Που τελέψαν οι ύπνοι οι βαθιοί.

Που ξεκλειδώσαν τα δάχτυλα.

Που ξεπήδησε φρέσκια η κούραση στην πλάτη.

Που τα σκοινιά αμόλυσαν τους κόμπους τους

Τώρα που ακούγονται παντού νερά να στάζουν. 

Τώρα είναι που θα βρούμε παγωμένα πηγάδια

Τώρα θα αντλήσουμε.   

Θα σε φωνάζω να ακούς τις λέξεις μου.

Θα σε ορκίζω στο πλήρες φεγγάρι ποτέ να μην.

Και κάθε που ξημερώνει θα υψώνεις τα μάτια στον καθρέφτη μου.    

Που οι κύκλοι ανοίξαν ξανά σαν από παρέμβαση από- μηχανής.

Που οι κουΐντες φωτιστήκαν πρώτη φορά κυρίες και κύριες.

Που τα πόδια λυγίζουν ή ανοίγουν πρόθυμα στον ήχο της φωνής σου.

Και τα μάτια, μάτια μου.

Θολώνουν από ένταση κι ανάγκη. 

Τώρα είναι που θα βρούμε μέρη απάτητα.

Τώρα θα οργώσουμε.    

Θα σε ζητάω να χαϊδεύεις την πλάτη μου.

Τις ώρες που πονάει χαμηλά.

Και κάθε που ξημερώνει θα σε ξυπνάω με τον μόνο τρόπο που ξέρω.

Ματώνοντας.

(Take the plan, spin it sideways.
I…
Fall.)
 
  

Advertisements