Έτσι χτίζονται για να γκρεμιστούν μετά οι έρημες ανάσες, με τα μπλε ανεστραμμένα χρώματα της λαχτάρας να στάζουν ως τα πόδια των περαστικών. Συντροφεμένα από επίθετα και χαρακτηρισμούς τα δάχτυλα παλεύουν να στρίψουν στη γωνία πριν τελειώσει το τζάμι και κατηφορίσουν αυτοκτονικά στο γκρι πλακάκι. Γνώριμες οι τούφες στο μαξιλάρι που παγώνει. Μα ακόμα πιο γνώριμοι οι θύσανοι της ανάγκης που στροβιλίζονται στο μωβ. Και καμιά φορά μέσα σ’ αυτά τα καλοκαιριάτικα βράδια κάνει ένα κρύο, ένα κρύο.. τόσο που ζυγίζει το ίδιο πια, το ίδιο όπως πάντοτε. Καλοακονισμένη η νεύρωση γυαλίζει χαμόγελα, ήρθα σου ψιθυρίζει με γνήσια λαγνεία και σου τοποθετεί τα στομωμένα εργαλεία στο χέρι. Εκείνο με τα δάχτυλα που κατηφόρισαν. Μάλλον είναι που δεν έπιασαν ποτέ τα αστεία για κείνα τα σημάδια ψηλά στο μπράτσο. Πιάστηκε στο φράχτη ρε και γρατζουνίστηκε, θες τίποτα;

Advertisements