Ήταν που λες, ένα πολύχρωμο σπίτι. Οι κάτοικοι των στραβών ορόφων ζούσαν έτσι για χρόνια, μα ποτέ δεν κατάλαβαν πως το στραβό κυβερνούσε τις γραμμές τους. Έβγαιναν τα βράδια στα μπαλκονάκια τους, πίναν ποτά με πολύχρωμες ομπρελίτσες και αντάλλασσαν καθημερινές κουβέντες. Πως πάει; Καλά κι εμείς, καλό σας βράδυ. Δεν τους κίνησε ποτέ την περιέργεια, πως ποτέ δεν αντικρύζαν ο ένας τον άλλον ημέρα.Εσύ ζούσες λέει, στο δώμα. Χρόνια εκεί, χρόνια να φτιάχνεις και μετά να χαλάς τα μουσικά σου όργανα. Τα δοκίμαζες αλλά καθώς ήταν πάντα νύχτα, κανείς από τους κατοίκους δεν ήταν ξύπνιος για να ενοχλείται. Είχες παρέα μια πορτοκαλί γάτα, μια γάτα που χαμογελούσε μόλις έσπαγες και την καινούρια σου προσπάθεια. Την ταΐζε η ένοικος του πρώτου, μια κυρία με μπλε μαλλιά και ζαρωμένου στους αστραγάλους καλσόν. Εκείνη σου ψιθύρισε κάποτε πίσω απ’ την γλυκιά σου πόρτα πως είναι πάντα σκοτεινά. Δεν την κατάλαβες και εκείνη την νύχτα δεν επιδιόρθωσες κανένα όργανο.Καμιά φορά χάζευες το μπαλκόνι του κυρίου από κάτω σου. Κάπνιζες και πέταγες τις στάχτες στην βουκαμβίλια που σκαρφάλωνε μωβ και άγρια μέχρι την πόρτα σου. Την γλυκιά σου πόρτα. Έβρισκες χορδές τσακισμένες στις γωνιές του δωματίου σου, όπως άλλοι, λιγότεροι πολύχρωμοι άνθρωποι, βρίσκουν σκόνη.Πάντα λίγο πριν την ώρα που υποτίθεται πως ξημερώνει, οι κάτοικοι του πολυώροφου σπιτιού αναδεύονταν. Σηκώνονταν, ντύνονταν τα φρεσκοσιδερωμένα τους και κλείναν πίσω τους τις πόρτες. Αν τους ρωτούσες, θα σου λέγαν πως πάνε στη δουλειά, μα κάθε πρωί τους κατάπινε ένα φρεάτιο στην εξώπορτα και τους ξανάβγαζε το βράδυ, με τσαλακωμένα πρόσωπα. Μα δεν ήσουν ποτέ ξύπνιος εκείνες τις ώρες για να το δεις. Εσύ τους έβλεπες μετά, την ώρα των πολύχρωμων ποτών, την ώρα που μάζευες τις ταλαιπωρημένες χορδές για να περάσεις καινούριες.Κι έτσι γλυκά κυλούσε ο χρόνος. Εσύ πάντα θα έφτιαχνες και θα χαλούσες μουσικά όργανα, πάντα η πορτοκαλί γάτα θα χαμογελούσε, πάντα η κυρία του πρώτου θα την τάιζε και που ξέρεις ίσως κάποτε να σου ξαναψιθύριζε έξω απ΄τη γλυκιά σου πόρτα πως δεν ξημερώνει ποτέ, πάντα η βουκαμβίλια θα αγρίευε μες στο μωβ της και πάντα οι ομπρελίτσες θα ήταν πολύχρωμες.

Κι εγώ; 

Εγώ μωρέ, ολόκληρο κόσμο σου ‘φτιαξα, ήθελες να με βάλω κι εμένα μέσα;

Δεν ήθελες.

Ήθελες;

Advertisements