Για τις εποχές που αλλάξαν χωρίς έστω μια ειδοποίηση, έστω ένα μήνυμα. Χαρτόνια και τέμπερες, ξυλομπογιές και ασημόσκονες ενωθήκαν και φτιάξαν ένα αμάξι που τραμπαλίζεται χρόνια τώρα καθώς οι ρόδες του παρουσιάζουν γωνίες. Και έχει μέσα επιβάτες κεφάλια μαριονέτας με κομμένους ξεφτισμένους σπάγκους. Στο σκονισμένο του κασετόφωνο παίζουν πάντα τραγούδια λαικά κι οι ροδέλες της ταινίας ανεμίζουν γυαλίζοντας στον ήλιο. Γονυκλιθέντα τα ηλιοτρόπια στολίδια στο πίσω τζάμι κι ένα αρκουδάκι χνουδωτό κοιτάζει με ένα μόνο κουμπί για μάτι τα χωράφια που περνάν αδιάφορα στα πλάγια του δρόμου. Κι οι εποχές αλλάξαν χωρίς προειδοποίηση. Καμιά φορά, τώρα πια, οι σπάγκοι από τα χέρια της μαριονέτας οδηγού μπλέκονται στο τιμόνι και τότε στρίβει απότομα τινάζει τις μαριονέτες επιβάτες, κάποιες γελάνε κάποιες κλαίνε και κάποιες αποφασίζουν πως είναι η καλύτερη στιγμή για να τις καταπιεί η νύχτα έξω από την τετράγωνη καμπίνα, ο δρόμος και τα χωράφια τα έτοιμα θερισμού.

Κι η μαριονέτα οδηγός γελάει αχ πως γελάει!

 

 

την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

 

Advertisements