Πως σακατεύτηκε έτσι κι ο Αύγουστος.

Μέρες και νύχτες στην παραλία με τις μεγάλες κροκάλες να μου τρυπάν την πλάτη και να περιμένω να ξημερώσει, να βγω από την σκηνή με τις μεγάλες θερμοκρασίες, να βουτήξω στην θάλασσα με τις χαμηλές. Με τον πράσινο βυθό, με τα θάμνα πάνω από τις σκηνές, με τις μουσικές όλη μέρα και αφού είμαστε τέρμα της γης τι να ακούσουμε μόνο ΕΡΑ πιάνει και ρετρό τραγουδάκια.

Πως γέμισε το σπίτι στάχτες, το κρεβάτι μου γκρι, να σηκώνω το τηλέφωνο που όλες τις μέρες αγνοούσα για να μου πουν πως η φωτιά βγήκε στο δρόμο του σπιτιού, μας διώξανε παιδί μου, μην έρθεις παιδί μου, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, άμα καεί θα καεί.

Δεν κυλούσε ο χρόνος ρε συ, δεν κυλούσε.. Στο μαγαζάκι που ‘χαμε στήσει στην άκρη της θάλασσας, με τις καρέκλες μετρημένες όσες κι οι ομπρέλες μας και τα γέλια μας, τα γέλια που δεν τελειώναν παρά αργά την νύχτα. Και τα τραγούδια από το μαγαζί στην άλλη άκρη, με τα φώτα του μικρού μώλου να σου χαϊδεύουν τα γένια.

Μην κλαις παιδί μου για τα δέντρα, εκείνο το δέντρο που στο κορμί του κράτησε τα ποτάμια της νύχτας της εφηβείας μου, μην κλαις παιδί μου δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, δεν μπορώ μάνα, δεν με νοιάζει τίποτα, μόνο τα δέντρα, εκείνο το δέντρο στο τέρμα του δρόμου που κανείς δεν ξέρει πως χρόνια με φιλοξενούσε, δεν με νοιάζει το σπίτι, τα ρούχα, τα πράγματα, τίποτα μόνο το δέντρο κι ίσως, ίσως, λίγο, τα γράμματά σου, τα γραφτά μου.

Και κείνα τα ξημερώματα που τόλμησες να με πάρεις αγκαλιά, “ξέρεις μέχρι το πρωί σε κρατούσα, και ξέρεις η αναπνοή σου δεν είναι σταθερή, ούτε κι ο ύπνος σου συνεχόμενος, παράξενη κοπέλα μου”. Τα χέρια σου που μόνιμα φοβόντουσαν και κάποιες ώρες με χαϊδεύανε με τα δάχτυλα σκληρά στις άκρες από τις χορδές. Σου είπα μόνο πως είναι στ’ αλήθεια κρίμα που δεν θα σε μάθω ποτέ καλύτερα.

Μήνες πια κρατάει η αϋπνία, μα τώρα, 3 μέρες τώρα δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε το ξημέρωμα. Φοβάμαι πως θα ξυπνήσω πάλι με τις καμπάνες να βαράνε και τις ντουντούκες “εγκαταλείψτε όλοι τα σπίτια, υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή σας”, τα μάτια μου δεν λένε να ξεπρηστούν με τίποτα και το φεγγάρι γεμάτο κίτρινο πάνω από τις καμμένες κορφές των δέντρων και τα βιβλία μου όλα σκεπασμένα γκρι στάχτες και κορμιά πίσω από μωσαϊκά τηλεοπτικά.

Πως θα ‘ρθει ξανά ο σακατεμένος από παλιά Σεπτέμβρης με τις 22 του. Τις 22 μου.

Σκέφτομαι, μπερδεύομαι, δυσκολεύομαι να κοιμηθώ, βγάζω καπνιά από τα μάτια και τη μύτη μου. Όλα ανακατεμένα πάνω μου, μέσα μου, βγάζω ακόμα λάδι καρύδας από τις γωνιές του κορμιού μου, κομμάτια θάμνων και βότσαλα από τα’ αμάξι, πατάω γκάζι στις στροφές και απίστευτο, φωτιά πάνω απ’ το δρόμο στη Βείκου, στάση δίπλα σε ένα περιπολικό στο Χαλάνδρι 4 η ώρα το χάραμα του Σαββάτου, “σας παρακαλώ, είδα φωτιά, πάνω απ’ τη γέφυρα πριν τη Φιλοθέη” το έλεγα και δεν μπορούσα να το πιστέψω και μετά έμαθα πως ήταν στ’ αλήθεια φωτιά, όπως και πάνω από την παραλία που λίγες μέρες πριν είχαμε στήσει τις σκηνές, κάπου στη Λακωνία, και μετά. Και μετά.Και τώρα;

 

 

Τώρα μπορώ να χαρώ που έχω ακόμα σπίτι.

Μα γιατί δεν μπορώ να σταματήσω αυτόν τον θρήνο;

 

 

 

Advertisements