Πεθύμησα ένα ταξίδι στο χειμώνα Ενδοχώρα με κρύσταλλα στις οροφές των καφενείων Ζεστός ελληνικός δεν πεινάω καθόλου μόνο να πίνω καφέ και να μου στρίβεις τα τσιγάρα θέλω Σε δωμάτιο που κρατάει κρύο με χοντρές κουβέρτες πάντα παγωμένα πόδια ε; Και περπάτημα στις άκρες των δρόμων ίσια κάτω γκρεμός Σαν να ξαναγίνομαι 5 χρονών στην ορεινή Κορινθία το βρυσάρι με τις νεράιδες που σου παίρνουν την μιλιά την λάμια που βγαίνει τις νύχτες των γάμων και τρώει τους άντρες μιας που την ίδια την αφήσαν στο δικό της να περιμένει άραγε η εγκατάλειψη να έχει μυρωδιά γιατί χρώμα έχει σίγουρα πως μπερδεύονται οι ειρμοί με ρακάκι στις άκρες των χειλιών δεν μπορώ να χτενίσω κι αφήνω να στεγνώνουν μπερδεμένες κι αυτές έβγαλα ένα μαύρο δακτύλιο στον παράμεσο σαν να ντύθηκα ξαφνικά για το μαύρο γάμο και μήπως θα το μάθω σαν θαφτείς; Τούτη η πόλη μας τρώει τον ύπνο και οι δρόμοι της πια δεν κάνουν γωνιές Μύθοι, λαλιές και περπάτημα πολύ, πολύ ειδικά τη νύχτα μα δεν υπάρχει μια γωνιά, μια γωνιά;   

Advertisements