dscn3058.jpg

Με ρώτησες θαρρώ, για ένα χρόνο περαστικό.

Κι εγώ έκανα ησυχία.

Μετά άναψα φώτα, τα φωτάκια της γιορτής.

Γύρισα την στρόφιγγα.

Κι έκλεισα βλέμμα, πλάτη στο ξύλο, να μυρίζω τον αέρα, μόλυνση ή ίαση;

Κοριτσάκι ξανά.

Είπα πως άρχισε, άρχισε βαριά.

Και δεν μπορώ να απο/ξε/φύγω της φωνής σου.

Εδώ, κρυμμένα ξωτικά.

Που βλέπουν παράξενα τη γιορτή μας.

Αλλά τραγουδούν.

Σε ρε ματζόρε.

Πάρε τη λέξη μου δώσ’ μου το χέρι σου, έλεγε ο Εμπειρίκος

Advertisements