image0284.jpg

Άλλο ένα τρεχαλητό για κείνο που δε λέει να μας κάνει την τιμή, πηδώντας πάνω από τις μαζεμένες σε σωρούς αλυσίδες, ανάμεσα στα σκουριασμένα συρματοπλέγματα. Σίδερα, σίδερα μαζεμένα σε όλες τις μορφές γύρω τριγύρω μας. Και δεν έχω άλλη αντοχή, όχι αλήθεια σου λέω. Προβάλλω και ξαναπροβάλλω τις σκηνές από μια κάποια ζωή. Μαζεμένα τα γόνατα ψηλά, γρηγοροστριμμένα τσιγάρα μου κιτρινίζουν τα δάχτυλα, η διαχωριστική τούτου του δρόμου έχει πια βουλιάξει στην άσφαλτο. Και το μηχάνημα προβολής βγάζει ήχους κορεσμού. Βλέπω την ίδια ταινία, είμαι σε θέση να προβλέψω το τέλος και τότε γιατί πάντα μας προλαβαίνει η ανθρώπινη ανημπόρια και μένουμε με μάτια αδύναμα εστιασμένα; Πάντα η ίδια λατρεία του δρόμου, και μου ΄λεγες πως είναι τόσο τρομακτικό αυτό που πια δεν θες να είσαι μέρος του. Και τώρα, και τώρα που μας κύκλωσαν τα σίδερα μ’ άφησες να ταίζω τα-ους αδέσποτα-ους. Κάνω ακόμη απόπειρες να καμώσω λόγια μα το βρίσκω τόσο κουρασμένο όλο αυτό. Ξεβάψαν τα μάτια, τα μαλλιά μου. Πριν φοβόσουν να  χαιδέψεις τόσο πολύχρωμα που ήτανε, τώρα τι φοβάσαι ρε;

Γι αυτό κι εγώ – είδες; δεν με νοιάζει πλέον να λέω εγώ- έφτιαξα ξανά την αρχή ενός κόσμου. Κι είναι πολύχρωμος, μικρός σαν να χωράει στον πάτο ενός μπουκαλιού πιοτού της Ρωσίας. Μεγάλος σαν να χωράει ίσα ίσα ανθρώπους. Είναι σαν οι λίγες κούκλες που ήθελα μικρή, να αποφασίσαν να μου πάρουν απ’ τα χέρια το μεθαύριο. Και το χωρέσαν σε μια βιτρίνα, από κείνες που σαν θες καταρρέουν με την λίγη παραπάνω αίσθηση χαδιών. Έχω μουσικές από πλήκτρα, ανεμόμυλους φωτεινούς, υφάσματα χειροπλεγμένα, μυρωδιές από λάδια-λουλούδια. Και πάνω απ’ όλα έχει μια διάφανη αιώρα. Που κλείνει γύρω- γύρω τα δίχτυα της σαν γεμίσει ανάσες.

Και σου γελάω. Αλλάζω τη φωνή, το χρώμα. Τραγούδα μου όπως μπορείς. Στραβά, ζορισμένα, αλλά τραγούδα μου. Ακούμπα με ρε./

Καλύτερα με σκούρα ζελατίνα

να πέφτει  μπρος στα πόδια μου το φως

που φόρεσα καινούρια καπαρντίνα..

Advertisements