1832.JPG

Κυριακή και πλησιάζει πια ένας χειμώνας. Ένα χλωμό, μελαχροινό πλάσμα κάνει βόλτες στο βιομηχανικό κέντρο της πόλης.Σε έναν τοίχο αντικρύζει την εικόνα του, καμωμένη από χέρι καλλιτέχνη, χέρι βαμμένο στα δάχτυλα με σπρέι μαύρο, άσπρο, μπεζ.

Δεν μπορεί παρά να την ερωτευτεί.

 

Τούτο το πλάσμα ήθελε τόσο να πιστέψει που καψαλίστηκε στα κάρβουνα, ούτε καν στο κέντρο της φωτιάς. Δεν ήταν σημαντική, ποτέ δεν θα γραφτεί τραγούδι γι’ αυτήν. Είναι χλωμή, είναι παρουσία που ξεχνιέται.Μα που να πιστέψεις χλωμό μου πλάσμα αν όχι στην εικόνα σου στον ρημαγμένο τοίχο;Είναι ένας τοίχος που στη μέσα μεριά του φυλάει απομεινάρια από πλακάκια, καταδικασμένος να πέσει όπως κι όλοι οι υπόλοιποι τοίχοι του χαμηλού σπιτιού στο βιομηχανικό κέντρο της πόλης. Μα πριν πέσει πρόλαβε το χλωμό πλάσμα με τις αλλόκοτες τούφες στα μαλλιά να δει την εικόνα του, να την ερωτευτεί.Κάπου μες στα σκοτάδια του αλλόκοτου μυαλού της θυμόταν εκείνον, εκείνον που της είπε πως δεν μπορεί να την ερωτευτεί.Και τι πειράζει, δεν πειράζει, χλωμό μου κορίτσι, αφού ένας καλλιτέχνης σ’ έφτιαξε στον ρημαγμένο τοίχο, είναι πια η εικόνα σου ορατή, ποιος θα την ξεχάσει αφού την δει;Τα μονόχρωμα ρούχα της, φτιάχναν σκιές καθώς περπατούσε στα στενά δρομάκια.Τριβέλιζε το αλλόκοτο μυαλό της μια ανάγκη, μια τεράστια μαύρη ανάγκη.Να την χρειάζονται.Όταν της έκοψε το δρόμο ένα κορίτσι φωτεινό, θαμπώθηκε.Το κορίτσι φορούσε πολύχρωμα ρούχα, ήταν το αρνητικό της δικής της φωτογραφίας. Κι έλαμπε, πως έλαμπε!Μόνο του γυρνούσε ποιος ξέρει ποια αγκαλιά μόλις είχε αφήσει.Το χλωμό πλάσμα φοβήθηκε.Το χλωμό πλάσμα ένιωσε την ανάγκη του να μεγαλώνει, να του δαγκώνει τα χείλια. Αυτά που ο καλλιτέχνης είχε ζωγραφίσει μπεζ, τώρα γινόντουσαν σιγά σιγά ροζ, παίρναν χρώμα.Δεν ήταν τα ρούχα, δεν ήταν η λάμψη δεν ήταν η πρόσφατα παρατημένη αγκαλιά.Μόνο κείνα τα παπούτσια, μαύρα με ψηλές δερμάτινες κορδέλες να δένουν στη γάμπα κι ανοιχτά μπροστά, να αποκαλύπτουν νύχια βαμμένα κόκκινα και μαύρα.Τα ήθελε.Τα ερωτεύτηκε.Γιατί αν μας βάλουν μπροστά σε διαφορετικές πόρτες πάλι θα διαλέξουμε ν’ ανοίξουμε τον πόνο εκείνης που μας είναι πιο οικεία.Το μαύρο, εκείνο το μαύρο!Τα χείλια του χλωμού πλάσματος με το αλλόκοτο μυαλό τραβήξαν όλη την ζωή του φωτεινού. Με άγριο ζευγάρωμα, βαφτήκαν κόκκινα. Πήραν χρώμα, πήραν ανάσα. Πήραν την ζωή. Πήραν ζωή.

Το φωτεινό κορίτσι έγειρε δίπλα σε ένα φρεσκοβαμμένο τοίχο. Αν την κοιτούσες από μακριά φαινόταν σαν να κοιμάται γαλήνια. Μόνο που δεν φορούσε παπούτσια και καλτσάκια, μόνο που τα χείλια της κρυμμένα απ’ το σκοτάδι, τη σκιά μαρτυρούσαν πως δεν είχαν σταγόνα αίμα. Κι η βάση του λαιμού της γινόταν σιγά σιγά σκούρα μπλε, σαν τις τούφες του χλωμού πλάσματος που ξεμάκραινε.

Την νύχτα εκείνη το κορίτσι με το αλλόκοτο μυαλό, φόρεσε τα καλτσάκια, φόρεσε τα παπούτσια. Κι έτσι ξαφνικά, ένα πορτοκαλί φως έλουσε τα σκαλιά που καθόταν κι έτσι ξαφνικά ήταν πια περισσότερο ορατή.

 

Και που ξέρεις; Μπορεί τώρα να γραφτεί ένα τραγούδι και γι’ αυτήν.

 

  1798.JPG

Advertisements