Η κάτοχος ετάχθη.

Σαν γεννιόταν της είπαν πως τ΄ αστέρια θα την περίμεναν.

Και τούτο θα συνέβαινε τώρα κοντά.

Μόνο που αλλάξαν οι χειμώνες, σκληρύναν οι πατούσες.

Κι αργούν, αργούν εκείνα τ΄ αστέρια που περίμενε.

Σαν πέρασε και η τελευταία ημέρα της Άνοιξης αποφάσισε πως η τελετή θα γινόταν έτσι κι αλλιώς.

Και τώρα.

Οι ήχοι μόνο του παλιού δίσκου καθώς καίγεται στη γωνιά της κουζίνας.

Ο εξαερισμός δεν δουλεύει, δεν δουλεύει, μονολογούσε. Ποιός θα ρουφήξει τους καπνούς του βινυλίου;

Έγιναν όλα όπως πρέπει.

Η φωτιά, τα σχήματα στις φλόγες, οι ήχοι, οι σιγανοί ήχοι των εγκάρσιων ψαλμών.

Μα είναι φαίνεται που οι συναστρίες δεν είχαν κέφι.

Κι η παλιά κουζίνα καπνίστηκε.

Κι η κάτοχος;

Πήγε χαμένη.

Κρέμασε τα παπούτσια της, που λένε.

Advertisements