Στεκόμουνα στην άκρη του λιμανιού προς το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να πιάσει το νερένιο. Και πάνω που ακράγγιζα φαινόταν ένας γλάρος με νότια φωνή κι έλεγε, έλεγε μέχρι που η μέση διπλωνόταν ξανά. Από πίσω μακριά το λαούτο κουρδιζόταν και μέσιαζε η νύχτα μέχρι που να καπνίσω. Η μοναξιά γίνεται πιο μπλε lheure bleu που λεν κι αλλού και τα δάχτυλα των ποδιών μου μουδιάζαν στα νερά. Κι η βάρκα αμπογιάτιστη ξέφτιζε σαν ξημέρωνε ξανά. Τα τείχη του κάστρου γυαλίζαν αφού τα έγλειφε μια υγρασία μωβ. Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν ήταν πιο θαμπά, η (δια)ταραχή πιο (δι)πολική.

Τώρα θα σταθώ στην ίδια άκρη του λιμανιού να χαιρετήσω με ένα αναγνωριστικό βλέμμα το Λιβυκό. Με τη μέση τεντωμένη να την πιάσουν οι παλάμες σου. Ο γλάρος θα βολτάρει στα ακκόρντα του λαούτου σκιαγμένος να κρώζει πίσω, μακριά. Η νύχτα θα μεσιάζει, θα ξημερώνει από το πιο βαθύ σκοτάδι και τα δάχτυλά μου θα ξεκουραστούν μέσα στα φορεμένα σου παπούτσια της εκδρομής. Άραγε η Ευδοξία θα έχει μπογιατιστεί να φεγγίζεται στα τείχη; Ποτέ άλλοτε τα κίνητρα δεν θα μου ‘ναι πιο αδιάφορα, η ταραχή πιο ερωτική

Και αλήθεια, ποτέ άλλοτε τα χέρια μου δεν πιάναν Έτσι και Τόσο το νερένιο.

Advertisements