dscn3113.jpg

Είναι τα άδεια, μεγάλα θέατρα τις νύχτες που κράζουν μες στην ησυχία. Είναι τα σκονισμένα παραπαίοντα τραπέζια των καφενείων στα όρια της εθνικής που κουβαλούνε τα σημάδια από τα κεφάλια που στηρίχτηκαν εκεί σε επερχόμενες πτώσεις. Είναι οι σωροί των ελαστικών στα χωράφια δίπλα στα συνοικιακά συνεργεία που μένουν να βγάζουν φουσκάλες στον ήλιο. Τα σκισμένα αποκόμματα εισιτηρίων γύρω από τους κάδους στα ΚΤΕΛ που έχουν πατηθεί από στραβοφορεμένα παπούτσια, βλέπεις οι πιο πολλοί τα βγάζουν σαν το ταξίδι κρατάει ώρες. Οι ακόμα καπνίζουσες γόπες έξω από τα κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών, μια διακοπή συντάξεως ήρθα να κάνω, δεν γίνεται κύριε (το κύριε τονισμένο ειρωνικά, ο αέρας της εξουσίας του χαμηλού γραφείου, της χαμηλωμένης εδώ και χρόνια πλάτης), πρέπει να έρθει η ίδια η δικαιούχος, μα πως να ‘ρθει πέθανε (κι ούτε μια σύσπαση στην ανακοίνωση, βλέπεις το γεγονός σαν να μην είναι γεγονός, μόνο μια πρόταση τυχαία). Οι διπλωμένες εφημερίδες στα καθίσματα του ηλεκτρικού (ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΙΜΩΝ ευκαιρίες σκέφτεσαι, γερτός στο τζάμι κι οι ράγες σε ξεπερνάνε). Τα σκονισμένα ηχεία ψηλά στους τοίχους των μαγαζιών του κέντρου, Κολωνός, Μεταξουργείο σνακ-μπαρ-καφε και κάτι μεγάλα αραβικά γράμματα στα τζάμια και κάτι μεγάλες πλάτες να στηρίζουν τις κολώνες με τα καρτοτηλέφωνα.

Η πόλη που τερατογεννά και τερατογεννάται.

Μα δεν ξεχνά ποτέ να εκπνέει όπως της μάθανε κι ούτε ξεχνάω ποτέ να ρουφάω την ανάσα της. 

Να βάλω ένα όμορφο φουστάνι που να ΄χει στο πλάι τη ραφή και να στροβιλίσω τον ποδόγυρο στην θάλασσα, σε μια θάλασσα της Αλυκής.   

Advertisements