Είχε ένα φεγγάρι κίτρινο κι ένα βράδυ σαν κι αυτό θυμάμαι την θάλασσα Αύγουστο. Το μεγαλύτερο του χρόνου ήταν χτες, λέει.

Να ετοιμάσω το σάκο. Να φτιάξω ένα καινούριο τετράδιο. Να γράψω την έκθεση για το πώς πέρασα τούτο το καλοκαίρι.

Ακόμα να διαλέξω προορισμό. Και με στοιχειώνουν κάτι φράσεις που γουστάρουνε να απλωθούν σε σελίδες μπόλικες. Να θυμηθώ να τις πάρω μαζί.

Αυτήν την πόλη την λατρεύω την νύχτα. Τα μπαρ της τα χειμωνιάτικα που Αύγουστο δροσίζουν. Τους δρόμους της που μόνο κάτι κόκκινα φανάρια τους κόβουν. Άραγε γιατί να είναι πιο εύκολο να ζεις το καλοκαίρι;

Θέλω να τεντώσω τα πόδια σε γόνατα πρόθυμα. Να ζαλιστώ και να γείρω στ’ αριστερά. Γι’ αυτό σου λέω. Κάτσε στη σωστή πλευρά.

Ο ύπνος δεν λέει να ‘ρθει. Βοηθήματα αναλαμβάνουν μα θέλουν κι αυτά το χρόνο τους κατά πως φαίνεται. Συμφιλιώνομαι, απλώς κάνω ησυχία. Να ακούσω για ποιόν λόγο τελικά δεν κοιμάμαι. Τα ρολόγια τα ‘χω βγάλει απ’ τους τοίχους μου εδώ και χρόνια, ούτε ο Νταλί δεν γλύτωσε από κείνη την απόφαση.

Για μέρες δεν θα μετρήσω λείο της παλάμης μου, μου να δω αν γλύτωσε απ’ την νύχτα.

Για μέρες θα βουτάω σε μια θάλασσα μόνη.

Για μέρες θα χρησιμοποιώ μπλε, σκούρο στυλό.

Ούτε γυαλιά, ούτε χτένα για τις φούξια άκρες που μπερδεύονται τρελά.

Siouxsie και Bowie, Morrison και Simone για το βλέπω.  

Φτηνά αστυνομικά για το μυρίζω.

Noa για το θυμάμαι.

Και ρακή για το ξεχνάω. 

Μόλις σε δω, θα σε γνωρίσω;

Advertisements