια φορά την απώλεια

πονούσε τόσο και παλιά[;]

ποια είναι αυτή

στα άσπρα και γκρι πλακάκια που ζυγίζει τα βήματα

μ’ ενοχλούν οι διορθωμένες εντυπώσεις όλα είναι όπως τα θυμάσαι κι όχι όπως τα ακούς ξανά και ξανά μες στο κεφάλι σου

βότκα, βότκα μ΄ ευλογίες εργατών παραγόμενη που θυμούνται σαν παιδιά τους παππούδες τους να ζεσταίνουν σαμοβάρια

καπνός τυλιγμένος από κορίτσια με τσόκαρα κι έτσι, να απλώς έτσι είναι η επιβίωση

πως έρχεται πιο κοντά η φωνή μες στο μυαλό μου πως ξεχωρίζει η εικόνα μου

Κι είναι μόνο μεσημέρι και αρνούμαι να δω το βράδυ να έρχεται

γελάω δυνατά και τα τζιτζίκια απ΄ έξω σταματάν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα το πιάνουν απ΄ το σπαραγμό-ιντερλούδιο±17 ήσυχα πως για μια ακόμη φορά δεν συνεχίστηκε

προσπαθώ να σταματήσω το μούδιασμα

να αντιληφθώ με τα δάχτυλα πως βρέθηκα ξανά στη θέση του «αγάπα με ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ»

και θυμάμαι τον Πέτε από τη Δανία να μου μιλάει I was in the safe house and I was telling to my instructor that I kept begginher to love me, I was actually sayinthat my friend, Please LOVE ME κι εγώ κουνούσα το κεφάλι πάνω και κάτω στον ζεστό ήλιο του Μέστρε κι εκείνες οι μπύρες Πέτε, εκείνες οι μπύρες που ποτέ δεν ήπιαμε στην Πιάτσα Σάντα Μαργκαρίτα

τώρα [ανα]-κατασκευάζω την ανάγκη σου

βάζω ακόμη άλλο ένα, σταματάω να μιλώ στην ξεκάθαρη εικόνα μου

και πια δεν έχει σημασία αν θα συμβεί στ’ αλήθεια

εγώ την ζω

ζω

την

απώλεια που ήρθε να με κεράσει βότκα για τα καλορίζικα.

(πως το ‘πες αυτό με τις νίκες;

έτσι.)

Advertisements