Ησυχία. Κρύο. Που είσαι; Ξέρεις που είσαι; Μυρίζει εδώ. Κι από μακριά κάτι λυγμοί. Θαμμένοι όμως, ήσυχοι. Μη φοβάσαι παιδάκι μου, εγώ θα έρχομαι κάθε μέρα, να μην είσαι μόνο σου, να μη σε τρομάζει το σκοτάδι. Μα έχει σκοτάδι; Δεν μπορείς να μιλήσεις, ξέρεις που είσαι; Πολύ κρύο, τρυπάει τους κροτάφους μια υγρασία. Ένα πανί, νιώθεις ένα πανί στο πρόσωπο. Τα χέρια σου δεν κουνιούνται, δεν πονάνε μα έχουν ξεραμένες γρατζουνιές στα ανάποδα της παλάμης. Αχ παιδάκι μου, αστέρι μου που πήγες; Που πήγες ξέρεις; Σε σφίγγει στο λαιμό μια γραβάτα ποιος σε στόλισε με γραβάτα; Κάτι περίεργο συμβαίνει με το κορμί σου. Ακίνητο, δεν σε πονάει. Ο αέρας, ποιος αέρας; Πνιγηρά είναι. Οι ήσυχοι λυγμοί συνεχίζουν να δοξολογάνε. Ακούγεται και μια πνιγμένη μουσική, σαν παιδικό παιχνίδι ταραραν ταραν ταταν. Που είσαι ξέρεις; Αγόρι μου εσύ, μη μου φοβάσαι, καμάρι μου δεν θα σε αφήσω μόνο. Το πανί στο πρόσωπο κανονικά θα εμπόδιζε την ανάσα. Ποια ανάσα; Κάτι παράξενο συμβαίνει με το κορμί σου. Ακέραιο μέχρι τον θώρακα, μέχρι το λαιμό. Και μετά κάτι παράξενο εκεί. Το πανί, το πανί. Και τα χέρια με τις ξεραμένες γρατζουνιές, το στήθος σαν αποσυναρμολογημένο. Τα πόδια σου είναι εντάξει όμως. Αγόρι μου, παιδί μου, παιδί μου που πήγες; Που πήγες; Που είσαι ξέρεις; Μα να, αν θες, θα δώσεις μια και θα σηκωθείς, τα πόδια σου είναι εντάξει, μόνο ένα κρύο, μια ησυχία. Κι εκείνη η μουσική, το ακκορντεόν να παίζει παιδικά, ταραραν ταραν ταταν το προσπαθείς, δεν έχεις ανάσα αλλά το προσπαθείς, εκείνο το πανί να διώξεις απ’ το πρόσωπο. Παιδί μου, παιδί μου, παιδάκι μου που πήγες; Που πήγες και μ’ άφησες;

Μάνα;

Δε με βλέπεις που ξανάρθα;

 And now that, that is all over
All we’ve got is the silence
In the deathcar, we’re alive
So come on mandolins, play

Advertisements