dscn0184.jpg

Από τα ηχεία απαλά «στου λιμανιού, στου λιμανιού την άκρη»

Και φιγούρες ανταλλάσσουν ευχές αποχωρισμού, για το δρόμο στην υγειά και στην μνήμη.

Λιγοστεύει το τσίπουρο στα ποτηράκια, εδώ στη μέση των δυο νομών, στα πόδια του Ολύμπου.

Μερικά μάτια ξεπλένονται, άλλα επιμένουν να διατηρούν εσώκλειστη την υγρασία.

Υψώνονται μερικές φωνές «ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγάει».

Η κυρία Μ., αυτή που έμενε πάντα τελευταία στις ταβέρνες, αυτή που έπινε μόνο λευκό κρασί, χαμογελούσε μισά και μου ‘ταζε παραμύθια.

Κι εσύ πάλι αδυνατούσες να μου χαρίσεις άλλα ταξίδια.

Θες να πνιγεί ξανά ο χειμώνας; Θες;

Στέκομαι στην άκρη, έχω μείνει να χαζεύω το τραπεζάκι με το αρμυρισμένο μπλε καρώ τραπεζομάντηλο. Βγάζω παπούτσια, κάνει κρύο, θέλω να βουτήξω τα πόδια στη θάλασσα. Ο ποιητής μου λέει πως δεν ανησυχεί για μένα. Παράξενο πως οι άνθρωποι είμαστε πάντα έτοιμοι να διαμορφώσουμε αισθήματα από μια έκφραση του προσώπου και μόνο.

«Για μπάρκα και ταξίδια»

Πώς γίνεται να σφίγγεται όλο το μέσα με δυο στιχάκια, ε πώς;

Ένα χέρι γύρω απ’ τους ώμους την ώρα που ζαλίζει, ένα μόνο..

Τελευταία μετράω τις λέξεις μου ξανά, τελευταία βάζω το μυαλό να κοιμάται κι αυτό αρνείται, τελευταία μουδιάζω, μουδιάζω πιο εύκολα.

Advertisements