dscn2841.jpg

Σύρματα, σύρματα με ή χωρίς μονώσεις ξεφεύγουν από την πόλη και πάνε. Έχω ένα ζευγάρι παπούτσια με χρώματα. Μόνο χρώματα. Τις νύχτες αστράφτουν στα στενά του παλιού κέντρου. Σκαρφαλώνουν σε πεζούλια, κλωτσάνε λερωμένα μπουκάλια μπύρας. Μόλις την τελευταία στιγμή κοκκαλώνουν στις άσπρες τους σόλες εν όψει κόκκινων φαναριών. Μόνο μόλις παραβιαστεί η ατομικότητα θολώνουν. Θα ΄ναι τότε που σκοντάφτουν στα σύρματα, θα ΄ναι τότε που μπερδεύονται στο μπλε χρώμα που έχει το παλιό κέντρο της πόλης την νύχτα , θα ΄ναι τότε που οι φωνές δυναμώνουν στον αριστερό λοβό “κι έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ για να με κοιτάζεις”, θα ΄ναι τότε που το βρίσκουν ακατόρθωτο να σηκώσουν τα πέλματα από τις λακκούβες της ανθρώπινης συμπάθειας. Δίχτυ οι γλυκές κουβέντες. Ξαφνικά σε πιάνω να χαμογελάς στο διάβασμα ενός φιλιού. Και στην αίσθησή του τι θα έκανες; Μάλλον, θα ξανάβαζες τα πολύχρωμα παπούτσια σου και θα ξεκινούσες ξανά για τη μήτρα του μπλε κέντρου. Να φωτογραφίζεις και/για ν’ αφήνεις πίσω. “Σου ΄πα θα πεθάνω αν χαθείς κι όμως έχω ζήσει”.

Advertisements