dscn1673.jpg

Βράδυ Παρασκευής στην εθνική χωρίς τα μεγάλα. Να κοιτάς τον καθρέφτη και να βλέπεις μόνο σκοτάδι πίσω, μόνο μακρινά φώτα στο βάθος. Τέμπη, Ραψάνη, Παλαιοί Πόροι.

Γνώριμες περιοχές, γνώριμα βράδια. Και πάλι η εθνική. Τα τελευταία διόδια πριν την Θεσσαλονίκη. Την πόλη που κυνήγησα μα πάντα την έκανε με πορτοκαλί κι εγώ έμενα να χαζεύω το κόκκινο με μια απόγνωση στα δάχτυλα που ιδρώναν στο τιμόνι.

Ο υπάλληλος των διοδίων  να κουνάει ρυθμικά το κεφάλι στον ήχο απ’ το ραδιόφωνό μου. Τρύπες ε; Ε είναι που ανεβαίνουμε Θεσσαλονίκη γι’ αυτό.

Και η πόλη, η πόλη. Μια παρέα μας περίμενε στα γρασίδια δίπλα στον Λευκό Πύργο. Τα καραβάκια παίζαν μουσική, κάναν βόλτες, ο κόσμος άραζε στο μώλο. Κιθάρα, φλογέρα, και αυτοσχέδια κρουστά πάνω στα τενεκεδάκια της μπύρας. Δεν νυστάζω, όχι, θέλω βόλτα.

Μεσημέρι Σαββάτου στο κέντρο, ποιος είχε την ιδέα να ξεκινήσουμε τα τσίπουρα, μέχρι το βράδυ έτσι θα πάει..Κι έτσι πήγε και ήρθε και ξαναπήγε μέχρι το ξημέρωμα, με το σκηνικό γύρω μας να αλλάζει από μέρα σε νύχτα, από βροχή σε ήλιο, από παρέα σε παρέα.

 

Όμορφα πρόσωπα ρε, καθαρά. Και η πρώτη βροχή του Σεπτέμβρη, μόνο που φοβήθηκα να την πιάσω και μόνο τη μύριζα, τη μύριζα.

Και χτες το βράδυ, φοβήθηκε μέχρι κι η φίλη μου η αϋπνία να μου κάνει βίζιτα.

dscn1669.jpg 

 Φιλιά κι αγκαλιές στην Τ. για τα μάτια και τα δώρα της (μια χαρά ακούγεται η μουσική σου, μη μου σκιάζεσαι), στον Γ. για το χαμόγελό του, στον Ο. γιατί αλήθεια μου ΄λειψε, στην Γ. για το γέλιο της.Π. αν ήξερα ότι για να κοιμηθώ εγώ άνετα εσύ θα ξάπλωνες στο πάτωμα θα υποσχόμουν να σου κάνω 4 κι όχι 3 παιδιά.Και ένα νιαούρισμα απ’ τα καλά, στον Θ. Ξέρει αυτός γιατί.

 

Advertisements